Η γεύση του ξυδιού ( Μια ιστορία από την ορθόδοξη εκκλησία της Κένυας ).

Όσο η ψυχή του ανθρώπου στερείται των υλικών αγαθών, τόσο ο Θεός ενισχύει αυτήν και την προετοιμάζει για μια ανάταση πνευματική και ζωή μακαριότητας, ειρήνης και αθωότητας. Ακόμα, βλέπει κανείς, ότι ο αγώνας της ψυχής αυτής είναι μια πνευματική άσκηση κι ας φαίνεται κουρασμένη, ταλαιπωρημένη και δυστυχισμένη. Στο τέλος, μπαίνει σ’ εκείνη την ευφορία της ακατονόμαστης πληθωρικής ταπείνωσης και χαράς ανεκλάλητου.

DSCN0934l

Αξίζει να τονίσουμε ότι το φαγητό, η πολλή τροφή, συνήθως μας κάνει δούλους του σώματός μας –γιατί πιστεύουμε ότι, όσο πιο πολλά κιλά βάζουμε, τόσο πιο ασφαλείς και υγιείς θα αισθανόμαστε. Αλλά αλίμονο! Το αντίθετο συμβαίνει. Θα υποφέρουμε από το πάχος, το οποίο, τελικά, μας κάνει δυσκίνητους, άρρωστους και δυστυχισμένους. Αλλά δυστυχώς είμαστε δούλοι των παθών μας εκ πεποιθήσεως και πείσματος, θεωρώντας πως ο,τι σχετίζεται με το υλικό τμήμα της ύπαρξής μας είναι το σημαντικότερο, το πιο απαραίτητο. Όμως, δεν είναι αυτή η πραγματικότητα. Στερούμαστε της μοναδικής και αναντικατάστατης πνευματικής τροφής που βγαίνει μέσα από τη συμμετοχή μας στα μυστήρια της Εκκλησίας, μέσω των οποίων αγιαζόμαστε και αναγεννιόμαστε. Μόνο αυτή τη στιγμή θα αναβλέψουμε και θα δούμε φως που πηγάζει από τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.

Ζούμε, καθημερινά, εδώ στο χώρο της Ιεραποστολής μας, αληθινές μέρες και αυθεντικές στιγμές από την πρώτη χριστιανική ώρα. Κηρύττουμε το Ευαγγέλιο του Χριστού μας, ιδιαίτερα στις ταπεινές και αθώες ψυχές των μικρών παιδιών. Μέσα από την παιδεία, τη μόρφωση, όπου συναντώνται ακαδημαϊκή γνώση και θρησκεία, διδάσκεται η Ορθόδοξη πίστη.

Στο σχολείο μας, που στεγάζεται στην αυλή της Μητρόπολης, μαζεύονται καθημερινά 450 παιδάκια από φτωχές οικογένειες. Ίσως τα πιο πολλά να μην έχουν γονείς, ή ακόμη να ζούν μόνο με ένα γονιό, κυρίως τη μητέρα τους. Φτωχά πλασματάκια! Θα νόμιζε κανείς και θα το έλεγε χωρίς δεύτερη σκέψη: δυστυχισμένα. Όμως, η δυστυχία τους αυτή κρύβει κάτι πολύτιμο, κρύβει ένα θησαυρό. Βιώνουμε μαζί τους, καθημερινά, τον πόνο τους και προσπαθούμε να τους βοηθήσουμε όσο μπορούμε να τον απαλύνουμε. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν αρκετοί για τη σοβαρότητα, την επιμέλεια και την αφοσίωσή τους στο Χριστό και την Ορθοδοξία. Η ηλικία αυτή είναι το καλύτερο και ασφαλέστερο σημείο αναφοράς.

IMG_0417

Ο Παύλος είναι ένας από αυτούς. Είναι χαρισματικός. Είναι φτωχότατος. Αν τον δείτε, θα νομίζετε ότι είναι διά Χριστόν σαλός, γιατί είναι ντυμένος με κουρέλια και ακατάστατος στην εμφάνισή του. Ζεί με τη μητέρα του, η οποία, για να τον μεγαλώσει, έχει στήσει ένα μικρό λαχανοπωλείο στην άκρη του δρόμου, ακριβώς στην είσοδο της Πατριαρχικής μας Σχολής. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζει ελάχιστα χρήματα, φυσικά, για την επιβίωσή τους. Εμείς προσφέρουμε δωρεάν σχολείο, πρωινό και μεσημεριανό. Ο μικρός αυτός, εκτός των άλλων προσόντων, είναι πρώτος στην τάξη. Δεν απουσιάζει ποτέ από τις καθημερινές ιερές ακολουθίες, που τελούνται πρωί και βράδυ στο ναό της Αγίας Σοφίας. Έχει μια θαυμάσια λεπτή φωνή –είναι μόνο έντεκα χρονών. Είναι συνήθως στη χορωδία των ιεροσπουδαστών και όλοι μένουν έκθαμβοι, γιατί γνωρίζει άριστα τους ήχους. Είναι πανευτυχής, γιατί φαίνεται να γνωρίζει καλύτερα από εμάς το μυστικό της πραγματικής ευτυχίας.

Μια μέρα, μετά τον εσπερινό, με ακολούθησε στο γραφείο μου. Απανωτές οι ερωτήσεις που είχαν σχέση με τον Χριστό, τους Αποστόλους και, γενικότερα, την Ορθοδοξία. Εκεί, λοιπόν, που συζητούσαμε, τον πρόσεξα ότι προβληματιζόταν με τις απαντήσεις μου. Μού εξήγησε με σοβαρότητα, ότι προγραμματίζει στη ζωή του να γίνει ιερέας και σπουδαίος θεολόγος, γι’ αυτό θέλει να προετοιμαστεί. Η συζήτησή μας συνεχίστηκε και ο νεαρός έδειχνε ικανοποιημένος. Τον προσκάλεσα στην κουζίνα, για να του προσφέρω κάτι να φάει, γιατί κατάλαβα ότι πεινούσε. Πάνω στο τραπέζι, υπήρχαν δύο μπουκαλάκια. Το ένα περιείχε λάδι και το άλλο ξίδι. Ρώτησε, λοιπόν:

—Τι είναι εκείνο στο μπουκάλι;
—Είναι ξύδι, το οποίο χρησιμοποιούμε, για να γίνεται το φαγητό πιο νόστιμο.
—Δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου.
—Εμείς το χρησιμοποιούμε συχνά και για θεραπευτικούς λόγους, αναμειγνύοντάς το με χώμα.

Προβληματισμένος, τότε, είπε:

—Δηλαδή, αν κατάλαβα καλά, αυτό είναι το ξύδι που έδωσαν στον Χριστό, όταν ήταν στο Σταυρό;
—Ακριβώς αυτό.
—Μπορώ να το δοκιμάσω;
—Και φυσικά.

Τότε γέμισα ένα κουταλάκι με ξίδι και το δοκίμασε. Η αντίδρασή του ήταν ολοφάνερη. Δεν του άρεσε η γεύση. Καί σχολίασε το εξής:

Σκέφτηκα ότι θα ήταν καλό να γνωρίζω πως αισθάνθηκε ο Χριστός όταν του το έδωσαν. Ήθελα κι εγώ να δω πόσο δυσκολεύτηκε ο Κύριος εκείνη την τρομερή στιγμή, όταν ήταν στο Σταυρό. Τώρα, κατάλαβα πόσο πόνεσε και υπέφερε.

Ο Κένυας Μακάριος

https://ierapostoli.wordpress.com/2015/05/20/history_orthodox_kenya_1/

ΗΠΑ: Η αποδόμηση των φύλων. Καταργούνται πλέον οι έννοιες ‘αγόρι’ και ‘κορίτσι’ για τα σχολεία της Virginia


Η «πρόοδος» που ήρθε στην Σουηδία εξαπλώνεται σιγά – σιγά σε όλον τον «προοδευτικό» κόσμο. Δεν θα γλυτώσουμε εμείς βέβαια.
Μια από τις μεγαλύτερες σχολικές περιφέρειες των ΗΠΑ ετοιμάζεται να περιλάβει «την ταυτότητα του φύλου» (“gender identity”) στη διδακτέα ύλη, στην οποία θα συμπεριλαμβάνεται μάθημα σχετικά με τη «σεξουαλική ρευστότητα» και το «σεξουαλικό φάσμα» – την ιδέα ότι δεν υπάρχει «100 τοις εκατό αγόρι» ή «100 τοις εκατό κορίτσι»! (Όλα είναι στο μυαλό…)
Τα Δημόσια Σχολεία της Επαρχίας Fairfax κυκλοφόρησαν μια έκθεση με συστάσεις για αλλαγές στο πρόγραμμα σπουδών οικογενειακής ζωής για τις τάξεις 7 έως 12. Οι αλλαγές, που οι κριτικοί αποκαλούν «ριζοσπαστική ιδεολογία του φύλου», θα εισαχθεί επίσημα την επόμενη εβδομάδα.
«Η ευρύτερη εικόνα είναι αυτό είναι πραγματικά μια επίθεση στην ίδια τη φύση», δήλωσε ο Peter Sprigg του Family Research Council.

Συνέχεια ανάγνωσης

Μια μάνα νόμιζε ότι έχασε για πάντα τον γιο της – Μέχρι που ανακάλυψε κάτι…

1
Η Σάλλυ πετάχτηκε από τη καρέκλα της μόλις είδε το γιατρό να βγαίνει από το χειρουργείο Τον πλησίασε και του είπε: «Πώς είναι το παιδί μου; Είναι καλά; Πότε θα μπορέσω να το δω;»
Ο χειρουργός της είπε, «Λυπάμαι. Κάναμε ό, τι μπορούσαμε, αλλά το αγόρι σας δεν θα τα καταφέρει.
“Η Σάλλυ έσκυψε το κεφάλι και ψιθύρισε με θλιμμένη φωνή, «Γιατί τα μικρά παιδιά παθαίνουν καρκίνο; Γιατί δεν κάνει κάτι ο Θεός για αυτά; Γιατί τα αφήνει να πεθάνουν τόσο μικρά;»
Ο χειρουργός δεν της απάντησε. Την άφησε για λίγο να ηρεμήσει και την ρώτησε, «Θέλετε να μείνετε για λίγο μόνη με τον γιο σας; Μια από τις νοσηλεύτριες θα σας οδηγήσει να τον δείτε για λίγα λεπτά, πριν τον μεταφέρουμε στο πανεπιστήμιο” .
Η Σάλλυ ζήτησε από τη νοσοκόμα να μείνει μαζί της, καθώς αποχαιρετούσε για πάντα το παιδί της. Χάιδεψε με αγάπη τα πυκνά μαύρα μαλλιά του ενώ του ψιθύριζε πόσο τον αγαπούσε.
Μια μάνα νόμιζε ότι έχασε για πάντα τον γιο της. Μέχρι που ανακάλυψε κάτι.
«Θα θέλατε μια τούφα από τα μαλλιά του;» ρώτησε η νοσοκόμα.
Η Σάλλυ της έγνεψε καταφατικά. Η νοσοκόμα έκοψε μια τούφα από τα μαλλιά του αγοριού, την έβαλε σε ένα πλαστικό σακουλάκι που στη συνέχεια παρέδωσε στην καταρρακωμένη μητέρα.
«Ήταν ιδέα του Τζίμι να δωρίσει το σώμα του στο πανεπιστήμιο για μελέτη», μουρμούρισε η Σάλλυ. «Πίστευε ότι έτσι θα μπορούσε να βοηθήσει κάποιο άλλο παιδί να ζήσει. Του είπα όχι στην αρχή, αλλά ο Τζίμι επέμενε. «Μαμά, εγώ δεν θα το χρησιμοποιήσω αφού πεθάνω. Μπορεί όμως να βοηθήσει κάποιο άλλο μικρό αγόρι να περάσει μια ακόμη μέρα με τη μαμά του» . Το παιδί μου είχε μια καρδιά από χρυσό. Πάντα σκέφτονταν τους άλλους. Πάντα ήθελε να προσφέρει ότι είχε στους άλλους. »
Η Σάλλυ περπάτησε στο διάδρομο της παιδιατρικής πτέρυγας για τελευταία φορά έπειτα από έξι ολόκληρους μήνες όπου ζούσε κυριολεκτικά σε αυτή. Έβαλε σε μια τσάντα όλα τα υπάρχοντά του Τζίμι και τα μετέφερε στο αυτοκίνητο της.
Η διαδρομή προς το σπίτι δεν ήταν καθόλου εύκολη. Πιο δύσκολο όμως ήταν να μπει στο άδειο πλέον σπίτι.
Πήρε την τσάντα με τα υπάρχοντά του Τζίμι και την τούφα από τα μαλλιά του και τα μετέφερε στο δωμάτιο του. Τα μαλλάκια του τα τοποθέτησε κάπου που να τα βλέπει συνέχεια, πάνω στο ράφι που είχε τα αυτοκινητάκια του. Έπειτα ξάπλωσε στο κρεβατάκι του, πήρε σφιχτά αγκαλιά το μαξιλάρι του και έκλαιγε με λυγμούς μέχρι που αποκοιμήθηκε από την κούραση.
Ήταν γύρω στα μεσάνυχτα, όταν η Σάλλυ ξύπνησε. Σηκώθηκε με δυσκολία, έβαλε ένα ποτήρι νερό και ξαναγύρισε στο άδειο παιδικό δωμάτιο. Άνοιξε τη τσάντα με τα πράγματα του Τζίμι και άρχισε να τακτοποιεί τα ρούχα του στη ντουλάπα. Σαν να μην είχε συμβεί ότι είχε συμβεί. Σαν να μην είχε φύγει για πάντα.
Τότε το είδε.
Διπλωμένο μέσα σε μια τσέπη από τα παντελόνια του υπήρχε ένα διπλωμένο χαρτί. Το άνοιξε με θρησκευτική ευλάβεια και το διάβασε:
«Αγαπημένη μου μαμά,
Αν το διαβάζεις αυτό, τότε δεν τα κατάφερα να είμαι και πάλι μαζί σου. Το ξέρω ότι θα σου λείψω. Και μένα θα μου λείψεις πολύ αλλά δεν θα σταματήσω ποτέ να σε αγαπώ. Όπου και να βρίσκομαι θα σ “αγαπώ για πάντα μαμά, κάθε μέρα όλο και περισσότερο. Κάποτε θα βρεθούμε ξανά και πάλι. Μέχρι τότε όμως, αν θέλεις, μπορείς να υιοθετήσεις ένα μικρό αγόρι και έτσι δεν θα νιώθεις τόση μοναξιά. Να το κάνεις μαμά, εγώ δεν έχω κανένα πρόβλημα. Μπορεί αν θέλει να πάρει το παλιό μου δωμάτιο και όλα τα παιχνίδια μου για να παίζει.
Αλλά αν αποφασίσεις να υιοθετήσεις κορίτσι, μάλλον δεν θα του αρέσουν τα πράγματα μου. Θα πρέπει να της αγοράσεις κούκλες και άλλα τέτοια κοριτσίστικα πράγματα.
Να μην λυπάσαι όταν με σκέφτεσαι μαμά. Να θυμάσαι όλες εκείνες τις όμορφες στιγμές που ζήσαμε μαζί και να γελάς.
Θυμάσαι τότε που γέμισα όλη τη κουζίνα με αλεύρι γιατί προσπαθούσα να σου φτιάξω κέικ; Εσύ αντί να με μαλώσεις, άρχισες να γελάς τόσο πολύ όταν με είδες, που νόμιζα ότι θα πάθεις κάτι. Ή και τότε που έσπασα το παράθυρο της κουζίνας με τη μπάλα μου και σου είπα ότι το έκανε η γάτα μας; Το ήξερες ότι το είχα κάνει εγώ αλλά δεν μου φώναξες. Ποτέ σου δεν μου φώναξες μαμά. Ήσουν η καλύτερη μαμά που θα μπορούσα να έχω και σε ευχαριστώ τόσο πολύ για αυτό.
Ξέρω ότι εκεί που θα πάω δεν θα είναι άσχημα. Πόσο άσχημα άλλωστε μπορεί να είναι αφού εκεί βρίσκονται η γιαγιά και ο παππούς; Θα με προσέχουν αυτοί και για αυτό δεν πρέπει να ανησυχείς καθόλου για μένα. Θα με ξεναγήσουν εκείνοι σε όλο τον ουρανό και όποτε μπορούμε θα πεταγόμαστε για λίγο στη Γη για να σου δίνω κλεφτά ένα φιλί στο μάγουλο την ώρα που κοιμάσαι.
Φαντάζεσαι μαμά να βρω κάπου εκεί στον ουρανό και τον Ντακ το σκυλάκι μας; Δεν θα ήταν τέλεια να μου γλύφει το πρόσωπο και να με ξυπνάει όπως παλιά; Θυμάσαι;
Αλλά ο λόγος που σου γράφω περισσότερο αυτό το γράμμα μαμά είναι για να σου θυμίσω ότι δεν πρέπει να χάσεις τη πίστη σου στο Θεό επειδή έχασες εμένα. Ένα βράδυ που ξύπνησα, σε άκουσα να κλαις δίπλα μου και να του μιλάς. Του έλεγες ότι δεν είναι σωστό να με πάρει κοντά του και τον ρωτούσες «Πού είσαι όταν σε χρειάζομαι;»
Εκείνος όμως βρέθηκε στην ίδια θέση με εσένα όταν ο γιος του ήταν πάνω στο σταυρό. Ήταν εκεί, και είναι εκεί για όλα τα παιδιά του. Εσύ μου το έμαθες αυτό.
Ελπίζω τώρα που θα πάω εκεί ψηλά να σταματήσω να πονάω. Δεν τον αντέχω άλλο αυτόν τον πόνο μαμά.
Θα σε αγαπώ για πάντα!
Τζίμι
ΥΓ. Τα μεσημέρια ελπίζω να φτιάχνουν μακαρόνια με κιμά όπως τα έφτιαχνες εσύ. Θα μου λείψουν μαμά, όπως θα μου λείψεις πολύ και εσύ.»
Η Σάλλυ δίπλωσε το χαρτί, το τοποθέτησε πλάι στη τούφα από τα μαλλιά του γιου της, εκεί δίπλα στα αυτοκινητάκια του και σηκώθηκε όρθια. Σκούπισε τα μάτια της, ίσιωσε τους ώμους της και άνοιξε όλα τα παράθυρα του σπιτιού.
«Για να μπορεί να μπει στο σπίτι όταν έρθει», σκέφτηκε.
Πηγή: tro-ma-ktiko.blogspot.gr

Ὁ λειτουργικὸς ἀσπασμὸς Πάπα καὶ Πατριάρχου: Ἀπαράδεκτη ἐνέργεια

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

Οἱ οἰκουμενιστικὲς ­ἐκδηλώσεις ποὺ σκανδαλίζουν τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ ὑπῆρξαν καὶ κατὰ τὸ ἐφετινὸ Πάσχα πολλές. Ὅμως ὁ μέγιστος σκανδαλισμός του εἶναι ­ἐκεῖ­νος τοῦ περασμένου Νοεμβρίου. Ὁ λαὸς δηλαδὴ τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι «ὁ φύλαξ τῆς Ὀρθο­δοξίας», κατὰ τὴν ἀπάντηση τῶν Ὀρ­θοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς πρὸς τὸν πάπα Πῖο Θ΄ (6 Μαΐου 1848), διερωτᾶται: Πῶς ὁ Οἰκουμενι­κὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος ἀντήλλαξε ἀσπασμὸ μὲ τὸν Πάπα κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Ὀρθοδόξου Θείας Λειτουργίας στὴν Κωνσταντινούπολη τὴν 30ὴ Νοεμβρίου 2014;

Τὸ ἐρώτημά του ἔχει ἤδη μεταβληθεῖ σὲ μέγιστο σκανδαλισμό. Ὁ ἀσπασμὸς αὐτὸς δὲν ἦταν ὁ πρῶ­τος. Προηγήθηκε δυστυχῶς καὶ ἄλ­­­λος ὅμοιος μὲ αὐτὸν κατὰ τὴν ἀντίστοιχη ἐπίσκεψη στὴν Κωνσταντινούπολη τοῦ προηγούμενου πάπα Βενε­δί­­κτου. Ἔχει ὅμως δίκιο ὁ λαὸς νὰ αἰ­­­­­­­σθάνεται σκανδαλισμένος; Ἂς δοῦμε τὸ θέμα μέσα στὸ λειτουργικὸ πλαίσιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.

Πότε δίδεται ὁ λειτουργικὸς ἀσπα­σμὸς τῆς ἀγάπης κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία; Δίδεται πρὶν ­ἀκολουθήσει ἡ ὁμολογία τῆς πίστεως, τὸ «Πιστεύω…». Ἔπειτα ἀκριβῶς ἀπὸ τὴν ἐκ­φώνηση ἀ­­­­­πὸ τὸν διάκονο ἢ τὸν ἱερέα ­«Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους, ἵνα ἐν ­ὁμονοίᾳ ὁμολογήσω­μεν». ­Προκειμένου δηλαδὴ νὰ ὁμο­λογήσουμε τὴν ­Ὀρθόδοξη πίστη μας, ἀπαραίτητος ὅρος εἶναι νὰ ­ἀγαποῦμε ἀληθινὰ ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Γι’ αὐ­τὸ καὶ στὴ συνέχεια ὅλοι οἱ ­πιστοὶ μὲ ἕνα στόμα, μὲ μιὰ καρδιὰ καὶ μὲ μιὰ ψυ­­χὴ ὁμολογοῦμε μὲ τὸ Σύμβολο τῆς Πί­στεως τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας, τὴν ἀ­­­λή­θεια γιὰ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ τὴν Ἐκ­κλησία Του. ­Ἄλλωστε ἡ ἀγάπη βασίζεται, ἢ καλύτερα προϋ­­­ποθέτει τὴν ἀλήθεια. Ἡ δὲ θυσία, ἡ ὁ­­­ποία πρόκειται νὰ προσφερθεῖ στὴ συ­νέχεια, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν θυσία ἀγάπης. Ὁ ἀνα­μάρτητος Κύριός μας ­σταυρώθηκε ἀπὸ ἄμετρη ἀγάπη πρὸς τὸν ­ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο. Συγκαταβαίνει δὲ νὰ θυσιάζεται καὶ ὑπὸ τὰ εἴδη τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου ταπεινούμενος σὲ κάθε Θεία Λειτουργία μπροστὰ στὰ μάτια μας ἕνεκα τῆς ἄπειρης ἀγάπης Του πρὸς ἐμᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς. Πῶς λοιπὸν θὰ τολμήσουμε νὰ Τὸν ἀτενίσουμε πάνω στὴν ἁγία καὶ θαυμαστὴ Τράπεζα τῆς ἀγάπης Του χωρὶς ὁμόνοια καὶ ἀγάπη μεταξύ μας;

Παλαιότερα ὁ ἀσπασμὸς τῆς ἀγάπης γινόταν μεταξὺ ὅλου τοῦ ἐκκλησιάσματος. Στὸ Ἅγιο Βῆμα οἱ­ ­κληρι­κοὶ ἀσπάζονταν τὸν ἐπίσκοπο καὶ ἀ­­­πὸ ἐκεῖ μετέδιδαν τὸν ἀσπασμὸ στοὺς ἔξ­­­ω ἀπὸ τὸ Ἱερὸ Βῆμα πιστούς, ὁ­­­­­­­­πό­­τε ἀκολουθοῦσε ὁ ἀσπασμὸς ὅλων τῶν πιστῶν. Ἀσπάζονταν ­χωριστὰ οἱ ἄν­δρες τοὺς ἄνδρες καὶ χωριστὰ οἱ γυναῖκες τὶς γυναῖκες. Ὁ καθηγητὴς Παν. Τρεμπέλας στὸ περισπού­δαστο ἔργο του Αἱ Τρεῖς Λειτουργίαι κατὰ τοὺς ἐν Ἀθήναις Κώδικας σημειώνει καὶ τοῦτο: «Κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἀσπασμοῦ καὶ κατὰ τὸ πέρας αὐτοῦ τὰ μὲν παιδία, κατὰ τὰς Ἀποστολικὰς Διαταγὰς» στέκονταν κοντὰ στὸ Ἱερὸ Βῆμα καὶ δίπλα τους βρισκόταν ἕνας διάκονος γιὰ νὰ μὴν ἀτακτοῦν, ἄλλοι δὲ διάκονοι περιφέρονταν καὶ πρόσεχαν «τοὺς ἄνδρας καὶ τὰς γυναῖκας, ὅπως μὴ θόρυβός τις γένηται καὶ μή τις νεύσῃ ἢ ψιθυρίσῃ ἢ νυστάξῃ». Ἄλλοι ­διάκονοι ἐπίσης στέκονταν στὶς θύρες τῶν ἀν­δρῶν, καὶ ὑποδιάκονοι στὶς θύρες τῶν γυναικῶν, προσέχοντας νὰ μὴν ἀνοιχθεῖ ἡ θύρα καὶ βγεῖ ἔξω κατὰ τὴν ὥ­­ρα τῆς Ἀναφορᾶς κάποιος πιστός. ­Ἀκολουθοῦσε τότε νέα ­πρόσκληση τοῦ διακόνου ποὺ ἔλεγε: «Μή τις τῶν ­κατηχουμένων. Μή τις τῶν ­ἀκροωμέ­νων. Μή τις τῶν ἀπίστων. Μή τις τῶν ἑ­­τεροδόξων. Μή τις ἐν ὑποκρίσει. Ὀρ­θοὶ πρὸς ­Κύριον με­τὰ φόβου καὶ τρόμου ἑστῶτες ὦμεν προσφέρειν». Ἄς εἴμαστε ὄρθιοι γιὰ νὰ προσφέρουμε τὴ θυσία. Μετὰ τὴν πρό­σκληση αὐτὴ γινόταν «νέα ἐκκαθάρισις τοῦ ἐκκλησιάσματος». Ἀπὸ αὐ­­­­­­τά, γράφει ὁ Παν. Τρεμπέλας, ἀν­τι­­λαμ­βάνεται κανεὶς τὴν ἔννοιαν τῶν προτροπῶν τοῦ διακόνου ποὺ ἀκοῦμε καὶ σήμερα: ‘‘Τὰς θύρας, τὰς θύρας…’’ καὶ ‘‘Στῶμεν καλῶς’’»1.

Σημειώνουμε ὅτι τὸ φίλημα τῆς εἰρήνης, ἢ ὁ ἀσπασμὸς τῆς ­ἀγάπης, συναντᾶται σ’ ὅλες τὶς ἀρχαῖες ­Λειτουργίες. Τὴν ἀρχαιότερη ­μαρτυρία τὴ συν­αν­τοῦμε στὸν ἅγιο Ἰουστῖνο τὸν φιλόσο­φο καὶ μάρτυρα (110-167 μ.Χ.). Ὁ δὲ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων ἀν­­­­­τὶ τοῦ «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους», ἀνα­­­­γράφει τὸ «Ἀλλήλους ­ἀπολάβετε καὶ ἀλλήλους ἀσπαζώμεθα». Καὶ εἰς μὲν τὴν Ἀνατολὴ ὁ ἀσπασμὸς τῆς ­ἀγά­πης προηγεῖται τοῦ ­καθαγιασμοῦ τῶν Τιμίων Δώρων, στὴ Δύση ὅμως ὁ ἀσπασμὸς ἀκολουθεῖ μετὰ τὸν ­κα­­­­­θαγιασμό. Ὡστόσο ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκ­­­­­κλησία διατηρών­τας τὸν ἀσπασμὸ πρὶν ἀπὸ τὸν καθαγια­σμὸ τῶν ­Τιμίων Δώ­ρων συμμορφώνε­ται πλήρως πρὸς τὸν λόγο τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος εἶ­­­πε: Ἐὰν προσφέρεις τὸ δῶρο σου στὸ ­θυσιαστήριο καὶ ἐκεῖ θυμηθεῖς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει κάτι ἐναντίον σου γιὰ κάποια ἀδικία ποὺ τοῦ ἔκανες, ἄ­­­φη­σε ἐκεῖ τὸ δῶρο σου μπροστὰ στὸ θυσιαστήριο καὶ πήγαινε πρῶτα καὶ συμφιλιώσου μὲ τὸν ἀδελφό σου, καὶ τό­τε, ἀφοῦ συνδιαλλαγεῖς μαζί του, ἔ­­­λα καὶ πρόσφερε τὸ δῶρο σου,­ ­διότι μό­νο τότε αὐτὸ θὰ γίνει δεκτὸ ἀπὸ τὸν Θεό (Ματθ. ε΄ 23-24)2.

Σήμερα ὁ ἀσπασμὸς τῆς ἀγάπης γίνεται μόνο μεταξὺ τῶν κληρικῶν ποὺ συμμετέχουν στὴ Θεία Λειτουργία, μέ­­σα στὸ Ἅγιο Βῆμα. Ὁ ἀσπασμὸς δὲ αὐτὸς εἶναι ἀπολύτως ­ἀπαραίτητος καὶ ἀναγκαῖος, ὥστε ἂν δὲν προηγη­θεῖ, εἶναι ἀδύνατο νὰ ­ὠφεληθοῦμε ἀπὸ τὸ Μυστήριο τῆς «ἁγίας Ἀναφο­ρᾶς». Ἄλλωστε γιὰ τὸ φίλημα αὐτὸ τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἀγάπης προπαρα­σκευ­αζόμαστε καὶ μὲ τὴν πατρικὴ εὐ­λογία ἢ τὸν χαιρετισμὸ τοῦ λειτουργοῦ πρὸς τοὺς ἐκκλησιαζομένους, δηλαδὴ μὲ τὸ «Εἰρήνη πᾶσι».

Ἀπὸ ὅλα αὐτὰ γίνεται φανερὸ ὅτι ὁ ἀσπασμὸς τῆς ἀγάπης δὲν εἶναι μιὰ ἁπλή, ἐξωτερική, τυπική, ­ὑποκριτικὴ κίνηση ἀγάπης, ἀλλὰ ἔκφραση μιᾶς δυναμικῆς, ζωντανῆς, εἰλικρινοῦς, πραγματικῆς ἀγάπης τῆς ψυχῆς. Ἐ­­ξ­άλλου ἡ ὁμολογία τῆς ­πίστεως, ποὺ θὰ ἀκολουθήσει, δηλαδὴ ἡ ἀπαγγελία τοῦ «Πιστεύω…», ­πρέπει νὰ γίνει «ἐν ὁμονοίᾳ». Δηλαδὴ μὲ καρδιὰ ὄχι μόνο ἐλεύθερη ἀπὸ μίσος, ἀλλὰ μὲ καρδιὰ γεμάτη ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Ἐὰν λείπει ἡ ἀγάπη αὐτή, ὅ­­­σες φορὲς καὶ ἂν ἐπαναλάβουμε τὸ «Πι­στεύω…», δὲν ἔχουμε καμιὰ ὠφέλεια. Διότι «πίστις χωρὶς ἔργων νεκρά ἐστι» (Ἰακ. β΄ 26), ἡ δὲ πίστη ἀποδεικνύεται ζωντανὴ καὶ ἐνεργητικὴ μὲ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης (βλ. Γαλ. ε΄ 6).

http://aktines.blogspot.gr/2015/05/1_13.html#more

Πῶς πάει ὁ ζῆλος σου;

π. Ἀναγνωστόπουλος Στέφανος (Πρεσβύτερος)

Σ’ ἕνα ἄρθρο ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ» (1-11-1956), τὸ ὁποῖο εἶχε φυλάξει στὸ ἀρχεῖο του ὁ ἀείμνηστος Γέροντας, πατὴρ Ἀρσένιος Κομπούγιας, τοῦ ἡσυχαστηρίου «Παναγία ἡ Γοργοεπήκοος» στὴ Ναύπακτο, γράφει τὸ ἑξῆς σημαντικὸ γεγονός:

Ἕνας ἱερεὺς ζηλωτὴς, μὲ πλούσια δράση, εἶδε κάποτε ἕνα ὄνειρο. Ὁ ἴδιος μᾶς τὸ ἔχει περιγράψει ὡς ἑξῆς:

«Καθόμουνα στὴν πολυθρόνα μου, κουρασμένος κι ἐξαντλημένος ἀπὸ τὴν ἐργασία. Τὸ σῶμα μου πονοῦσε ἀπ’ τὴ μεγάλη κόπωση.

Πολλοὶ στὴν ἐνορία μου ζητοῦσαν τὸν πολύτιμο «Μαργαρίτη». Καὶ πολλοὶ τὸν εἶχαν βρεῖ. Ἡ ἐνορία μου προόδευε ἀπὸ κάθε ἄποψη. Ἡ ψυχὴ μου πλημμύριζε ἀπὸ χαρά, ἐλπίδα καὶ θάρρος. Τὰ κηρύγματά μου ἔκαναν μεγάλη ἐντύπωση. Πολλοὶ προσήρχοντο στὴν Ἐξομολόγηση. Ἡ ἐκκλησία μου ἦταν πάντοτε ἀσφυκτικὰ γεμάτη. Εἶχα κατορθώσει νὰ κινητοποιήσω ὁλόκληρη τὴν ἐνορία.

Ἱκανοποιημένος ἀπ’ ὅλα, ἐργαζόμουνα κάθε μέρα μέχρις ἐξαντλήσεως. Ἐνῷ σκεπτόμουνα ὅλα αὐτὰ, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, μὲ πῆρε ὁ ὕπνος. Τότε συνέβη τὸ ἑξῆς, ποὺ θὰ σᾶς περιγράψω:

Ἕνας ξένος μπῆκε στὸ δωμάτιο χωρὶς νὰ χτυπήσει τὴν πόρτα. Τὸ πρόσωπό του ἦταν γλυκὸ κι εἶχε μεγάλη πνευματικότητα. Ἦταν καλὰ ντυμένος καὶ κρατοῦσε στὸ χέρι του μερικὰ ὄργανα χημικοῦ ἐργαστηρίου. Ἡ ὅλη του ἐμφάνιση προκαλοῦσε παράξενη ἐντύπωση. Ὁ ξένος μὲ πλησίασε. Κι ἐνῷ μοῦ ἅπλωνε τὸ χέρι του γιὰ νὰ μὲ χαιρετήσει, μὲ ρώτησε:

– Πῶς πάει ὁ ζῆλος σου;

Ἡ ἐρώτηση αὐτὴ μοῦ προξένησε μεγάλη χαρά. Γιατὶ ἤμουν πολὺ ἱκανοποιημένος μὲ τὸ ζήλο μου. Καὶ δὲν εἶχα καμία ἀμφιβολία, πὼς κι αὐτὸς ὁ ξένος θὰ ἦταν πολὺ χαρούμενος, ἄν τὸν γνώριζε.

Τότε, ὅπως θυμᾶμαι ἀπ’ τὸ ὄνειρό μου, γιὰ νὰ τοῦ δείξω πόση ἀξία ἔχει ὁ ζῆλος μου, σὰν νὰ ἔβγαλα ἀπ’ τὸ στῆθος μου μιὰ συμπαγῆ μᾶζα, ποὺ ἀκτινοβολοῦσε σὰν χρυσάφι. Τοῦ τὴν ἔβαλα στὸ χέρι καὶ τοῦ λέω:

– Αὐτὸς εἶναι ὁ ζῆλος μου.

Ἐκεῖνος τὴν πῆρε καὶ τὴ ζύγισε προσεκτικὰ πάνω στὴ ζυγαριὰ του:

– Ζυγίζει πενῆντα κιλά, μοῦ λέει σοβαρά.

Ἐγὼ μόλις ποὺ μποροῦσα νὰ συγκρατήσω τὴ χαρὰ μου γιὰ τὸ βάρος αὐτό. Ἐκεῖνος ὅμως μὲ σοβαρότητα, σημείωσε τὸ βάρος σ’ ἕνα χαρτὶ καὶ συνέχισε τὴν ἐξέτασή του.

Ἔσπασε τὴ μᾶζα ἐκείνη σὲ κομμάτια καὶ τὴν ἔβαλε μέσα σ’ ἕνα χημικὸ τηγάνι πάνω στὴ φωτιά. Ὅταν ἡ μᾶζα ἔλειωσε καὶ καθαρίστηκε, τὴν ἔβγαλε ἀπ’ τὴ φωτιά. Ξεχώρισε τὰ διάφορα στοιχεῖα. Ὅταν αὐτὰ κρύωσαν, σχηματίσθηκαν διάφορα κομμάτια. Τὰ ἄγγιζε μ’ ἕνα σφυράκι καὶ ζύγιζε τὸ βάρος κάθε κομματιοῦ πάνω στὸ χαρτί.

Ὅταν τελείωσε, μοῦ ἔριξε μιὰ ματιὰ γεμάτη ἀπὸ συμπόνια καὶ μοῦ λέει:

– Εὔχομαι νὰ σὲ λυπηθεῖ ὁ Θεὸς καὶ νὰ σωθεῖς.

Κι ἀμέσως, ἐγκατέλειψε τὸ δωμάτιο.

Στὸ χαρτὶ ποὺ μοῦ ἄφησε στὸ τραπέζι, ἦταν γραμμένα τὰ ἑξῆς:

Ἀνάλυσις τοῦ ζήλου τοῦ ἱερέως Χ.

Συνολικὸν βάρος: 50 κιλὰ

Ἡ προσεκτικὴ ἀνάλυσις παρουσιάζει τὰ ἑξῆς στοιχεῖα:
• Φανατισμός: 5 κιλά.
• Προσωπικὴ φιλοδοξία: 15 κιλά.
• Φιλοχρηματία: 12 κιλά.
• Τάση πρὸς ἐπιβολὴ καὶ κυριαρχία πάνω στὶς ψυχές: 8 κιλά.
• Ἐπίδειξις: 10 κιλὰ παρὰ 20 γραμμάρια.
• Ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό: 10 γραμμάρια.
• Ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους: 10 γραμμάρια.

Σύνολον: 50 κιλά.

Ἡ παράξενη συμπεριφορὰ τοῦ ξένου καὶ ἡ ματιὰ μὲ τὴν ὁποία μὲ ἀποχαιρέτησε, μοῦ μετέδωσαν κάποια ἀνησυχία. Μὰ ὅταν εἶδα τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεώς του, ἔνοιωσα τὰ γόνατά μου νὰ λυγίζουν.

Θέλησα στὴν ἀρχὴ ν’ ἀμφισβητήσω τὴν ὀρθότητα τῶν ἀριθμῶν. Μὰ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἄκουσα ἕναν ἀναστεναγμὸ τοῦ ξένου, ποὺ εἶχε φθάσει στὴν ἐξώπορτα. Ἠρέμησα κι ἄρχισα νὰ σκέπτομαι πιὸ ψύχραιμα. Μὰ καθὼς σκεπτόμουν, σκοτείνιασε μπροστὰ μου. Δὲν μποροῦσα νὰ διαβάσω τὸ χαρτί, ποὺ κρατοῦσα στὰ χέρια μου. Ἀγωνία καὶ φόβος μὲ κατέλαβαν. Στὰ χείλη μου ἦλθε ἡ κραυγή:

– Κύριε, σῶσον με…

Ἔριξα πάλι μιὰ ματιὰ στὸ χαρτί. Ξαφνικά, μεταμορφώθηκε αὐτὸ σ’ ἕναν ὁλοκάθαρο καθρέπτη, ποὺ καθρέπτιζε τὴν καρδιὰ μου. Ἔνοιωσα καὶ ἀνεγνώρισα τὴν κατάστασή μου. Μὲ δάκρυα στὰ μάτια παρακαλοῦσα τὸν Κύριο νὰ μ’ ἐλευθερώσει ἀπ’ τὸ ΕΓΩ μου. Τέλος, ξύπνησα μὲ μιὰ κραυγὴ ἀγωνίας.

Στὰ περασμένα χρόνια, παρακαλοῦσα τὸν Θεὸ νὰ μὲ σώσει ἀπὸ διαφόρους κινδύνους. Μὰ ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ἄρχισα νὰ παρακαλῶ τὸν Θεὸ νὰ μ’ ἐλευθερώσει ἀπὸ τὸ δικὸ μου ΕΓΩ.

Γιὰ πολὺ καιρὸ ἔνοιωθα ταραγμένος. Τέλος, ὕστερα ἀπὸ ἐπίμονες προσευχές, ἔνοιωσα τὸ φῶς τοῦ Κυρίου νὰ πλημμυρίζει τὴν καρδιὰ μου καὶ νὰ καίει τ’ ἀγκάθια τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ μου. Ὅταν ὁ Κύριος μὲ καλέσει κοντὰ Του, θὰ Τὸν εὐχαριστήσω ὁλόθερμα γιὰ τὴν ἀποκάλυψη ἐκείνης τῆς ἡμέρας, γιατὶ μοῦ φανέρωσε τότε τὸν ἀληθινὸ ἑαυτὸ μου καὶ ὁδήγησε τὰ πόδια μου στὸν πιὸ στενό, ἀλλὰ καὶ πιὸ ὄμορφο δρόμο. Ἀπὸ τότε κάθε μέρα ἀνανέωνα τὶς ἀποφάσεις μου.

Ἐκείνη ἡ ἐπίσκεψη ποὺ μοῦ ἔκανε Ἐκεῖνος ποὺ «ἐτάζει καρδίας καὶ νεφρούς» (πρβλ. Ψαλμ. 7:10), μὲ ἔκανε ἄλλον ἄνθρωπο καὶ ὠφέλησε πολὺ τὴν ἐργασία μου».

Ποιός είναι ο ευλαβής

Ευλάβεια είναι ό φόβος του Θεού, ή συστολή, ή πνευματική ευαισθησία. Ό ευλαβής μπορεί να σφίγγεται, άλλα αυτό τό σφίξιμο στάζει μέλι στην καρδιά του· δεν του κάνει μαρτυρική τήν ζωή, άλλα τον ευχαριστεί. Οι κινήσεις του είναι λεπτές, προσεγμένες. Αισθάνεται έντονα τήν παρουσία του Θεού, των Αγγέλων, των Αγίων. Νιώθει δίπλα του τον Φύλακα Άγγελο νά τον παρακολουθή. Έχει συνέχεια στον νου του ότι τό σώμα του είναι Ναός του Αγίου Πνεύματος (Α’ Κορ. 3,16. και 6,19) και ζή απλά, αγνά καί αγιασμένα. Παντού συμπεριφέρεται μέ προσοχή και συστολή καί νιώθει ζωντανά όλα τά ιερά. Προσέχει λ.χ. νά μήν είναι πίσω από τήν πλάτη του οί εικόνες. Δέν βάζει εκεί πού κάθεται, στον καναπέ ή στην καρέκλα, τό Ευαγγέλιο ή ένα πνευματικό βιβλίο κ.λπ. Άν δη μιά εικόνα, σκιρτά ή καρδιά του, βουρκώνουν τά μάτια του. Αλλά καί μόνον τό όνομα τού Χριστού νά δη κάπου γραμμένο, τό ασπάζεται καί αυτό μέ ευλάβεια καί γλυκαίνεται εσωτερικά ή ψυχή του. Ακόμη και ενα κομματάκι από εφημερίδα άν βρή κάτω πεταμένο πού να γράφη λ.χ. τό όνομα του Χριστού ή μόνον «Ιερός Ναός Αγίας Τριάδος», σκύβει, τό μαζεύει, τό ασπάζεται μέ ευλάβεια καί στενοχωριέται πού ήταν πεταμένο.


ΑΓΙΟΣ  ΓΕΡΟΝΤΑΣ  ΠΑΊ’ΣΙΟΣ