Άνθρωπος του Θεού δεν δηλώνεις αλλά φαίνεσαι

 

Έχουμε κουραστεί από τους δήθεν.
Από αυτούς που αυτοπροβάλλονται έστω και «ταπεινώ τω τρόπω».
Αυτούς που πίσω από το χαμόγελο κρύβουν ακονισμένα για κατάκριση και «ιερές» μάχες δόντια .
Όλους αυτούς που χρησιμοποιούν την εκκλησία για να διαμορφώσουν ένα προφίλ πνευματικότητας ώστε να εξασφαλίσουν την αίσθηση δύναμης που δεν βρήκαν στο κόσμο.

Στην εκκλησία δεν σώζεται ο ισχυρός, ο τέλειος, ο καπάτσος, ο καταφερτζής, εκείνος που τα κατάφερε, που νίκησε, που εξυψώθηκε, αλλά εκείνος που ταπεινώθηκε, που πόνεσε, που δυσκολεύτηκε, που ταλαιπωρήθηκε, λαβώθηκε και στην αγάπη αναστήθηκε.

Η εκκλησία ανήκει στους ταπεινούς αυτού του κόσμου, σε αυτούς που ζουν στα αζήτητα της εξουσίας και της δύναμης. Των υπαρξιακά λαβωμένων, ψυχικά κουρελιασμένων, εκείνων που έγλειψαν τα πατώματα της προσωπικής τους μοναξιάς και οδύνης και αισθάνθηκαν την ολική απογύμνωση της υπάρξεως τους.Κουραστήκαμε και πολλές φορές λυγίσαμε, κλάψαμε και πενθήσαμε για μια παραχάραξη και παραμόρφωση του εκκλησιαστικού ήθους και της χριστιανικής κατανόησης, που κρατά το περικάλυμμα της παραδόσεως και χάνει με υπαρξιακά εκκωφαντικό ήχο την ουσία της χριστιανικής ζωής.

Για όλους εκείνους που βαπτίζουν αρετές τα πάθη και τις κακίες τους. Αυτούς που ζουν την κατά Χριστώ ζωή με σκοπό και στόχο, δίχως αγάπη, έρωτα και ελευθερία. Που περιμένουν πάντα κάτι να πάρουν, που αισθάνονται ότι κάποιος πάντα τους χρωστά.
Δεν είναι χριστιανικά στήθη αυτά που μετρούν τι δίνουν και τι παίρνουν, μα εκείνα που αγαπούν δίχως να περιμένουν.

Δεν είναι χριστιανή ψυχή εκείνη που νιώθει αυτοδικαιωμένη και ναρκισσιστικά ολοκληρωμένη στην ζάλη της αρετής και της θρησκευτικής δικαίωσης της. Ο χριστιανός δεν είναι δικαιωμένος, αλλά αγαπητικά σωσμένος. Η σωτηρία του, είναι καρπός αγάπης, και όχι κατορθωμάτων. Αίσθηση και εμπειρία ότι κάποιος με αγαπάει πολύ κι ας έχω τα χάλια μου, κι ας είμαι αδύναμος και ας μην έχω τίποτε να καυχηθώ πέρα της αγάπης του Θεού.

Ο παράδεισος δεν είναι κατάκτηση αλλά δωρεά. Είναι καρπός σχέσης και όχι κατάκτηση ισχυρών και υψηλών θρησκευτικών επιδόσεων.
Δεν σώζομαι επειδή κάτι σπουδαίο έκανα, αλλά επειδή κάποιον αγάπησα και με αγάπησε.

Όσο και αν το δηλώσεις άνθρωπος του Θεού, δεν θα γίνεις, εάν η χαρά και η ειρήνη δεν κατακλείσουν την ύπαρξη σου. Ας κάνουμε όσες νηστείες θέλουμε, αγρυπνίες και προσευχές, ας έχουμε Γέροντα τον πιο γνωστό πνευματικό της ορθοδοξίας, ας βγάλουμε όσες φωτογραφίες θέλουμε με στάρετς και οσίους, η χάρις δεν θα έρθει εάν δεν σταματήσουμε να την ζητούμε με την εσωτερική αδιάγνωστη πολλές φορές σκοπιμότητα, να κτίσουμε την εικόνα μας, το αυτοειδωλό μας, το εγωιστικό θρησκευτικό προφίλ μας. Για να αισθανθούμε ότι κάτι καταφέραμε και κάποιοι είμαστε.

Η χάρις δεν εκβιάζεται, ούτε εξαγοράζεται, δωρίζεται και εκχέεται αγαπητικά στους ταπεινούς, αφανοίς, πληγωμένους και αγαπητικά στραμμένους προς τον Θεό. Εκείνους που απογυμνώθηκαν και ξαρματώθηκαν από όλες τις αυταπάτες του κόσμου, όλες τις δυνάμεις και εξουσίες, από όλα τα είδωλα ακόμη και το ίδιου τους του εαυτού.

π.Χαράλαμπος Παπαδόπουλος

H Ιερά Μονή Κηπίνας Καλαρρυτών

 

IMG 5975

Του Χρήστου Κιντή | Romfea.gr


H Mονή Κηπίνας είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά μοναστήρια της Ηπείρου, χτισμένη στο κοίλωμα κατακόρυφου βράχου, κοντά στο χωριό Καλαρρύτες.

Στέγη του είναι ο συμπαγής βράχος που έχει λαξευτεί με τέχνη ώστε να σχηματίζει ένα τέλειο θόλο.

Το μοναστήρι χτίστηκε περί το 1212 μ.Χ. και είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Το όνομα της οφείλεται στους κήπους που καλλιεργούσαν κοντά στη μονή οι μοναχοί.

Ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος φθάνει ως τη βάση του βράχου και από εκεί ένα μονοπάτι σκαλισμένο στο βράχο και μια ξύλινη γέφυρα, οδηγούν στο μοναστήρι.

Κατά την τουρκοκρατία, η ξύλινη γέφυρα ήταν κινητή και οι μοναχοί την ανέβαζαν με μοχλό ώστε να προστατεύονται από επιδρομές.

Ο μικρός ναός της Μονής είναι γεμάτος με αγιογραφίες του 17ου αιώνα.

Στον πρόναο του καθολικού βρίσκεται μια μεγάλη σπηλιά, μήκους 240 μέτρων, στην οποία κατέφευγαν οι κάτοικοι των γειτονικών χωριών για να προστατευτούν τον καιρό της Τουρκοκρατίας.

IMG 5946

IMG 5999

IMG 6308

Αν δεν έχουμε αισιοδοξία, δεν έχουμε πίστη

Μόνον η αισιοδοξία μας σώζει. Αν δεν έχουμε αισιοδοξία, δεν έχουμε πίστη. Χωρίς πίστη είμαστε σαν τα ζώα που σήμερα το πρωί σφαγιάστηκαν στο σφαγείο. Χωρίς την αισιοδοξία, όλοι μας είμαστε ανάπηροι. Μεγαλύτερη αναπηρία έχει ο άνθρωπος χωρίς αισιοδοξία παρά ο άνθρωπος χωρίς πόδια. Ο Θεός εν σοφία τα πάντα έκτισε. Στο πρόσωπο του αισιόδοξου καθημερινά πέφτουν οι ακτίνες του ηλίου, του ζεσταίνουν και του φωτίζουν την ψυχή, ενώ το πρόσωπο του απαισιόδοξου μένει χωρίς τον ήλιο, με αποτέλεσμα η ψυχή του να είναι κρύα και σκοτεινή. Ο πρώτος καθημερινά βλέπει τα λουλούδια, ενώ ο δεύτερος τον σκουπιδότοπο. Δεν μπορεί να υπάρξει καμμιά δημιουργία χωρίς αισιοδοξία.
Αδελφοί μου, ας είμαστε αισιόδοξοι. Ας ατενίσουμε τον κόσμο μας την ημέρα, ας δούμε ψηλά στον ουρανό τη νύχτα και ας έχουμε πίστη στον Θεό. Υπάρχει ο Δημιουργός, ο Πλάστης του κόσμου και Πατέρας μας. Η σκέψη αυτή, ας είναι η βάση της αισιοδοξίας μας.

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς.
 

Ένας άντρας μπήκε σε ένα καφενείο, πήρε ένα καφέ και πλήρωσε τρεις. O λόγος; Θα σας συγκλονίσει…

 

Αυτή η ιστορία θα σας ζεστάνει περισσότερο από έναν αχνιστό καφέ μια παγωμένη χειμωνιάτικη μέρα.
Δυο άντρες μπήκαν στο καφενείο μιας μικρής πόλης της Ιταλίας, για να πιουν καφέ. Ο ένας ήταν κάτοικος της περιοχής και ο άλλος ήταν φίλος του από την Ρώμη που ταξίδεψε για να τον επισκεφτεί.
Κάθισαν σε ένα τραπεζάκι, έδωσαν τη παραγγελία τους και περίμεναν τους καφέδες τους όταν πρόσεξαν κάποιον να μπαίνει στο καφενείο και να κατευθύνεται προς το ταμείο.
Πλήρωσε την παραγγελία του, πήρε τον ένα καφέ στο χέρι και βγήκε από την πόρτα….
«Τι ήταν αυτό; Τι σημαίνει καφές σε αναμονή;» γύρισε και ρώτησε με απορία ο άντρας από την Ρώμη τον ντόπιο φίλο του.

«Περίμενε και θα δεις» του απάντησε εκείνος. Πολύ σύντομα οι δυο άντρες είδαν και άλλους ανθρώπους να μπαίνουν στο καφενείο και να παραγγέλνουν καφέδες.
Δύο κορίτσια παρήγγειλαν τέσσερις καφέδες, δυο δικούς τους και δυο σε αναμονή. Τρεις δικηγόροι ζήτησαν επτά καφέδες, τρεις για αυτούς και τέσσερις σε αναμονή. Η ώρα περνούσε και οι πελάτες του μικρού καφενείου δε σταματούσαν να πληρώνουν πάντα περισσότερους καφέδες απ” όσους έπαιρναν στα χέρια τους.
Ο άντρας από την Ρώμη έδειχνε να απολαμβάνει τη θέα προς τη μικρή, αλλά πολύ όμορφη πλατεία της πόλης, αλλά μέσα του η περιέργεια για τους «καφέδες σε αναμονή» όλο και μεγάλωνε.
Ξαφνικά η πόρτα του μικρού καφενείου άνοιξε και πάλι. Αυτή τη φορά ήταν ένας άνδρας ντυμένος με φθαρμένα ρούχα που έμοιαζε με ζητιάνο. Προχώρησε προς τον ιδιοκτήτη του καφενείου και με κουρασμένη φωνή τον ρώτησε: «Μήπως υπάρχει καφές σε αναμονή;»
Ήταν τόσο απλό! Οι πελάτες του καφενείου πλήρωναν προκαταβολικά καφέ γι” αυτούς που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να πληρώσουν τον δικό τους!
Η παράδοση με τους «καφέδες σε αναμονή» ξεκίνησε στη Νάπολη λίγο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και πολύ σύντομα εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο. Σε αρκετές περιοχές σήμερα μπορεί κάποιος να πληρώσει όχι μόνο καφέ σε αναμονή, αλλά και σάντουιτς ακόμη και ένα ολόκληρο γεύμα!
Ο συγγραφέας Luciano de Crescenzo, συγγραφέας του «Καφές σε αναμονή: Καθημερινή σοφία σε μικρές γουλιές» γράφει για την προέλευσή του: «Όταν κάποιος άνθρωπος, καλότυχος στη ζωή του, μπει σε μια καφετέρια και παραγγείλει ένα φλιτζάνι καφέ, δεν πληρώνει μόνο ένα, αλλά δύο φλιτζάνια. Με αυτό το τρόπο επιτρέπει σε κάποιον λιγότερο τυχερό συνάνθρωπο του να απολαύσει και αυτός ένα ζεστό ρόφημα εντελώς δωρεάν».

Συγκλονιστική Μαρτυρία: Η μεταστροφή μίας βουδίστριας στην Ορθοδοξία μετά από Θαύμα του Χριστού

Ι. Μ. Αγίας Μαρίνης καί Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου καί Ειρήνης, στήν Κωμόπολι Ξυλοτύμπου τής Ιεράς Μητροπόλεως Κιτίου.

Πήγα καί στήν Κύπρο. Οι αναμνήσεις μου πολλές, τά διδάγματά μου αρκετά, θά τά καταγράψω εν συντομία.
Πρώτον μέν, ένας κλέφτης μου έκλεψε τήν φωτογραφική μου μηχανή. Τήν είχα βάλει στίς αποσκευές πού έδωσα στό αεροπλάνο καί κάποιος υπάλληλος άνοιξε τό σακίδιό μου καί τήν πήρε. Εύχομαι νά φωτογραφίζει καλά τοπία καί καλές στιγμές τής ζωής του.

Τό δεύτερο δέ, πού θέλω νά καταγράψω είναι ότι ό κύριος πού κάθισε στό διπλανό κάθισμα στήν πτήση από Αθήνα γιά Λάρνακά μου εξομολογήθηκε δύο τινά: Όταν ήτο φοιτητής μέ αθέμιτο τρόπο έβαλε στό πορτοφόλι τού 500 δραχμές. Όμως τήν ίδια ήμερα έσπασε τό τζάμι από τήν πόρτα τού εξώστη τού διαμερίσματός του, τό όποιο στοίχισε 500 δραχμές.

Τό δεύτερο τό έπαθε όταν γέρασε. Υπηρέτησε γιά μία τριετία ως επίτροπος στόν ενοριακό του Ιερό Ναό.

Κάποια μέρα τον έστειλε ό εφημέριος στήν Ιερά Μονή τού Αγίου Γεωργίου γιά νά αγοράσει ένα κανδήλι, τό όποιο στοίχιζε 28ο ευρώ. Ό ηγούμενος τής εν λόγω Ιεράς Μονής τού δώρισε τό κανδήλι καί…

στόν επίτροπο τού ήλθε ό εξής λογισμός: Τά 280 ευρώ θά τα ρίψη στό παγκάρι τού Καθολικού. Όμως όταν αποχαιρέτησε καί ευχαρίστησε τόν Καθηγούμενο, όταν πέρασε δίπλα από τό παγκάρι τού Αγίου Γεωργίου, άλλαξε σκέψη καί τά χρήματα τά κράτησε. Λίγα λεπτά αργότερα τού επιτέθηκε ένας αβάπτιστος, τού πήρε  τά 280 ευρώ – ευτυχώς πού δέν τού πήρε καί τά άλλα χρήματα πού είχε στήν άλλη τσέπη – καί τού έσπασε 2 πλευρά. Τά διδάγματα τά καταλαβαίνει μόνος του κάθε αναγνώστης.

Από τήν πενθήμερη παραμονή μου στήν Κύπρο θά καταγράψω λόγω συντομίας μόνο ότι διδάγματα πήρα από τήν Ιερά Μονή Αγίας Μαρίνης καί Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου καί Ειρήνης, στήν Κωμόπολι Ξυλοτύμπου τής Ιεράς Μητροπόλεως Κιτίου.

Πνευματικός, εφημέριος, ιδρυτής καί κτήτωρ τής εν λόγω Περάς Μονής είναι ό πρωτοπρεσβύτερος Κυριάκος Παναγιώτου, όστις μεταξύ τών άλλων είναι καί καλλίφωνος. Λόγω τής καλλιφωνίας του, τού πρότεινε ό μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος, νά τόν χειροτόνηση Διάκονό του, άλλ’ αυτός ηρνήθη, λέγοντας ότι θέλει νά υπηρέτηση ως ιερεύς στό χωριό του.

Τοιουτοτρόπως, όταν χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, τό χωριό τού είχε 3 Ιερούς Ναούς, καί τώρα, δηλαδή 30 χρόνια αργότερα ή Κωμόπολης Ξυλοτύμπου έχει 25 Ιερούς Ναούς καί τήν Ιερά Μονή τών Αγίων Μαρίνης καί ‘Ραφαήλ εις τήν όποια μονάζουν εξ οσιότατες Μοναχές, εκ τών οποίων οι πέντε είναι εκ χηρείας.

Ό πατήρ Κυριάκος, αγαπητέ αναγνώστα, όστις είναι έγγαμος καί πατήρ τριών παίδων, ενώ θά μπορούσε νά ζεί μέ οικογενειακό φρόνημα, ενώ θά μπορούσε νά διοργανώνει ενοριακές εκδρομές, στίς όποιες θά συμμετείχαν γυναίκες πού ευρίσκονται εν χηρεία, δέν τό έκαμε, δέν τό κάμνει. Ό πατήρ Κυριάκος, δέν διοργανώνει εκδρομές γιά τίς χήρες, αλλά έκτισε οίκον Θεού γιά τίς όντως χήρες.

Οι όντως χήρες δέν πηγαίνουν από Μοναστήρι σέ Μοναστήρι γιά νά προσκυνήσουν. Οι όντως χήρες πηγαίνουν σέ Μοναστήρι, όπου γίνονται μοναχές καί ζούν εν ταπεινώσει, προσευχή καί νηστεία. Ή όντως χήρα κάμνει κομποσκοίνι γιά τήν ψυχή τού συζύγου της, κάμνει κομποσκοίνι γιά τά παιδιά της καί τά εγγόνια της.

Αυτές οι εξ μοναχές, δηλαδή ή καθηγούμενη Μαρίνα κ σύν αύτη μοναχές Μαρία, Αθανασία, ‘Ραφαηλία, Έφραιμια καί Νεκταρία, έκτος τών άλλων διακονημάτων πού έχουν, ζυμώνουν τά πρόσφορα καί τίς αρτοκλασίες γιά όποια γυναίκα τού χωριού τών δέν μπορεί νά ζυμώσει. Τοιουτοτρόπως τά πρόσφορα  φθάνουν στήν Προσκομιδή, είναι ζυμωμένα από χέρια καθαρά καί όχι από χέρια νεαρών αρτοποιών.

Ό σεβαστός πατήρ Κυριάκος δέν ασχολήθηκε μόνο μέ τό χωριό τού αλλά οι δραστηριότητες τού έφθασαν μέχρι τήν Αφρική Έκτισε μία πολυκλινική στήν Μαδαγασκάρη, έναν Ιερό Ναό καί τήν οικία τού Ιερέως στήν Τανζανία καί ετοιμάζεται νά κτίση τώρα έναν Ιερό Ναό στήν Κένυα.

Τώρα δέ τελευταία δίπλα από τήν Ιερά Μονή τών Αγίων Μαρίνης καί ‘Ραφαήλ, ανήγειρε καί δημιούργησε ένα μεγάλο Μουσείο κόστους 1.400.000 ευρώ.

Σ’ αυτό τό Μοναστήρι γνώρισα καί τήν Ελένη πού κατάγεται από τήν Σρί Λάνκα, δηλαδή τήν Κεϋλάνη.

Ή Ελένη, βουδίστρια στό θρήσκευμα, πήγε στήν Κύπρο γιά νά γηροκομήσει μία γιαγιά, καί ήσπασθη τόν Χριστιανισμό διότι βίωσε τό έξης υπερφυσικό καί θαυμαστό γεγονός:

Τήν Μεγάλη Πέμπτη συνόδευσε τήν γιαγιά στήν Ακολουθία τών Παθών, όπου εκεί είδε νά επαναλαμβάνεται εμπρός της ή Σταύρωση τού Κυρίου. Δηλαδή είδε ζωντανά όσα διαδραματίσθηκαν πάνω στόν Γολγοθά τήν ώρα πού σταύρωσαν οι εβραίοι τόν Κύριο.

Ή Ελένη δέν γνώριζε τίποτε από τόν χριστιανισμό καί όταν είδε αυτό τό θέαμα, λυπήθηκε αφ’ ενός καί απορούσε αφ’ έτερου γιατί εκείνοι οι κακοί άνθρωποι κτυπούσαν, χλεύαζαν καί τελικά σταύρωσαν Αυτόν τόν Άνθρωπο. Έμεινε άφωνη καί δάκρυα πόνου κύλισαν από τά μάτια της. Λίγο αργότερα, όταν επέστρεψαν στό σπίτι, συγκλονισμένη από τό θέαμα, μίλησε, καί ρώτησε τήν γιαγιά νά τής εξήγηση γιά όλα εκείνα πού είδε αυτή ζωντανά.

Ή γιαγιά βέβαιά της είπε τά πρέποντα καί ως εκ τούτου ή Ελένη – πού τό όνομα τής ήτο άλλο – αφού είδε τόν Ίδιο τόν Χριστό εμπρός της καί μάλιστα τήν στιγμή πού τόν σταύρωναν απαρνήθηκε τόν βουδισμό. Τηλεφώνησε στήν μητέρα της καί εκείνη τής είπε ότι άν γίνει χριστιανή δέν θά τήν δεχθούν ποτέ στό πατρικό της σπίτι. Φυσικά ή απειλή τής μητέρας της δέν φόβισε τήν Ελένη καί τοιουτοτρόπως βαπτίσθηκε καί ζεί χριστιανικά στήν Κύπρο, μακριά από τήν μητέρα της καί τήν πατρίδα της.

Κ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΑ ΖΥΜΗ ΘΕΡΜΟΝ ΑΙΤΩΛΙΑ   

ΒΙΒΛΙΟΓ. ΕΤΩΝ ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑ- ΑΙΤΩΝ 50 ΨΑΛΜΟ.

Κάτι να σου πω

 

Στίχοι: Sadahzinia

Μουσική: Active Member

Ο κόσμος γλίστρησε απάνω μου απόψε και χάθηκε,
βαρύς, ασήκωτος, στενόχωρος κι αστείος.
Κάτι σα γέλιο μου φύγε και στο λαιμό μου στάθηκε
σα ξένο ψέμα που μπερδεύτηκε τελείως
μες στη φωνή μου κι η στιγμή μου ξεκούρδιστη
με τυραννάει και με κοιτά κατάματα
που την αφήνω για να σου γράψω ατραγούδιστη,
αλλά όμως σήμερα θα γράψω χίλια γράμματα.
Θέλω να γράψω κάτι άλλο απόψε,
το πιο θλιμμένο τραγούδι χαρισμένο σε σένα.
Τι κι αν θέλει να φύγει ο χρόνος, κόψε το χρόνο κόψε·
έχω μια λύπη δεμένη με μένα.
Μια λύπη που έρχεται σα σύννεφο κι αράζει ξαφνικά
σαν υφαντό από σκόνη να μου θυμίζει τάχα
τα θολωμένα που ‘χω ακόμα στη ψυχή μου μερικά.
Δεν έχω άλλο να σου πω παρά μονάχα…
Τι χαρά που παίρνω,
όταν ακούω ένα τραγούδι δικό σου,
όταν ζω μέσα στ’ όνειρό σου κι όταν με κοιτάς.
Τι χαρά που παίρνω κι όταν γελάς.
Όταν γελάς σ’ ακούω, μα η χαρά μου
γίνεται λύπη κι αργοχάνεται σαν μια του ήλιου αχτίδα
που παίζει στο νερό και ξάφνου από μπροστά μου,
σβήνει το λιόγερμα στον ουρανό κουκίδα.
Όλα κουβάρι τυλιγμένα και κόμποι
κι ένα δάκρυ που δε θέλει να βγει.
Βγαίνει βλαστήμια κι αναρωτιούνται οι ανθρώποι,
τι αλήθεια θέλει η καρδιά μου να πει…

Τι χαρά που παίρνω,
βαριά και γέρνω στη γη ν’ ακουμπήσω·
και την πικραίνω ξανά, αν αφήσω να μη με κοιτάς.

Τι χαρά που παίρνω, όταν δε ξεχνάς.

Ούτε ξεχνάω, μα δε θυμάμαι κιόλας

της πεθυμιάς τη ρίζα πάνω στην ασκήμια
που φύτρωσε καταμεσής της άδειας μου κόλλας,
μου πρωτομίλησες και με είπες, Ζinia.
Κι όλα τα λόγια σου από τότε κάθε βράδυ
τα σημαδεύω ένα ένα μη χαθούν,
τα στεριώνω στα τυφλά μες στο σκοτάδι,
μη μου τα πάρει η λύπη μου κι οι κόμποι λυθούν.
Τι χαρά που παίρνω,
όταν ακούω ένα τραγούδι δικό σου,

γίνομαι αχτίδα κι εγώ απ’ το φως σου και με σκορπάς.
Τι χαρά που παίρνω, όταν απλά μ’ αγαπάς.