Feeds:
Άρθρα
Σχόλια


Στην Καλύβα «Αγία Τριάς» της Αγίας Άννας, ασκητικά ζούσανε πέντε αδέρφια κατά σάρκα, οι οποίοι γίνανε Μοναχοί, και πήρανε τα ονόματα : Αθανάσιος, Γρηγόριος, Αρτέμιος, Φιλάρετος, και Μακάριος. Στην αρχή ζούσανε ομόφωνα με ειρήνη και αγάπη, υπακοή και σεβασμό προς το σχήμα και την Καλογερική, σύμφωνα με τις υποσχέσεις του Μοναχισμού. Με την πάροδο όμως του χρόνου, ξεθύμανε εκείνη η πρώτη ευλάβεια και λίγο το αδελφικό θάρρος, λίγο το θέλημα που με τέχνη και πολλή μαστοριά βάνει ο διάβολος, άρχισαν να κάνει ο καθένας ό,τι ήθελε, χωρίς να ρωτάει τον άλλον.

Έτσι μπήκε ανάμεσά τους, χωρίς να το καταλάβουν, η ψύχρα, ακολούθησε η γκρίνια και φιλονικίες, οι οποίες καταλήγανε σε σοβαρά επεισόδια, μαλώματα, φωνές, χειροδικίες και έντονα χτυπήματα τόσο, που ο ένας έσπαγε το κεφάλι, το χέρι, το πόδι ή ό,τι άλλο μπορούσε του άλλου αδερφού, ώσπου να τον υποτάξει στη δική του θέληση. Δε σεβόταν ο μικρός το μεγάλο, ούτε ο μεγάλος υπολόγιζε το μικρό αδελφό. Οι καυγάδες και τα άσχημα επεισόδια συνεχίζονταν σχεδόν κάθε  μέρα, ήταν σπάνιο πράγμα να πέρναγε ημέρα και να μην ακούνε, οι γειτονικοί ασκητές, τους αδελφούς αυτούς να καυγαδίζουν και να χτυπιούνται. Όποιος από τους γείτονες ή από τους άλλους Πατέρες τολμούσε να επέμβει για να τους χωρίσει, ή να μεσολαβήσει να ειρηνεύσουν και να μη μαλώνουν, έφευγε ξυλοδαρμένος κι έτσι κανείς δεν μπορούσε να βοηθήσει τα αδέρφια αυτά. Πέρασαν σαράντα χρόνια μαρτυρικής ζωής, που τα πέντε αυτά αδέρφια καθημερινά μάλωναν. Οι Πατέρες της Σκήτης είχαν συνηθίσει στις καθημερινές αυτές φωνές και λέγανε : «Οι ταραχοποιοί αδελφοί πάλι μαλώνουν και σκοτώνονται». Μετά από το χρονικό αυτό διάστημα των 40 χρόνων, πέρασε μια μέρα, πέρασε δεύτερη και τρίτη μέρα και από τ΄ αδέρφια αυτά δεν ακούστηκαν οι συνηθισμένες φωνές τους, αλλά στην Καλύβα τους επικρατούσε άκρα σιγή. Στους Πατέρες φάνηκε περίεργο που δεν άκουγαν να μαλώνουν, αλλά κανείς δεν τολμούσε να πάει για να ιδεί τί συμβαίνει. Την τρίτη προς την τέταρτη ημέρα, στον ύπνο του Δικαίου της Σκήτης παρουσιάστηκε η Αγία Άννα και του είπε : «Πηγαίνετε με τους Πατέρες να θάψετε, με δόξα και τιμές, τους πέντε Μάρτυρες του Χριστού, τα πέντε αδέρφια, που για την αγάπη του Κυρίου γίνανε Καλόγεροι και από φθόνο του διαβόλου μαλώνανε χωρίς αιτία και παρά τη θέλησή τους, το βράδυ όμως κάθε ημέρα μετά το Απόδειπνο, συγχωρούσε από την καρδιά του ο ένας τον άλλον και δεν βάστηξε ποτέ η κακία μέσα τους ούτε μια ολόκληρη ημέρα, διότι εφάρμοζαν με ακρίβεια το ρητό που λέγει : «Μή επιδύετω ο ήλιος επί τω παροργισμώ υμών, οργίζεσθε, και μη αμαρτάνετε» (Εφεσίους 4, 24). Ο Δίκαιος άμα άκουσε αυτά από την Αγία Άννα, αμέσως κάλεσε τους Πατέρες σε Γεροντική Σύναξη και πήγαν όλοι στην Καλύβα, που ζούσαν τα πέντε αδέρφια, βρήκαν την πόρτα ανοικτή, μπήκαν μέσα και βρήκαν σε στάση που βάνουμε μετάνοια μετά το Απόδειπνο μέσα στην Εκκλησία και τους πέντε πεθαμένους, να εκπέμπουν άρρητη ευωδία και επληρώθη σ΄ αυτούς το ρητό της Αγίας Γραφής που λέγει : «Μή κρίνετε, ίνα μή κριθήτε. Εν ω γαρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε……… » (Ματθαίος Ζ΄, 1 – 2). Τότε όλοι οι Πατέρες, αφού πήραν ένα μάθημα ανεξικακίας από τους Μοναχούς αυτούς, με τιμές και θυμιάματα συνόδευσαν τους Μάρτυρες του Χριστού και κήδευσαν τα σώματά τους στο κοινό κοιμητήρι με τους άλλους Πατέρες και δόξασαν το Θεό, που με κάθε τρόπο οικονομεί τη σωτηρία των ανθρώπων.

ΠΗΓΗ : ΑΝΔΡΕΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ, τομ. Α΄, ΑΘΗΝΑΙ 1980, σσ. 53 – 54.

http://tribonio.blogspot.gr


Συχνότατη ψυχική διαταραχή η κατάθλιψη τείνει να γίνει “η μάστιγα της εποχής μας” στις χώρες της Δύσης. Υπάρχει άραγε τρόπος να την προλάβουμε;  Πώς θα κάνουμε τη χαρά βίωμά μας;

Η χαρά υπάρχει εν δυνάμει μέσα μας ως καρπός του Αγίου Πνεύματος από τη στιγμή που λάβαμε το μυστήριο του Χρίσματος (“ο δε καρπός του Πνεύματος εστίν αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθοσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια”), αλλά περιμένει από εμάς, με συνειδητό αγώνα ενδυνάμωση και καλλιέργεια.

Η χαρά τουΧριστιανού δεν επηρεάζεται από εξωτερικές αντιξοότητες, δοκιμασίες, συμφορές. Έχει εγκατασταθεί στην ψυχή του αληθινά πιστού που παρέδωσε την μέριμνα της ζωής του στο Χριστό, τον οποίον ευχαριστεί εν παντί και πάντων ένεκεν. (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, Απόστολος Παύλος, μάρτυρες της πίστεως, πολλοί σύγχρονοι πιστοί, πολύτεκνοι κτλ.).

Στο μέτρο της πίστεως και της αφοσίωσης και της εγκατάλειψης στα χέρια του Θεού που ο καθένας βιώνει , βιώνει και την ανάλογη χαρά.

Διαβάστε τη συνέχεια »

 

Γυνή, βαλοῦσα σώματι Χριστοῦ μύρον,
Τὴν Νικοδήμου προὔλαβε σμυρναλόην.

Κατά την Μεγάλη Τετάρτη επιτελούμε ανάμνηση του γεγονότος της αλείψεως του Κυρίου με μύρο από μια πόρνη γυναίκα. Επίσης φέρεται στη μνήμη μας, η σύγκλιση του Συνεδρίου των Ιουδαίων, του ανωτάτου δηλαδή Δικαστηρίου τους, προς λήψη καταδικαστικής αποφάσεως του Κυρίου, καθώς και τα σχέδια του Ιούδα για προδοσία του Διδασκάλου του.

Δύο μέρες πριν το Πάσχα, καθώς ο Κύριος ανέβαινε προς τα Ιεροσόλυμα, κι ενώ βρισκόταν στο σπίτι στου λεπρού Σίμωνα, τον πλησίασε μια πόρνη γυναίκα κι άλειψε το κεφάλι Του με πολύτιμο μύρο. Η τιμή του ήταν γύρω στα τριακόσια δηνάρια, πολύτιμο άρωμα και γι’ αυτό οι μαθητές την επέκριναν και περισσότερο απ’ όλους ο Ιούδας. Γνώριζαν οι μαθητές καλά πόσο μεγάλο ζήλο έδειχνε πάντοτε ο Χριστός για την ελεημοσύνη προς τους φτωχούς. Ο Χριστός όμως την υπερασπίσθηκε, για να μην αποτραπεί απ’ το καλό της σκοπό. Ανέφερε μάλιστα και τον ενταφιασμό Του, προσπαθώντας να αποτρέψει τον Ιούδα από τη προδοσία, αλλά μάταια. Τότε απέδωσε στη γυναίκα την μεγάλη τιμή να διακηρύσσεται το ενάρετο έργο της σε ολόκληρο την οικουμένη.

Ο Ιερός Χρυσόστομος υποστηρίζει ότι δύο ήταν οι γυναίκες που άλειψαν με μύρο τον Κύριο. Οι τρεις πρώτοι Ευαγγελιστές αναφέρουν μια και την ίδια γυναίκα, που πήρε την ονομασία πόρνη. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης όμως κάνει λόγο για άλλη γυναίκα, αξιοθαύμαστη και σεμνή, τη Μαρία την αδελφή του Λαζάρου, που άλειψε τα άχραντα πόδια Του σκουπίζοντας τα με τις τρίχες των μαλλιών της.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός, καὶ μακάριος ὁ δοῦλος, ὃν εὑρήσει γρηγοροῦντα, ἀνάξιος δὲ πάλιν, ὃν εὑρήσει ῥαθυμοῦντα. Βλέπε οὖν ψυχή μου, μὴ τῷ ὕπνῳ κατενεχθής, ἵνα μῄ τῷ θανάτῳ παραδοθῇς, καὶ τῆς βασιλείας ἔξω κλεισθῇς, ἀλλὰ ἀνάνηψον κράζουσα· Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἶ ὁ Θεός, διὰ τῆς Θεοτόκου ἐλέησον ἡμᾶς.

(Μετάφραση Ανδρέας Θεοδώρου)
Να, ὁ Νυμφίος ἔρχεται στὸ μέσο τῆς νύχτας, κι εὐτυχισμένος θὰ εἶναι ὁ δοῦλος ποὺ θὰ τὸν βρεῖ (ὁ Νυμφίος) ξάγρυπνο νὰ τὸν περιμένει· ἀνάξιος ὅμως πάλι θὰ εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ θὰ τὸν βρεῖ ράθυμο καὶ ἀπροετοίμαστο. Βλέπε, λοιπόν, ψυχή μου νὰ μὴ βυθιστεῖς στὸν πνευματικὸ ὕπνο, γιὰ νὰ μὴν παραδοθεῖς στὸ θάνατο (τῆς ἁμαρτίας) καὶ νὰ μείνεις ἔξω τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ ἀνάνηψε κράζοντας· Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος εἶσαι ἐσὺ ὁ Θεὸς· σῶσε μας διὰ τῆς προστασίας τῶν ἐπουρανίων ἀσωμάτων δυνάμεων (τῶν Ἀγγέλων).

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς.
Ὑπὲρ τὴν Πόρνην Ἀγαθὲ ἀνομήσας, δακρύων ὄμβρους οὐδαμῶς σοι προσῆξα, ἀλλὰ σιγῇ δεόμενος προσπίπτω σοι, πόθῳ ἀσπαζόμενος, τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ὅπως μοι τὴν ἄφεσιν, ὡς Δεσπότης παράσχῃς, τῶν ὀφλημάτων κράζοντι Σωτήρ. Ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου ῥῦσαί με.

(Μετάφραση Ανδρέας Θεοδώρου)
Ἀγαθὲ Κύριε, ἂν καὶ ἁμάρτησα πιὸ πολὺ ἀπὸ τὴν πόρνη ὅμως δέ σοῦ πρόσφερα (ὅπως ἐκείνη) βροχὴ δακρύων μετανοίας· ἀλλὰ πέφτω στὰ πόδια σου, σιωπηλὰ δεόμενος καὶ ἀσπαζόμενος τὰ ὁλοκάθαρα πόδια σου, νὰ μοῦ χορηγήσεις συγχώρηση τῶν πταισμάτων μου, κράζοντας Σωτῆρα μου: Λύτρωσέ με ἀπὸ τὸν ἠθικὸ βόρβορο τῶν ἁμαρτημάτων μου καὶ σῶσε με.

Κάθισμα
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Πόρνη προσῆλθέ σοι, μύρα σὺν δάκρυσι, κατακενοῦσά σου ποσὶ Φιλάνθρωπε, καὶ δυσωδίας τῶν κακῶν, λυτροῦται τῇ κελεύσει σου, πνέων δὲ τὴν χάριν σου, μαθητής ὁ ἀχάριστος, ταύτην ἀποβάλλεται, καὶ βορβόρῳ συμφύρεται, φιλαργυρίᾳ ἀπεμπολῶν σε. Δόξα Χριστὲ τῇ εὐσπλαγχνίᾳ σου.

(Μετάφραση Ανδρέας Θεοδώρου)
Μιὰ πόρνη γυναίκα σὲ πλησίασε, φιλάνθρωπε Κύριε, καὶ ἄδειασε στὰ πόδια σου ἀρώματα ἀνακατεμένα μὲ δάκρυα. Καὶ τὴ στιγμὴ ἐκείνη λυτρώθηκε μὲ τὸ πρόσταγμά σου ἀπὸ τὴ δυσωδία τῶν ἁμαρτημάτων της. Ἀντίθετα ὁ Ἰούδας, ὁ ἀχάριστος μαθητής, ἂν καὶ ἀνέπνεε τὴν εὐωδία της χάριτός σου, ἀπέβαλε αὐτὴ καὶ ἀναμίχτηκε μὲ τὴν ἀναθυμίαση τοῦ βορβόρου τῆς ἁμαρτίας, πουλώντας σε ἀπὸ φιλαργυρία. Δόξα, Χριστέ, στὴν εὐσπλαχνία σου!

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἰούδας ὁ δόλιος, φιλαργυρίας ἐρῶν, προδοῦναί σε Κύριε, τὸν θησαυρὸν τῆς ζωῆς, δολίως ἐμελέτησεν. Ὅθεν καὶ παροινήσας, τρέχει πρὸς Ἰουδαίους, λέγει τοῖς παρανόμοις. Τί μοι θέλετε δοῦναι, κᾀγὼ παραδώσω ὑμῖν, εἰς τὸ σταυρῶσαι αὐτόν;

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Ἡ Πόρνη ἐν κλαυθμῷ, ἀνεβόα οἰκτίρμον, ἐκμάσσουσα θερμῶς, τοὺς ἀχράντους σου πόδας, θριξὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς, καὶ ἐκ βάθους στενάζουσα. Μὴ ἀπώσῃ με, μηδὲ βδελύξῃ Θεέ μου, ἀλλὰ δέξαι με, μετανοοῦσαν, καὶ σῶσον, ὡς μόνος φιλάνθρωπος.

Ὁ Οἶκος
Ἡ πρῴην ἄσωτος Γυνή, ἐξαίφνης σώφρων ὤφθη, μισήσασα τὰ ἔργα, τῆς αἰσχρᾶς ἁμαρτίας, καὶ ἡδονὰς τοῦ σώματος, διενθυμουμένη τὴν αἰσχύνην τὴν πολλήν, καὶ κρίσιν τῆς κολάσεως, ἣν ὑποστῶσι πόρνοι καὶ ἄσωτοι, ὧν περ πρῶτος πέλω, καὶ πτοοῦμαι, ἀλλ’ ἐμμένω τῇ φαύλῃ συνηθείᾳ ὁ ἄφρων, ἡ Πόρνη δὲ γυνή, καὶ πτοηθεῖσα, καὶ σπουδάσασα ταχύ, ἦλθε βοῶσα πρὸς τὸν Λυτρωτήν· Φιλάνθρωπε καὶ οἰκτίρμον, ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου ῥῦσαί με.

Οπτικοακουστικό Υλικό

media
Ιδού ο Νυμφίος έρχεται….
Αγιογραφίες / Φωτογραφίες

Της αλειψάσης τον Κύριον μύρω
Της αλειψάσης τον Κύριον μύρω
Της αλειψάσης τον Κύριον μύρω
Της αλειψάσης τον Κύριον μύρω
Της αλειψάσης τον Κύριον μύρω
Της αλειψάσης τον Κύριον μύρω

Σταχυολογήματα ἀπό τό κείμενο «Δήλωση Ἑνότητας» τῆς 10ης Συνέλευσης τοῦ Π.Σ.Ε. στό Πουσάν

Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Διονυσίου Τάτση

Στοὺς κύκλους τῶν σοφῶν οἰκουμενιστῶν παρατηροῦνται μερικὰ φαιδρὰ καὶ ἀπίστευτα πράγματα. Λὲς καὶ δὲν γνωρίζουν τὸ ἀλφάβητο τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας. Τονίζουν καὶ ξανατονίζουν ὅτι οἱ Παπικοὶ καὶ οἱ Προτεστάντες ἀποτελοῦν ξεχωριστὲς «ἐκκλησίες» καὶ δὲν εἶναι αἱρετικοί. Ἐὰν ὅμως συμβαίνει κάτι τέτοιο, γιατὶ διαλέγονται μαζί τους; Ποιὸ εἶναι τὸ ἀντικείμενο καὶ ποιὸς εἶναι ὁ σκοπός; Μήπως ἡ προσπάθειά τους εἶναι γιὰ ἀσήμαντα καὶ ἐπουσιώδη θέματα, μιὰ καὶ δὲν βλέπουν τὶς μεγάλες δογματικὲς διαφορές; Ἀλλὰ γιὰ τὰ ἀσήμαντα τόσος θόρυβος, τόσος κόπος καὶ τόσα ἔξοδα; Δὲν εἶναι παιδαριῶδες αὐτό; Φοβοῦμαι ὅμως ὅτι οἱ οἰκουμενιστὲς δὲν βρίσκουν πνευματικὴ ἀνάπαυση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ ψάχνουν νὰ τὴ βροῦν στοὺς ἑτεροδόξους, στοὺς φιλελεύθερους καὶ ἐκσυγχρονιστὲς ἀδελφούς τους, οἱ ὁποῖοι ὅμως βρίσκονται πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὴ σώζουσα ἀλήθεια. Χωρὶς νὰ δηλώνουν κάτι τέτοιο δημοσίως, τὸ ἀποδέχονται πλήρως καὶ τὸ πετυχαίνουν μερικῶς μὲ τὶς συχνότατες ἐπαφὲς μὲ τοὺς ἑτεροδόξους.  Δυστυχῶς, ἔχουν διαβρωθεῖ τόσο πολύ, ποὺ δὲν ἀντέχουν νὰ βρίσκονται μακριά τους, κλεισμένοι στὴν παραδοσιακὴ Ὀρθοδοξία. Θέλουν τὸν κοσμικὸ χριστιανισμό, ποὺ δὲν ἔχει προέκταση στὴ μετὰ θάνατο ζωή, ἀλλὰ ἁπλῶς ρυθμίζει τὰ ἐφήμερα προβλήματα καὶ διευκολύνει τὴν ἱκανοποίηση τοῦ πάθους τῆς φιλοδοξίας, τῆς φιλοχρηματίας καὶ τῆς φιληδονίας τῶν ἀνθρώπων. Ἀκοῦν γιὰ παραδόσεις καὶ ἀσκητικὸ φρόνημα καὶ χάνουν τὴν εὐθυμία τους. Εἶναι κοσμικοὶ ποιμένες κοσμικῶν προβάτων, μὲ συμβιβασμοὺς καὶ ἰδιόρρυθμους ἠθικοὺς κανόνες, ποὺ δὲν ἔχουν πολλὴ σχέση μὲ τὴ χριστιανικὴ ἠθική. Οἱ οἰκουμενιστὲς δὲν ἀποδέχονται ἐκεῖνο, ποὺ τόνιζε ὁ ἀείμνηστος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς Μιχαὴλ γιὰ τοὺς ἑτεροδόξους, παρόλο ποὺ εἶναι ἁπλὸ καὶ αὐτονόητο καὶ δὲν χρειάζεται φιλοσοφικὴ σκέψη, γιὰ νὰ τὸ κατανοήσει κανείς. Ἔλεγε. «Τὸ Βατικανὸν εἶναι ἡ ἐκκλησία τῶν μεγάλων πλανῶν καὶ τῶν ἐσκεμμένων αἱρέσεων. Ἔχουν τόσον διαστρέψει τὴν ἀμώμητον θρησκείαν τοῦ Χριστοῦ, ὥστε τὴν ἔχουν καταστήσει ἀγνώριστον. Δὲν ὑπάρχει, δι᾽ ἐμὲ τοὐλάχιστον, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ μοναδικὴ ἐλπὶς σωτηρίας τῆς ἀνθρωπότητος εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία.  Καθολικισμὸς καὶ Προτεσταντισμὸς ὁμοῦ ἀποτελοῦν τὴν πλήρη διαστροφὴν τοῦ Χριστιανισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἀλώβητον διατηρεῖ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία». Αὐτὴ εἶναι ὁμολογία πίστεως. Δημοσίως μιλᾶς γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ δὲν διστάζεις νὰ χαρακτηρίσεις αἱρετικοὺς ὅλους ἐκείνους, ποὺ τὴν ἀρνοῦνται. Εἶναι ἀδιανόητο νὰ χαρακτηρίζεις τοὺς ἑτεροδόξους «ἀγαπητοὺς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς», ὅπως χωρὶς καμία ἀναστολὴ κάνουν οἱ οἰκουμενιστές.

πηγή

Η βυζαντινή ἀρχοντοπούλα Κασσιανή ἤ Κασσία ἤ Εἰκασία, ὅπως ἦταν τό πραγματικό της ὄνομα, ἔγινε πασίγνωστη στόν ὀρθόδοξο χριστιανικό κόσμο ἀπό τό ἰδιόμελο Δοξαστικό τῶν ἀποστίχων τῆς Μεγάλης Τρίτης τό βράδυ (Ὄρθρος τῆς Μεγάλης Τετάρτης), τό ὁποῖο συνέθεσε καί μελοποίησε ἡ ἴδια. Στήν ἱστορία δέ τό ὄνομα της ἔγινε γνωστό, ἐξ αἰτίας τῆς εὐφυΐας της, τῆς παρρησίας καί τῆς ἰσχυρῆς προσωπικότητάς της, ὅπως θά δοῦμε στή συνέχεια.

Κόρη ἀνώτερης οἰκογένειας τῆς βυζαντινῆς κοινωνίας γεννήθηκε μεταξύ τοῦ 805 καί 810, ὅπως ὑποστηρίζουν ὁ βυζαντινολόγος Κρουμπάχερ καί ὁ δικός μας ἱστορικός Κων/νος Παπαρρηγόπουλος. Ἔτυχε ὑψηλῆς μόρφωσης καί ἀγωγῆς, γι᾽αὐτό, σύμφωνα πάλι μέ τόν Κρουμπάχερ, εἶχε «ὥριμον νοῦν». Συγχρόνως στολιζόταν, ὅπως μαρτυροῦν οἱ χρονογράφοι τῆς ἐποχῆς, μέ ἔκπαγλη ὀμορφιά. Τά δύο αὐτά χαρακτηριστικά τῆς Κασσιανῆς χάραξαν ἁδρά τήν πορεία της στή ζωή, μιά πορεία πού κινεῖται μεταξύ ἱστορίας καί θρύλου, μεταξύ πραγματικοῦ καί φανταστικοῦ.
Τά ἐξακριβωμένα ἱστορικά στοιχεῖα θέλουν τήν Κασσιανή, ὅταν ἦταν στήν ἡλικία τῶν 24 ἐτῶν περίπου, νά πῆρε μέρος στήν ἐπιλογή συζύγου τοῦ Αὐτοκράτορα Θεόφιλου (829-842), πού ἦταν γιός τοῦ Μιχαήλ Β´ Τραυλοῦ καί ἐπιτροπευόταν ἀπό τή μητρυιά του Εὐφροσύνη, κόρη τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Στ´. Ὅταν λοιπόν ὁ Θεόφιλος θέλησε νά ἐπιλέξει τή σύζυγό του (830) ἡ μητρυιά του Εὐφροσύνη, ἀκολουθώντας τήν παράδοση τῶν Ἀσιατῶν αὐτοκρατόρων, κάλεσε τίς πιό ὄμορφες νέες νά ἔλθουν στά ἀνάκτορα γιά νά ἐπιλέξει ὁ Αὐτοκράτορας Θεόφιλος τή γυναίκα, πού θά ἔκανε σύζυγό του, τήν Αὐτοκράτειρα.
Προσῆλθαν τελικά δώδεκα ὄμορφες νέες στήν αἴθουσα Τρίκλινον τοῦ Ἱεροῦ Ἀνακτόρου, ἀνάμεσα στίς ὁποῖες ἦταν ἡ Κασσιανή καί ἡ Θεοδώρα ἀπό τήν Παφλαγονία. Ἡ Εὐφροσύνη ἔδωσε στό Θεόφιλο ἕνα χρυσό μῆλο, νά τό δώσει σ᾽ αὐτή πού θά ἐπέλεγε γιά γυναίκα του. Ὁ Θεόφιλος πέρασε μπροστά ἀπό τίς ὑποψήφιες Αὐτοκράτειρες, κοιτάζοντάς τις προσεκτικά καί ἐκτιμώντας τήν ὀμορφιά καί τά κάλλη τῆς κάθε μιᾶς. Ὅταν ἔφτασε μπροστά στήν Κασσιανή ἔμεινε κατάπληκτος ἀπό τή σωματική της ὀμορφιά καί σταμάτησε. Πρίν ὅμως τῆς δώσει τό μῆλο, θέλησε νά ἐλέγξει τήν εὐφυΐα της, κάνοντάς της τήν ἐρώτηση:
-Ἐκ γυναικός ἐρρύη τά φαῦλα, ὑπονοώντας τήν παρακοή τῆς Εὔας.
Ἡ Κασσιανή ἐρυθρίασε καί ἀπάντησε, χωρίς νά χάσει τόν αὐτοέλεγχό της, μέ ἑτοιμότητα, σεμνότητα, στόν Αὐτοκράτορα.
-Ἀλλά καί ἐκ γυναικός πηγάζει τά κρείττω, ὑπονοώντας τήν Παναγία μέ τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Αὐτοκράτορας θεώρησε τήν ἀπάντηση τῆς Κασσιανῆς ὑπερφίαλη καί ἐγωιστική, τήν προσπέρασε κι ἔδωσε τό μῆλο στή Θεοδώρα, ἡ ὁποία κέρδισε τό βυζαντινό θρόνο. Τό γεγονός, ὅπως ἦταν φυσικό, λύπησε βαθύτατα τήν Κασσιανή, ἡ ὁποία ἀποφάσισε νά μονάσει, ἐγκαταλείποντας τά ἐγκόσμια. Ἔκτισε μία μονή στά Ὑψωμάθεια τῆς Κωνσταντινούπολης, ὅπου καί μόνασε.
Αὐτά εἶναι τά ἀποδεδειγμένα ἱστορικά στοιχεῖα γιά τήν Κασσιανή. Ἡ ζωή της ὅμως περιπλέχθηκε στό μύθο καί τό θρύλο, πού παρουσιάζουν τό Θεόφιλο νά μή μπορεῖ νά ἀπαλλαχθεῖ ἀπό τόν σφοδρό ἔρωτα, πού τοῦ ἐνέπνευσε ἡ Κασσιανή καί νά ἐξακολουθεῖ νά τήν ποθεῖ παράφορα. Ἔτσι, κατά τήν παράδοση ἐπισκέφθηκε τή Μονή της γιά νά τή συναντήσει. Ἐκείνη τή στιγμή ἡ Κασσιανή βρισκόταν στό κελλί της καί συνέθετε τό τροπάριο πού ψάλλεται κάθε Μεγάλη Τρίτη τό βράδυ στούς χριστιανικούς ναούς καί τόν εἶδε νά προσέρχεται στή Μονή.
Ἐγκατέλειψε τότε τό κελλί της καί κρύφθηκε, γιά νά μήν τήν συναντήσει ὁ Αὐτοκράτορας. Ὁ Θεόφιλος μπῆκε μέσα στό κελλί καί βρῆκε στό τραπέζι της πάνω μισοτελειωμένο τό τροπάριο, τό ὁποῖο εἶχε ἀφήσει στό σημεῖο ἐκεῖνο, πού ἀναφέρει: «…καταφιλήσω τούς ἀχράντους Σου πόδας, ἀποσμήξω δέ τούτους πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις· ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τό δειλινόν…» διάβασε τό ποίημα καί πρόσθεσε: «κρότον τοῖς ὠσίν ἠχηθεῖσα τῷ φόβῳ ἐκρύβη…» ἀποτυπώνοντας ἔτσι τή φυγή τῆς Κασσιανῆς στόν ἐρχομό του.
Σέ μετάφραση τοῦ Ἰωάννη Πολέμη οἱ στίχοι αὐτοί ἔχουν ὡς ἑξῆς: « …τ᾽ ἀνέγγιχτα τά πόδια Σου ἄφες νά τά φιλήσω καί νά σφογγίσω τά φιλιά μέ τά πλεχτά μαλλιά μου. Τά πόδια πού σάν ἄκουσε τόν κρότο τους ἡ Εὔα τό δειλινό μές τήν Ἐδέμ… ἐκρύφτηκε ἀπό φόβο…».
ταν ἔφυγε ὁ Αὐτοκράτορας, κατά τό θρύλο πάντοτε, καί ἡ Κασσιανή γύρισε στό κελί της, βρῆκε τόν πρόσθετο στίχο στό ποίημά της, τόν ὁποῖο καί δέν ἀφαίρεσε, ἀλλά συνέχισε καί τελείωσε τό ἔργο της, πού ἔμελλε νά τήν κάμει γνωστή ἀνά τούς αἰῶνες. Ἀνάμεσα στά στοιχεῖα πού παρεισέφρησαν στήν ἱστορία τῆς Κασσιανῆς εἶναι καί τό ὅτι τό τροπάριο αὐτό ἀφοροῦσε τήν ἴδια. Αὐτό εἶναι ἀναληθέστατο.
Ἡ Κασσιανή ὑπῆρξε ὑπόδειγμα ἀρετῆς σ᾽ ὅλη της τή ζωή. Τό τροπάριο ἀναφέρεται στή Μαγδαληνή, ἡ ὁποία ἄλειψε μέ μύρα τά πόδια τοῦ Χριστοῦ δύο μέρες πρίν ἀπό τόν ἐνταφιασμό του καί ὕστερα τά σφούγγισε μέ τά μαλλιά της. Τό τροπάριο αὐτό, πού ἔγινε τό ἰδιόμελο δοξαστικό τῶν ἀποστίχων τῆς Μεγάλης Τρίτης καί κατέστη περιλάλητο στόν ὀρθόδοξο κόσμο, ἀποτελεῖ, ἀναντίρρητα, τήν κορωνίδα τῆς βυζαντινῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνογραφίας.
Ἡ Κασσιανή ὅμως δέν ἔγραψε μόνο αὐτό τό ποιητικό βυζαντινό ἀριστούργημα, ἀλλά συνέθεσε καί πλῆθος ἄλλων θρησκευτικῶν ποιημάτων, πού ἔχουν ἄφθαστο ἐπίσης λυρισμό καί μεγάλη ποιητική δύναμη. Ἀπ᾽ αὐτά ξεχωρίζει τό δοξαστικό τῶν Χριστουγέννων «Αὐγούστου μοναρχήσαντος ἐπί τῆς γῆς…», τό ὁποῖο ὁ Κρουμβάχερ κατονομάζει «σφόδρα πρωτότυπον». Σ᾽ αὐτή ἐπίσης ἀποδίδονται οἱ τέσσερις πρῶτοι εἱρμοί τοῦ κανόνα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, καθώς καί πλῆθος ἄλλων ἐκκλησιαστικῶν ὕμνων, γνωμικῶν καί ἐπι- γραμμάτων.
Τό ἔξοχο τροπάριο τῆς Κασσιανῆς δέν μποροῦσε νά ἀφήσει ἀσυγκίνητους τούς μεγάλους νεοέλληνες ποιητές, οἱ ὁποῖοι, γοητευμένοι ἀπό τήν τέχνη του, τό μετέφεραν στή νεοελληνική ποίηση ἐπίσης μέ ἐπιτυχία. Τά σπουδαιότερα ἀπ᾽ αὐτά εἶναι δύο τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ καί τοῦ Ἰωάννη Πολέμη, τά ὁποῖα καί παραθέτομε.
1. Κωστῆ Παλαμᾶ
Κύριε, γυναίκα ἁμαρτωλή, πολλά
πολλά, θολά, βαριά τά κρίματά μου.
Μά, ὦ, Κύριε πῶς ἡ θεότη Σου μιλᾶ
μές στήν καρδιά μου.
Κύριε, προτοῦ Σέ κρύψει ἡ ἐντάφια γῆ,
ἀπό τή δροσαυγή λουλούδια πῆρα
κι ἀπ᾽ τῆς λατρείας τήν τρίσβαθη πηγή
Σοῦ φέρνω μύρα.
Οἶστρος μέ σέρνει ἀκολασίας. Νυχτιᾶς
σκοτάδι ἀφέγγαρο, ἄναστρο μέ ζώνει
τό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας. Φωτιά μέ καίει,
μέ λυώνει.
Ἐσύ, πού ἀπό τά πέλαα τά νερά
τά ὑψώνεις νέφη, πᾶρέ τα, Ἔρωτά μου.
Κυλᾶνε, εἶναι ποτάμια φλογερά τά δάκρυά μου.
Γύρε σ᾽ ἐμέ. Ἡ ψυχή μου πῶς πονεῖ!!
Δέξου μέ, Ἐσύ, πού δέχτηκε καί γεῖραν
ἄφραστα ἐδῶ κάτου οἱ οὐρανοί
καί σάρκα πῆραν.
Στ᾽ ἄχραντά Σου τά πόδια, Βασιλιά
μου Ἐσύ, θά πέσω καί θά στά φιλήσω
καί μέ τῆς κεφαλῆς μου τά μαλλιά
θά τά σφουγγίσω.
Τ’ ἄκουσε ἡ Εὔα μές στό ἀποσπερνό
τοῦ παραδείσου φῶς ν᾽ ἀντικυπᾶνε
κι ἀλαφιασμένη κρύφτηκε. Πονῶ
σῶσε, ἔλεος κάνε.
Ψυχοσώστη οἱ ἁμαρτίες μου λαός,
τ᾽ ἀξεδιάλυτα ποιός θά ξεδιαλύσει
ἀμέτρητό Σου τό ἔλεος ὁ Θεός
ἄβυσσο ἡ κρίση.
2. Ἰωάννη Πολέμη
Χριστέ, γυναίκα πού ἔπεσε σέ χίλιες ἁμαρτίες,
σάν ἄκουσε, σάν ἔνοιωσε τή θεϊκή σου χάρι,
μέ μυροφόρου φόρεμα, στά δάκρυα πνιγμένη,
πρίν νά Σέ θάψουνε στή γῆ, μύρα γλυκά σοῦ φέρνει.
Ὠιμέ, φωνάζει ὁλόγυρα, νύκτα ᾽νε, νύκτα μαύρη,
νύκτα π᾽ ἀνοίγει καί κεντᾶ τούς σαρκικούς μου πόθους,
καί σκοτεινή κι ἀσέληνη, τῆς ἁμαρτίας ἔρως.
Δέξου, Χριστέ, τά δάκρυα, τά δάκρυα πού χύνω.
Σύ, πού τραβᾶς στά σύννεφα, τῆς θάλασσας τό κύμα.
Λυγίσου, γύρε τή καρδιά στούς ἀναστεναγμούς μου,
Σύ, πού ᾽γυρες στούς οὐρανούς στή γέννησή Σου ἀπάνω.
Τ᾽ ἀνέγγιχτα τά πόδια Σου ἅφες νά τά φιλήσω
καί νά σφογγίσω τά φιλιά μέ τά πλεχτά μαλλιά μου.
Τά πόδια, πού σάν ἄκουσε τόν κρότο τους ἡ Εὔα.
Τό δειλινό μές στήν Ἐδέμ ἐκρύφτηκε ἀπό φόβο.
Ταῖς τόσαις ἁμαρτίαις μου, τή φοβερή Σου κρίση
ποιός νά μετρήσει δύναται, Σωτήρ μου ψυχοσώστη;
Μή μέ θωρεῖς ἀδιάφορη τήν ταπεινή Σου δούλη,
Ἐσύ, πού ἔχεις σάν θεός ἀμέτρητη εὐσπλαχνία.
( Ἡ ὀρθογραφία τῶν ποιητῶν)
Ἡ Κασσιανή κατέλαβε ἐξέχουσα θέση στήν ἐκκλησιαστική ὑμνολογία τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας καί μπορεῖ ἐξ αἰτίας τῆς εὐστροφίας, τῆς ἑτοιμολογίας καί τῆς τόλμης της, νά ἔχασε τό βυζαντινό θρόνο, τόν ὁποῖον ἀπόλαυσε ἡ Θεοδώρα, κέρδισε ὅμως τόν θρόνο τῆς οὐράνιας βασιλείας. Ἔγινε ὑμνωδός καί μελωδός τοῦ Ὑψίστου. Ὡστόσο καί ἡ Θεοδώρα δέν ὑστέρησε. Συνέβαλε ἀποφασιστικά στήν ὁμαλή πορεία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Στή Σύνοδο τοῦ 843 μ.Χ. ἔπαιξε καθοριστικό ρόλο στή ρύθμιση τοῦ προβλήματος τῆς εἰκονομαχίας καί εἰκονολατρίας, πού ἔφερε στό Βυζάντιο καί τήν Ἐκκλησία τήν ἡσυχία καί τήν ἠρεμία.
Δύο γυναῖκες μέ δύο διαφορετικές πορείες, ἀλλά μέ παρόμοιο στόχο καί σκοπό, τήν ἀνάταση τῆς ψυχῆς πρός τόν Ὕψιστο καί τήν καθησύχαση τῶν ἐρίδων στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας.
Γιάννη Γ. Χρηστάκη,
Ἐπίτ. Σχολ. Συμβούλου
πηγή : Ἄγκυρα Ἐλπίδος
Διμηνιαῖο Ὀρθόδοξο Περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας.

 «Πάτερ, ἔχω τριάντα χρόνια πού δέν ἔφαγα κρέας».

Ὁ δέ Μακάριος τοῦ ἀποκρίθηκε∙

«Τό ἑξῆς πληροφόρησέ με,τέκνον, πόσες μέρες ἔχεις πού δέν κατελάλησας τόν ἀδελφό σου, οὔτε βγῆκε λόγος ἀργός ἀπό τό στόμα σου».

Ὁ δέ ἀδελφός, ὅταν ἄκουσε αὐτά, ἔβαλε μετάνοια λέγοντας∙

«Κάνε προσευχή, Πάτερ, γιά νά βάλω ἀρχή».

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 98 other followers