Ἡ τελευταία Ἐξομολόγηση

Ἄγνωστος συγγραφεύς
(Ἀληθινὴ ἱστορία)

Τὸ παρακάτω κείμενο εἶναι μία ἀληθινὴ ἱστορία μεταφρασμένη ἀπὸ τὸ παράνομο ρωσικὸ θρησκευτικὸ περιοδικὸ Ἐλπίδα («Ναντιέζντα») ἀρ. 9. Ἀποτελεῖ κεφάλαιο ἑνὸς βιβλίου ποὺ περιγράφει τὴν ζωὴ τοῦ π. Ἀρσενίου, ἑνὸς ἁγίου ἱερέως ποὺ ἔδρασε μέσα στὰ στρατόπεδα συγκεντρώσεως.

***
Ἡ ἐπιθεώρησις τελείωσε. Οἱ κρατούμενοι ὠδηγήθηκαν μὲ φωνὲς καὶ βία πίσω στοὺς θαλάμους τους, ὁ καθένας σύμφωνα μὲ τὸν ἀριθμό του, καὶ ἡ πόρτα κλειδώθηκε. Ὑπῆρχε ἀκόμη χρόνος πρὶν ἀπὸ τὸν ὕπνο γιὰ νὰ κουβεντιάσουν μεταξύ τους, ν’ ἀνταλλάξουν ἐντυπώσεις ἀπὸ τὸ στρατόπεδο, νὰ ποῦν τὰ νέα τῆς ἡμέρας, νὰ νικήσουν κάποιον στὸ ντόμινο ἢ νὰ ξαπλώσουν στὶς σανίδες τῆς κουκέτας τους καὶ ν’ ἀναπολήσουν τὸ παρελθόν. Δύο ὧρες ἀργότερα ὁ ἦχος τῶν συνομιλιῶν ἀκουγόταν ἀκόμη, ὅμως σιγὰ-σιγὰ ὑποχώρησε καὶ βασίλεψε ἡ σιωπή, καθὼς οἱ κρατούμενοι παραδόθηκαν στὸν ὕπνο.

Ἀρκετὴ ὥρα μετὰ τὸ κλείδωμα τοῦ θαλάμου ὁ π. Ἀρσένιος στάθηκε πλάι στὰ ξύλινα κρεβάτια καὶ προσευχήθηκε· ἔπειτα ξάπλωσε κι αὐτὸς καὶ συνεχίζοντας τὴν προσευχὴ ἀποκοιμήθηκε.

Ὡς συνήθως, ἦταν ἕνας ὕπνος ἀνήσυχος. Γύρω στὴ μία μετὰ τὰ μεσάνυχτα ἔνιωσε κάποιον νὰ τὸν σκουντάη. Ἀνακάθισε καὶ ἀντίκρυσε τὴν ἀνήσυχη σιλουέτα ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ψιθύριζε:

“Πάμε γρήγορα! Ὁ διπλανός μου πεθαίνει καὶ σὲ ζητάει!”.

Βρῆκαν τὸν ἑτοιμοθάνατο στὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ θαλάμου. Ἦταν ξαπλωμένος ἀνάσκελα· ἡ ἀναπνοὴ του ἦταν βαρειὰ καὶ ἀκανόνιστη, τὰ μάτια του διάπλατα ἀνοιχτὰ κατὰ τρόπο ἀφύσικο.

“Με συγχωρεῖς… Σὲ χρειάζομαι… Πεθαίνω…”. Κοίταξε τὸν π. Ἀρσένιο καὶ πρόσθεσε σταθερά: “Κάθησε”.

Ὁ π. Ἀρσένιος κάθησε στὴν ἄκρη τοῦ κρεβατιοῦ. Τὸ φῶς ἀπὸ τὸν διάδρομο παίρνοντας σχῆμα ἀνάμεσα ἀπὸ τὶς κουκέτες φώτιζε ἀδύναμα τὸ πρόσωπο τοῦ ἑτοιμοθανάτου κρατουμένου, ποὺ καλυπτόταν ἀπὸ χονδρὲς σταγόνες ἱδρῶτος. Τὰ μαλλιὰ του ἦταν ἀνακατωμένα, τὰ χείλη του σφιγμένα ἀπὸ τὸν πόνο. Ἦταν ἐξαντλημένος καὶ τὸ πρόσωπό του εἶχε μία νεκρικὴ χλωμάδα. Τὰ μάτια του ὅμως ἦταν διάπλατα ἀνοιχτὰ καὶ κοιτοῦσαν τὸν π. Ἀρσένιο σὰν δύο ἀναμμένοι πυρσοί. Σ’ αὐτὰ τὰ δύο μάτια ἀντικατοπτριζόταν τώρα ὅλη ἡ πορεία τῆς ἐπίγειας ζωῆς του. Πέθαινε. Ἄφηνε αὐτὴ τὴ ζωὴ κουρασμένος καὶ γεμάτος πόνο. Ἀλλὰ κρατιόταν ἀκόμα ἀπὸ μία τελευταία ἐπιθυμία: νὰ δώση λόγο γιὰ ὅλα στὸν Θεό.

“Εξομολόγησέ μέ, συγχώρησε τὶς ἁμαρτίες μου. Εἶμαι μοναχὸς μὲ μυστικὴ κουρά”.

Οἱ διπλανοί του κρατούμενοι πῆγαν νὰ κοιμηθοῦν ἀλλοῦ. Ὅλοι ἔβλεπαν ὅτι ὁ θάνατος εἶχε φθάσει. Ἀκόμη καὶ σ’ ἕνα θάλαμο στρατοπέδου κρατουμένων ὑπῆρχε εὐσπλαχνία καὶ συμπάθεια γιὰ τὸν ἑτοιμοθάνατο.

Πλησιάζοντας πιὸ κοντὰ στὸν μοναχὸ καὶ χαϊδεύοντας τὰ κοντά, ἀνακατωμένα μαλλιὰ του ὁ π. Ἀρσένιος ἔσιαξε τὴν τριμμένη κουβέρτα. Μὲ τὸ χέρι του πάνω στὸ κεφάλι τοῦ μοναχοῦ διάβασε ψιθυριστὰ τὶς εὐχὲς καὶ συγκεντρώνοντας τὴν προσοχὴ του ἑτοιμάστηκε ν’ ἀκούση τὴν ἐξομολόγησι.

“Η καρδιά μου… Δὲν χτυπάει καλά…” ψιθύρισε ὁ ἑτοιμοθάνατος μοναχὸς καὶ λέγοντας τὸ μοναχικό του ὄνομα, «Μιχαήλ», ἄρχισε τὴν ἐξομολόγησί του.

Σκύβοντας πάνω ἀπὸ τὴν ξαπλωμένη σιλουέττα ὁ π. Ἀρσένιος παρακολουθοῦσε μὲ προσοχὴ τὴν φωνὴ ποὺ μόλις ἀκουγόταν, ἐνῶ ἄθελά του κοίταζε μέσα στὰ μάτια τοῦ Μιχαήλ. Μερικὲς φορὲς ὁ ψίθυρος σταματοῦσε καὶ τὸ μόνο ποὺ ἀκουγόταν ἦταν τὸ σφύριγμα ἀπὸ τὸ στῆθος του. Ὁ Μιχαὴλ ἔπαιρνε ἀπεγνωσμένα ἀέρα ἀπὸ τὸ στόμα του. Ἄλλοτε πάλι σώπαινε ἐντελῶς καὶ φαινόταν σὰν νὰ εἶχε ἔρθει ὁ θάνατος. Τὰ μάτια του ὅμως συνέχιζαν νὰ κινοῦνται καὶ κοιτάζοντας μέσα σ’ αὐτὰ ὁ π. Ἀρσένιος διάβαζε ὅλα ὅσα ὁ ψίθυρος προσπαθοῦσε νὰ ἐκφράση.

Ὁ π. Ἀρσένιος εἶχε ἐξομολογήσει πολλοὺς στὰ τελευταῖα τους καὶ αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ ἐξομολογήσεις ἦταν πάντα κάτι τὸ βαθειὰ συγκινητικό. Τώρα ὅμως, ἀκούγοντας τὴν ἐξομολόγησι τοῦ Μιχαήλ, ὁ π. Ἀρσένιος ἔβλεπε ξεκάθαρα ὅτι μπροστά του βρισκόταν ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶχε φτάσει σὲ σπάνια ἐπίπεδα πνευματικῆς τελειώσεως.

Ἕνας ἄνθρωπος δίκαιος πέθαινε, ἕνας ἄνθρωπος προσευχῆς, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶχε ἀφιερώσει τὴ ζωή του στὸν Θεὸ καὶ στὸν συνάνθρωπο μέχρι τελευταίας πνοῆς.

Ἕνας ἄνθρωπος δίκαιος πέθαινε καὶ ὁ π. Ἀρσένιος ἄρχισε νὰ συνειδητοποιεῖ ὅτι ὁ ἱερεὺς Ἀρσένιος ἦταν μικρὸς καὶ ἀσήμαντος μπροστά του, ὅτι δὲν ἦταν κἄν ἄξιος νὰ φιλήση τὴν ἄκρη τῶν ἐνδυμάτων του.

Ὁ ψίθυρος διακοβόταν ὅλο καὶ πιὸ συχνά, ἀλλὰ τὰ μάτια ἔλαμπαν ἀπὸ ζωὴ καὶ μέσα τους, μέσα σ’ αὐτὰ τὰ δύο μάτια, ὁ π. Ἀρσένιος, ὅπως καὶ πρίν, τὰ διάβαζε ὅλα. ὅλα ὅσα ὁ ἑτοιμοθάνατος λαχταροῦσε νὰ ἐκφράσει.

Στὴν ἐξομολόγησί του ὁ Μιχαὴλ ἔγινε δικαστὴς τοῦ ἑαυτοῦ του· καὶ τὸν δίκασε αὐστηρά, χωρὶς ἔλεος. Μερικὲς φορὲς ἔμοιαζε σὰν νὰ ἀπομακρυνόταν ἀπ’ τὸν ἑαυτό του, σὰν νὰ ‘βλέπε κάποιον ἄλλον νὰ πεθαίνη. Κι ἦταν ἐκεῖνον τὸν ἄλλον ποὺ δίκαζαν τώρα μαζὶ μὲ τὸν π. Ἀρσένιο.

Ὁ π. Ἀρσένιος ἔβλεπε τὴν ἐπίγεια ζωὴ τοῦ Μιχαὴλ σὰν ἕνα καράβι βαρυφορτωμένο μὲ βάσανα καὶ θλίψεις —παλιὲς καὶ τωρινές— νὰ ἀπομακρύνεται πιὰ ἀπ’ αὐτὸν καὶ νὰ κατευθύνεται πρὸς τὴ μακρυνὴ χώρα τῆς λησμοσύνης. Τώρα ἔμενε μόνο νὰ πετάξη ἔξω ὅλα τὰ ἄχρηστα, ὅλα τὰ περιττὰ καὶ ἐπουσιώδη καὶ νὰ παραδώση τὰ χρήσιμα στὰ χέρια τοῦ ἱερέως, ποὺ ἐνδεδυμένος μὲ τὴν δύναμι τοῦ Θεοῦ θὰ τοῦ ἔδινε τὴν συγχώρησι καὶ τὴν ἄφεσι ὅλων ὅσων εἶχε διαπράξει.

Στὰ λίγα λεπτὰ ζωῆς ποὺ τοῦ ἔμεναν ὁ μοναχὸς Μιχαὴλ ἔπρεπε νὰ τὰ παραδώση ὅλα στὸν π. Ἀρσένιο, νὰ τὰ ἁπλώση ὅλα ἀνοιχτὰ μπροστὰ στὸν Θεό, νὰ ἀναγνωρίση τὶς ἁμαρτίες του καὶ ἔχοντας καθαρίσει τὸν ἑαυτό του στὸ δικαστήριο τῆς δικῆς του συνειδήσεως, νὰ σταθῆ κατόπιν μπροστὰ στὸ Κριτήριο τοῦ Θεοῦ.

Ἕνας κρατούμενος πέθαινε, ὅπως ἀκριβῶς καὶ τόσοι ἄλλοι εἶχαν πεθάνει μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ π. Ἀρσενίου. Τοῦτος ὁ θάνατος ὅμως τὸν ἐπηρέασε ὅσο ποτὲ κανένας ἄλλος. Ἔτρεμε καθὼς συνειδητοποιοῦσε ὅτι ὁ Κύριος μὲ τὸ πολὺ ἔλεός Του τὸν εἶχε ἀξιώσει νὰ ἐξομολογήση κάποιον ποὺ ἀνῆκε στὴ χορεία τῶν δικαίων.

Τούτη τὴ φορὰ ὁ Κύριος ἀπεκάλυπτε ἕναν μεγάλο Του θησαυρό, ποὺ τόσο καιρὸ καὶ μὲ τόση ἀγάπη εἶχε καλλιεργήσει. Ἔδειχνε σὲ ποιὰ ὕψη πνευματικῆς τελειότητος μποροῦν νὰ φθάσουν ὅσοι ἀγαποῦν τὸν Θεὸ μὲ ἀγάπη ἀνεξάντλητη, ὅσοι σηκώνουν τὸν ζυγὸ καὶ τὸ φορτίο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ βαστάζουν μέχρι τέλους. Ὅλα αὐτὰ ὁ π. Ἀρσένιος τὰ ἔβλεπε καὶ τὰ καταλάβαινε.

Οἱ ἀπίστευτα πολύπλοκες περιστάσεις τῆς σύγχρονης ζωῆς μόνο ἐμπόδια καὶ προσκόμματα θὰ μποροῦσαν νὰ ἔχουν προσφέρει στὴν κατὰ Θεὸν πορεία κάποιου: ἐπαναστατικὲς ζυμώσεις, προσωπολατρεῖες, πολύπλοκες ἀνθρώπινες σχέσεις, ἐπίσημη ἀθεΐα τοῦ κράτους, ποδοπάτημα τῆς πίστεως, ἠθικὴ κατάπτωσις, διαρκὴς ἀστυνόμευσις καὶ καταδόσεις, ἔλλειψις πνευματικοῦ ὁδηγοῦ. Ἡ ἐξομολόγησις τοῦ ἑτοιμοθανάτου μοναχοῦ ὡστόσο ἔδειχνε ὅτι ἕνας ἄνθρωπος μὲ βαθειὰ πίστι μπορεῖ ὅλα αὐτά, κάθε τι ποὺ θὰ σταθῆ στὸν δρόμο του, νὰ τὰ ὑπερνίκηση καὶ νὰ εἶναι κοντὰ στὸν Θεό.

Δὲν ἦταν οὔτε σκήτη οὔτε ἀπομονωμένο μοναστήρι ὁ χῶρος ὅπου ὁ Μιχαὴλ εἶχε διανύσει τὴν κατὰ Θεὸν πορεία του. Ἀντίθετα, ἦταν ὁ θόρυβος τῆς ζωῆς, ἡ βρωμιά της, ἡ σκληρὴ μάχη μὲ τὶς γύρω δυνάμεις τοῦ κακοῦ, τὴν ἄρνησι καὶ τὴν στρατευμένη ἀθεΐα. Εἶχε δεχθῆ πολὺ λίγη πνευματικὴ καθοδήγησι. Ὑπῆρξαν κατὰ διαστήματα κάποιες συναντήσεις μὲ δύο-τρεῖς ἱερεῖς καὶ ἕνας σχεδὸν ὁλόκληρος χρόνος ποὺ τὸν πέρασε χαρούμενα σὲ στενὴ ἐπικοινωνία μὲ τὸν ἐπίσκοπο Θεόδωρο, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν ἔκειρε μοναχό. Ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ τὰ δύο-τρία σύντομα γράμματα τοῦ ἐπισκόπου ἀπέμεινε μόνο ὁ ἀκλόνητος καὶ φλογερὸς πόθος του νὰ προχωρῆ μπροστά, ὅλο μπροστά, στὸν δρόμο πρὸς τὸν Κύριο.

“Ακολούθησα ἄραγε τὸν δρόμο τῆς πίστεως; Πῆρα σωστὰ τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ; Ἢ μήπως ἔχασα τὸν δρόμο; Δὲν ξέρω”, εἶπε ὁ Μιχαήλ. Ὁ π. Ἀρσένιος ὅμως ἔβλεπε ὅτι ὁ Μιχαὴλ ὄχι μόνο δὲν εἶχε παρεκκλίνει καθόλου ἀπὸ τὸν δρόμο ποὺ τοῦ εἶχε δείξει ὁ ἐπίσκοπος Θεόδωρος, ἀλλὰ εἶχε κιόλας προχωρήσει πάρα πολὺ σ’ αὐτόν, ἔχοντας φθάσει καὶ ξεπεράσει τοὺς ὁδηγούς του.

Ὁλόκληρη ἡ ζωὴ τοῦ Μιχαὴλ ἦταν μία μάχη «ἐν πορείᾳ», μία μάχη γιὰ πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ τελείωσι μέσα στὴ βαναυσότητα τῆς σύγχρονης ζωῆς. Καὶ ὁ π. Ἀρσένιος καταλάβαινε ὅτι ὁ Μιχαὴλ εἶχε κερδίσει αὐτὴ τὴ μάχη, τὴ μάχη ποὺ ἔδωσε μόνος ἐναντίον τοῦ κακοῦ ποὺ τὸν περικύκλωνε. Καθὼς ἔζησε μέσα στὸν κόσμο, ἀφιερώθηκε στὴν ἐπιτέλεσι ἀγαθοεργιῶν στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Κράτησε μέσα στὴν καρδιά του σὰν ἀναμμένο πυρσὸ τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου: «Ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ».

Ὁ π. Ἀρσένιος συνειδητοποιοῦσε τὸ μεγαλεῖο, τὴν τελειότητα τοῦ πνεύματος τοῦ Μιχαήλ. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἀναγνώριζε καὶ τὴ δική του ἀθλιότητα καὶ ἱκέτευε θερμὰ τὸν Κύριο νὰ δώση σ’ αὐτόν, τὸν ἱερέα Του Ἀρσένιο, τὴ δύναμι νὰ ἀνακουφίση τὰ βάσανα τοῦ μονάχου σ’ αὐτὲς τὶς τελευταῖες στιγμὲς τῆς ἐπίγειας ζωῆς του. Ἦταν στιγμὲς ποὺ ὁ π. Ἀρσένιος αἰσθανόταν ἐντελῶς ἀνήμπορος. Τὴν ἴδια ὥρα ὅμως ἔνιωθε νὰ ἐμψυχώνεται ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Μιχαήλ, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπιθανάτια ἐξομολόγησι ἀπεκάλυπτε μπροστά του τὶς θαυμαστὲς ὁδοὺς τοῦ Κυρίου, διδάσκοντας καὶ ὁδηγώντας τον στὸ δρόμο τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀφιερώσεως.

Ἔφτασε καὶ ἡ ὥρα ποὺ ὁ Μιχαὴλ εἶχε πιὰ παραδώσει στὸν ἱερέα —καὶ διὰ μέσου ἐκείνου στὸν Θεὸ— ὅλα ὅσα βάραιναν τὴν καρδιά του. Τὰ μάτια του κοίταζαν ἐρωτηματικὰ τὸν π. Ἀρσένιο. Ὡς ἱερεύς, παίρνοντας ἀπὸ τὸν ἑτοιμοθάνατο μοναχὸ τὸ φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν του καὶ κρατώντας το στὰ χέρια του, ὁ π. Ἀρσένιος ἔτρεμε· ἔτρεμε πάλι μὲ τὴν ἐπίγνωσι τῆς ἀναξιότητος καὶ ἀνθρώπινης ἀδυναμίας του. Ἀπαγγέλλοντας τὴν συγχωρητικὴ εὐχὴ στὸν δοῦλο τοῦ Θεοῦ Μιχαὴλ μοναχό, ὁ π. Ἀρσένιος ἀπὸ μέσα του ἔκλαιγε. Κατόπιν, μὴ μπορώντας νὰ κρατηθῆ, ξέσπασε σὲ δάκρυα.

Ὁ Μιχαὴλ σήκωσε τὰ μάτια του καὶ κοίταξε πρὸς τὸν π. Ἀρσένιο. “Ευχαριστώ… Εἰρήνευε… Ἦρθε ἡ ὥρα… Προσεύχου γιὰ μένα ὅσο πατᾶς σ’ αὐτὴ τὴ γῆ· ἔχεις ἀκόμη πολὺ δρόμο μπροστά σου… Σὲ παρακαλῶ, πάρε τὸ κασκέτο μου. Ἐκεῖ μέσα εἶναι ἕνα σημείωμα πρὸς δύο ἀνθρώπους μὲ μεγάλη ψυχὴ καὶ μεγάλη πίστι. Πολὺ μεγάλη. Ὅταν ἀφεθῆς ἐλεύθερος, πήγαινέ τους τὸ σημείωμα αὐτό. Σὲ χρειάζονται καὶ τοὺς χρειάζεσαι… Ράψε πάλι τὸν ἀριθμὸ στὸ κασκέτο. Καὶ προσεύχου στὸν Κύριο γιὰ τὸν μοναχὸ Μιχαήλ”.

Καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἐξομολογήσεως ἔμοιαζε σὰν νὰ ἦταν μόνοι τους· σὰν τάχα ὁ θάλαμος καὶ οἱ ἔνοικοί του, ὅλη ἡ ἀτμόσφαιρα τῆς φυλακῆς, ὅλα νὰ εἶχαν γίνει πολὺ ἀπόμακρα· ὅλα νὰ εἶχαν περιέλθει σ’ ἕνα εἶδος ἀνυπαρξίας. Παρέμενε μόνο ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ, ἡ προσευχὴ τῶν καρδιῶν τους καὶ ἡ σιωπηλὴ πνευματικὴ ἕνωσι ποὺ τοὺς ἔδενε καὶ τοὺς ἔφερνε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου.

Κάθε ἀγωνία καὶ ταραχὴ σταμάτησε· κάθε τι γήινο χάθηκε. Ὑπῆρχε ὁ Θεός. Καὶ τώρα ἡ μία ψυχὴ πήγαινε νὰ Τὸν συναντήση, ἐνῶ ἡ ἄλλη ἀξιωνόταν νὰ παρακολουθήση ἕνα μεγάλο μυστήριο: τὸν θάνατο, τὴν ἀναχώρησι ἀπὸ τὴν ζωή.

Ὁ ἑτοιμοθάνατος μοναχὸς κράτησε σφιχτὰ τὸ χέρι τοῦ π. Ἀρσενίου καὶ προσευχήθηκε. Προσευχήθηκε μὲ τόση αὐτοσυγκέντρωση ὥστε ἀποξενώθηκε ἐντελῶς ἀπὸ τὸ περιβάλλον. Ἐσωτερικὰ ὁ π. Ἀρσένιος πλησίασε ἀκόμα πιὸ πολὺ κοντά του. Μὲ εὐλάβεια καὶ χωρὶς διαλογισμοὺς πάλευε ν’ ἀκολουθήση τὸν μοναχὸ στὴν προσευχή του.

Ἔπειτα ἦρθε ἡ στιγμὴ τοῦ θανάτου. Τὰ μάτια τοῦ ἑτοιμοθάνατου φωτίσθηκαν ἔντονα μὲ μία ἤρεμη ἔκστασι. Τὰ λόγια του μόλις ἀκούγονταν: “Κύριε, μὴ μὲ ἀπόρριψης!”.

Ἀνασηκώνοντας τὸ κορμί του ἀπὸ τὸ κρεβάτι, ὁ Μιχαὴλ ἄνοιξε τὰ χέρια καὶ ἐπανέλαβε δυνατά: “Κύριε! Κύριε!”. Ἄδραξε πάλι μπροστά, ἀλλὰ τὴν ἑπόμενη στιγμὴ ἔπεσε πίσω ἀνάσκελα καὶ τὸ κορμὶ του ἀμέσως χαλάρωσε.

Συγκλονισμένος ὁ π. Ἀρσένιος ἔπεσε στὰ γόνατα καὶ ἄρχισε νὰ προσεύχεται· ὄχι γιὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὴν σωτηρία τοῦ κοιμηθέντος μοναχοῦ, ἀλλὰ γιὰ νὰ εὐχαριστήση. Νὰ εὐχαριστήση γιὰ τὸ μεγάλο δῶρο, νὰ ἀξιωθῆ νὰ δῆ ἐκεῖνο ποὺ εἶναι ἀθέατο στὰ μάτια καὶ ἀκατανόητο στὸν νοῦ, ἐκεῖνο ποὺ εἶναι τὸ πιὸ κρυφὸ ἀπ’ ὅλα τὰ μυστήρια: τὸν θάνατο τοῦ δικαίου.

Ὅταν σηκώθηκε ὁ π. Ἀρσένιος, ἔσκυψε πάνω στὸ σῶμα τοῦ νεκροῦ Μιχαήλ. Τὰ μάτια του ἦταν ἀκόμη ἀνοιχτά, ἀκόμη γεμᾶτα φῶς. Ὅμως τὸ φῶς σιγὰ-σιγὰ χλώμιαζε καὶ τὴν θέσι του ἔπαιρνε μία ἀνεπαίσθητη καταχνιά. Τὰ βλέφαρα ἔκλεισαν ἀργά, μία σκιὰ διέτρεξε τὸ πρόσωπο, καὶ στὸ πέρασμά της ἐκεῖνο ἔγινε ἀμέσως ἐπιβλητικό, γαλήνιο, θριαμβευτικό.

Σκυμμένος πάνω στὸ λείψανο ὁ π. Ἀρσένιος προσευχόταν. Ἂν καὶ μόλις εἶχε γίνει μάρτυς τοῦ θανάτου αὐτοῦ τοῦ νέου μοναχοῦ, δὲν ἔνιωθε λύπη. Ἀντίθετα, ἦταν γεμᾶτος ἀπὸ εἰρήνη καὶ ἐσωτερικὴ ἀγαλλίασι. Εἶχε γνωρίσει ἕναν δίκαιο τοῦ Θεοῦ, εἶχε γευθῆ τὸ ἔλεός Του, εἶχε δεῖ τὴν δόξα Του.

Προσεκτικὰ ὁ π. Ἀρσένιος τακτοποίησε τὰ ροῦχα στὸ σῶμα τοῦ νεκροῦ, ἔκανε βαθειὰ ὑπόκλισι μπροστά του καὶ ξαφνικὰ συνειδητοποίησε ὅτι ἦταν ἀκόμη στὸ θάλαμο ἑνὸς στρατοπέδου «μὲ αὐστηρὸ καθεστὼς κρατήσεως». Σὰν ἀστραπὴ πέρασε ἡ σκέψις ἀπὸ τὸ μυαλό του: Αὐτὸ τὸ στρατόπεδο εἶχε μόλις δεχθῆ μίαν ἐπίσκεψι τοῦ Θεοῦ, τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, ποὺ εἶχε ἔρθει νὰ παραλάβη τὴν ψυχὴ τοῦ δικαίου Μιχαήλ.

Μόνο λίγη ὥρα ἀπόμενε μέχρι τὸ ἐγερτήριο. Ὁ π. Ἀρσένιος πῆρε τὸ κασκέτο τοῦ Μιχαήλ, τύπωσε στὴ μνήμη τὸν ἀριθμὸ καὶ πῆγε νὰ ἐνημερώση τὸν θαλαμάρχη γιὰ τὸν θάνατο. Ὁ θαλαμάρχης, ὁ ἀρχαιότερος τῶν καταδίκων, ρώτησε τὸν ἀριθμὸ τοῦ νεκροῦ καὶ ἐξέφρασε τὴν συμπάθειά του.

Οἱ θάλαμοι ξεκλειδώθηκαν. Οἱ κρατούμενοι ἔτρεξαν ἔξω γιὰ τὴν ἐπιθεώρησι καὶ μπῆκαν γρήγορα σὲ σειρές. Ὁ θαλαμάρχης πλησίασε τοὺς ἐπιθεωρητὲς ποὺ στέκονταν στὴν εἴσοδο τοῦ θαλάμου καὶ ἀνέφερε: “Ἔχουμε ἕναν νεκρό, ἀριθμὸς Β 382.

Ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιθεωρητὲς μπῆκε στὸ θάλαμο, κοίταξε τὸν νεκρό, σκούντησε τὸ λείψανο μὲ τὴ μύτη τῆς μπότας του καὶ ἔφυγε. Δύο ὧρες ἀργότερα ἔφθασε ἕνα ἕλκυθρο γιὰ νὰ πάρη τὸ πτῶμα. Ἕνας γιατρὸς τῶν φυλακῶν, ἀπὸ τοὺς καλούμενους «ἐθελοντὲς ἐργασίας», μπῆκε μέσα, διάβηκε μὲ τὸ βλέμμα του ἀπρόσεκτα τὸ νεκρὸ σῶμα, σήκωσε λίγο τὸ ἕνα βλέφαρο μὲ τὸ κλεισμένο σὲ γάντι χέρι του καὶ μ’ ἕνα τόνο ἀπαρέσκειας εἶπε στὴν ὁμάδα ὑπηρεσίας: “Γρήγορα, βάλτε το στὸ κάρρο”.

Διάφορα πτώματα κοίτονταν ἤδη πάνω στὸ ἕλκυθρο. Τὸ σῶμα τοῦ Μιχαὴλ μεταφέρθηκε ἔξω καὶ τοποθετήθηκε πάνω στὰ ἄλλα. Ὁ ὁδηγὸς πῆρε θέσι ἰσορροπώντας τὰ πόδια του ἐπάνω στὰ πτώματα, ποὺ εἶχαν ἤδη ξυλιάσει ἀπὸ τὸ κρύο.

Ἔπεφτε ψιλὸ χιόνι καὶ καθὼς ἀκουμποῦσε στὰ πρόσωπα τῶν νεκρῶν, ἔλυωνε ἀργά. Ἦταν σὰν νὰ ἔκλαιγαν. Κοντὰ στοὺς θαλάμους στέκονταν ἀκόμα οἱ ἐπιθεωρητές, ποὺ συζητοῦσαν μὲ τὸν γιατρό, οἱ κρατούμενοι ὑπηρεσίας καὶ ὁ π. Ἀρσένιος ποὺ ἕσφιγγε τὰ χέρια του στὸ στῆθος καὶ προσευχόταν σιωπηλά.

Τὸ ἕλκυθρο ἄρχισε νὰ κινῆται. Κάνοντας μία βαθειὰ ὑπόκλισι ὁ π. Ἀρσένιος εὐλόγησε τὰ ἄψυχα σώματα καὶ γύρισε πίσω στὸν θάλαμο. Ὁ ὁδηγὸς τίναξε τὰ χαλινάρια καὶ ἔκανε τὰ ἄλογα νὰ ξεκινήσουν ξεστομίζοντας μιὰ βρισιά. Τὸ ἕλκυθρο ἀπομακρύνθηκε ἀργὰ καὶ χάθηκε ἀπὸ τὴ ματιά.

Κοινωνώντας έναν λεπρό – Συγκλονιστική Μαρτυρία

Στο διάστημα του μισού αιώνα που λειτουργούσε ο άγιος παπά-Νικόλας ο Πλανάς, άνευ διακοπής (διότι δεν αρρώστησε ποτέ), έτυχε κάποια φορά εκεί στην ενορία του, σ’ ένα στενό δρομάκι να κρύπτεται ένας λεπρός σε μεγάλο βαθμό.

Του είχαν φαγωθεί τα χείλη του από την φοβερή ασθένεια. Πήγε μια φορά ο Πατήρ να τον κοινωνήσει, αλλά το κατεστραμμένο του στόμα, δεν μπορούσε να παραλάβει το Άγιο Σώμα του Κυρίου. Χωρίς κανένα, μα κανένα δισταγμό, ο Πατήρ έσκυψε και με το στόμα του επήρε το θείο Μαργαρίτη, που είχε πέσει και τον «κατέλυσε»!

Κατόπιν ο ασθενής μεταφέρθηκε σε λεπροκομείο μαζί με την κόρη του που είχε μολυνθεί και της είχαν φαγωθεί τα δάχτυλα. Εν τούτοις ο π. Νικόλας δεν έπαθε τίποτα!

Αυτό, ας το δούνε αυτοί που δυσκολεύονται να κοινωνήσουν, γιατί φοβούνται τα μικρόβια. Μεγάλη βλασφημία. Ένας Θεός, ζώντων και νεκρών, ποιητής ουρανού και γης, να προσβάλλεται από τα μικρόβια! Παραλογισμοί σκοτισμένων απίστων.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στην ευχή του που διαβάζουμε πριν την Θεία Μετάληψη, εξηγεί το τι πιστεύουμε για την Θεία Κοινωνία:

«Πιστεύω, Κύριε, καὶ ὁμολογῶ ὅτι σὺ εἶ ἀληθῶς ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ ἐλθὼν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὦν πρῶτὸς εἰμι ἐγώ. Ἔτι πιστεύω ὅτι τοῦτο αὐτό ἐστι τὸ ἄχραντον Σῶμά σου καὶ τοῦτο αὐτό ἐστι τὸ τίμιον Αἷμά σου. Δέομαι οὖν σου· Ἐλέησόν με καὶ συγχώρησὸν μοι τὰ παραπτώματά μου, τὰ ἑκούσια καὶ τὰ ἀκούσια, τὰ ἐν λόγῳ, τὰ ἐν ἔργῳ, τὰ ἐν γνώσει καὶ ἀγνοίᾳ· καὶ ἀξίωσόν με ἀκατακρίτως μετασχεῖν τῶν ἀχράντων σου μυστηρίων, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον. Ἀμήν».

ΘΑΥΜΑ ΜΕΓΑ επραγματοποιήθη σε υπερήλικα Γερμανοεβραία Προτεστάντισσα! [video]

alt

Περιμένετε την συγκλονιστική συνέχεια…

Θαυμαστός ο Θεός ημών εν τοις Αγίοις Αυτού. ΘΑΥΜΑ ΜΕΓΑ επραγματοποιήθη σε υπερήλικα Γερμανοεβραία Προτεστάντισσα!

 

http://hggiken.pblogs.gr/2015/04/thayma-mega-epragmatopoihthh-se-yperhlika-germanoebraia-protesta.html

Συγκλονιστική Μαρτυρία: Η μεταστροφή μίας βουδίστριας στην Ορθοδοξία μετά από Θαύμα του Χριστού

Ι. Μ. Αγίας Μαρίνης καί Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου καί Ειρήνης, στήν Κωμόπολι Ξυλοτύμπου τής Ιεράς Μητροπόλεως Κιτίου.

Πήγα καί στήν Κύπρο. Οι αναμνήσεις μου πολλές, τά διδάγματά μου αρκετά, θά τά καταγράψω εν συντομία.
Πρώτον μέν, ένας κλέφτης μου έκλεψε τήν φωτογραφική μου μηχανή. Τήν είχα βάλει στίς αποσκευές πού έδωσα στό αεροπλάνο καί κάποιος υπάλληλος άνοιξε τό σακίδιό μου καί τήν πήρε. Εύχομαι νά φωτογραφίζει καλά τοπία καί καλές στιγμές τής ζωής του.

Τό δεύτερο δέ, πού θέλω νά καταγράψω είναι ότι ό κύριος πού κάθισε στό διπλανό κάθισμα στήν πτήση από Αθήνα γιά Λάρνακά μου εξομολογήθηκε δύο τινά: Όταν ήτο φοιτητής μέ αθέμιτο τρόπο έβαλε στό πορτοφόλι τού 500 δραχμές. Όμως τήν ίδια ήμερα έσπασε τό τζάμι από τήν πόρτα τού εξώστη τού διαμερίσματός του, τό όποιο στοίχισε 500 δραχμές.

Τό δεύτερο τό έπαθε όταν γέρασε. Υπηρέτησε γιά μία τριετία ως επίτροπος στόν ενοριακό του Ιερό Ναό.

Κάποια μέρα τον έστειλε ό εφημέριος στήν Ιερά Μονή τού Αγίου Γεωργίου γιά νά αγοράσει ένα κανδήλι, τό όποιο στοίχιζε 28ο ευρώ. Ό ηγούμενος τής εν λόγω Ιεράς Μονής τού δώρισε τό κανδήλι καί…

στόν επίτροπο τού ήλθε ό εξής λογισμός: Τά 280 ευρώ θά τα ρίψη στό παγκάρι τού Καθολικού. Όμως όταν αποχαιρέτησε καί ευχαρίστησε τόν Καθηγούμενο, όταν πέρασε δίπλα από τό παγκάρι τού Αγίου Γεωργίου, άλλαξε σκέψη καί τά χρήματα τά κράτησε. Λίγα λεπτά αργότερα τού επιτέθηκε ένας αβάπτιστος, τού πήρε  τά 280 ευρώ – ευτυχώς πού δέν τού πήρε καί τά άλλα χρήματα πού είχε στήν άλλη τσέπη – καί τού έσπασε 2 πλευρά. Τά διδάγματα τά καταλαβαίνει μόνος του κάθε αναγνώστης.

Από τήν πενθήμερη παραμονή μου στήν Κύπρο θά καταγράψω λόγω συντομίας μόνο ότι διδάγματα πήρα από τήν Ιερά Μονή Αγίας Μαρίνης καί Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου καί Ειρήνης, στήν Κωμόπολι Ξυλοτύμπου τής Ιεράς Μητροπόλεως Κιτίου.

Πνευματικός, εφημέριος, ιδρυτής καί κτήτωρ τής εν λόγω Περάς Μονής είναι ό πρωτοπρεσβύτερος Κυριάκος Παναγιώτου, όστις μεταξύ τών άλλων είναι καί καλλίφωνος. Λόγω τής καλλιφωνίας του, τού πρότεινε ό μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος, νά τόν χειροτόνηση Διάκονό του, άλλ’ αυτός ηρνήθη, λέγοντας ότι θέλει νά υπηρέτηση ως ιερεύς στό χωριό του.

Τοιουτοτρόπως, όταν χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, τό χωριό τού είχε 3 Ιερούς Ναούς, καί τώρα, δηλαδή 30 χρόνια αργότερα ή Κωμόπολης Ξυλοτύμπου έχει 25 Ιερούς Ναούς καί τήν Ιερά Μονή τών Αγίων Μαρίνης καί ‘Ραφαήλ εις τήν όποια μονάζουν εξ οσιότατες Μοναχές, εκ τών οποίων οι πέντε είναι εκ χηρείας.

Ό πατήρ Κυριάκος, αγαπητέ αναγνώστα, όστις είναι έγγαμος καί πατήρ τριών παίδων, ενώ θά μπορούσε νά ζεί μέ οικογενειακό φρόνημα, ενώ θά μπορούσε νά διοργανώνει ενοριακές εκδρομές, στίς όποιες θά συμμετείχαν γυναίκες πού ευρίσκονται εν χηρεία, δέν τό έκαμε, δέν τό κάμνει. Ό πατήρ Κυριάκος, δέν διοργανώνει εκδρομές γιά τίς χήρες, αλλά έκτισε οίκον Θεού γιά τίς όντως χήρες.

Οι όντως χήρες δέν πηγαίνουν από Μοναστήρι σέ Μοναστήρι γιά νά προσκυνήσουν. Οι όντως χήρες πηγαίνουν σέ Μοναστήρι, όπου γίνονται μοναχές καί ζούν εν ταπεινώσει, προσευχή καί νηστεία. Ή όντως χήρα κάμνει κομποσκοίνι γιά τήν ψυχή τού συζύγου της, κάμνει κομποσκοίνι γιά τά παιδιά της καί τά εγγόνια της.

Αυτές οι εξ μοναχές, δηλαδή ή καθηγούμενη Μαρίνα κ σύν αύτη μοναχές Μαρία, Αθανασία, ‘Ραφαηλία, Έφραιμια καί Νεκταρία, έκτος τών άλλων διακονημάτων πού έχουν, ζυμώνουν τά πρόσφορα καί τίς αρτοκλασίες γιά όποια γυναίκα τού χωριού τών δέν μπορεί νά ζυμώσει. Τοιουτοτρόπως τά πρόσφορα  φθάνουν στήν Προσκομιδή, είναι ζυμωμένα από χέρια καθαρά καί όχι από χέρια νεαρών αρτοποιών.

Ό σεβαστός πατήρ Κυριάκος δέν ασχολήθηκε μόνο μέ τό χωριό τού αλλά οι δραστηριότητες τού έφθασαν μέχρι τήν Αφρική Έκτισε μία πολυκλινική στήν Μαδαγασκάρη, έναν Ιερό Ναό καί τήν οικία τού Ιερέως στήν Τανζανία καί ετοιμάζεται νά κτίση τώρα έναν Ιερό Ναό στήν Κένυα.

Τώρα δέ τελευταία δίπλα από τήν Ιερά Μονή τών Αγίων Μαρίνης καί ‘Ραφαήλ, ανήγειρε καί δημιούργησε ένα μεγάλο Μουσείο κόστους 1.400.000 ευρώ.

Σ’ αυτό τό Μοναστήρι γνώρισα καί τήν Ελένη πού κατάγεται από τήν Σρί Λάνκα, δηλαδή τήν Κεϋλάνη.

Ή Ελένη, βουδίστρια στό θρήσκευμα, πήγε στήν Κύπρο γιά νά γηροκομήσει μία γιαγιά, καί ήσπασθη τόν Χριστιανισμό διότι βίωσε τό έξης υπερφυσικό καί θαυμαστό γεγονός:

Τήν Μεγάλη Πέμπτη συνόδευσε τήν γιαγιά στήν Ακολουθία τών Παθών, όπου εκεί είδε νά επαναλαμβάνεται εμπρός της ή Σταύρωση τού Κυρίου. Δηλαδή είδε ζωντανά όσα διαδραματίσθηκαν πάνω στόν Γολγοθά τήν ώρα πού σταύρωσαν οι εβραίοι τόν Κύριο.

Ή Ελένη δέν γνώριζε τίποτε από τόν χριστιανισμό καί όταν είδε αυτό τό θέαμα, λυπήθηκε αφ’ ενός καί απορούσε αφ’ έτερου γιατί εκείνοι οι κακοί άνθρωποι κτυπούσαν, χλεύαζαν καί τελικά σταύρωσαν Αυτόν τόν Άνθρωπο. Έμεινε άφωνη καί δάκρυα πόνου κύλισαν από τά μάτια της. Λίγο αργότερα, όταν επέστρεψαν στό σπίτι, συγκλονισμένη από τό θέαμα, μίλησε, καί ρώτησε τήν γιαγιά νά τής εξήγηση γιά όλα εκείνα πού είδε αυτή ζωντανά.

Ή γιαγιά βέβαιά της είπε τά πρέποντα καί ως εκ τούτου ή Ελένη – πού τό όνομα τής ήτο άλλο – αφού είδε τόν Ίδιο τόν Χριστό εμπρός της καί μάλιστα τήν στιγμή πού τόν σταύρωναν απαρνήθηκε τόν βουδισμό. Τηλεφώνησε στήν μητέρα της καί εκείνη τής είπε ότι άν γίνει χριστιανή δέν θά τήν δεχθούν ποτέ στό πατρικό της σπίτι. Φυσικά ή απειλή τής μητέρας της δέν φόβισε τήν Ελένη καί τοιουτοτρόπως βαπτίσθηκε καί ζεί χριστιανικά στήν Κύπρο, μακριά από τήν μητέρα της καί τήν πατρίδα της.

Κ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΑ ΖΥΜΗ ΘΕΡΜΟΝ ΑΙΤΩΛΙΑ   

ΒΙΒΛΙΟΓ. ΕΤΩΝ ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑ- ΑΙΤΩΝ 50 ΨΑΛΜΟ.

ΟΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΣΩΣΑΝ ΤΟΝ ΛΗΣΤΗ

Στα παλιά χρόνια,δηλαδή πριν από το 1800,κάποιος τότε,υπήρχαν πολλοί λησταί, όπως είναι γνωστό,που στήνανε καρτέρι στα σταυροδρόμια και λήστευαν τους περαστικούς.Κάποιος λοιπόν απ’ αυτούς τους αρχιληστάς είχε βάλει μερικούς συντρόφους,να στήνουν το καρτέρι τους σε ένα σταυροδρόμι,που ήτο αναγκαστικό πέρασμα για τους περαστικούς πεζοπόρους,από την μια πόλη στην άλλη.Και,όποιος περνούσε,είτε ήταν μόνος του,είτε ήταν δύο,είτε τρείς,τους λήστευαν.Και μετά τους άφηναν να φεύγουν,δεν τους έκαναν κακό.Δεν τους τραυμάτιζαν,δεν τους κακοποιούσαν.Κάποτε πέρασε απ’ αυτό το σταυροδρόμι και ένας άγιος μοναχός.Εκείνος,τον σταμάτησαν βέβαια και τον λήστεψαν,τι να πάρουν από έναν μοναχό,τέλος πάντων,ό,τι είχε.

Παρακάλεσε τους ληστάς να τον οδηγήσουν στο λημέρι του αρχηγού τους και τότε του λένε,λέει «τι τον θέλεις;»-Α,λέει,θα σας πώ κάτι πολύ σπουδαίο.Σε λίγο θα περάσει ένας πολύ μεγάλος και πλούσιος έμπορος φορτωμένος διαμάντια,αλλά, θέλω να του πώ,πώς θα είναι ντυμένος, για να τον καταλάβετε,γιατί θά’ χει μαζί του πολλά  κουρέλια.Έτσι και έγινε,όχι για να μην του χαλάσουν το χατίρι,αλλά για τις απολαβές που θα είχαν.Τον πήγαν λοιπόν.Μόλις συναντήθηκε ο μοναχός με τον αρχιληστή,του λέγει,ότι θα καλέσεις όλους τους ανθρώπους εδώ,για να τους πω αυτό το μεγάλο νέο,διότι είναι πολύ σπουδαίο.Πράγματι λοιπόν,εκείνος τους μάζεψε.Α,λέει,κάποιος λείπει.Να μου τον φέρετε κι αυτόν εδώ.Του λένε,τι τον θέλεις,αυτός μαγειρεύει τώρα για το μεσημέρι.Όχι,να τον φέρετε.Πάνε λοιπόν, εκείνος δεν ήθελε να ’ρθεί και τον άρπαξαν με το ζόρι και τον έφεραν μπροστά στο μοναχό.Μόλις ο μάγειρας αντίκρισε τον μοναχό,δεν ήθελε να τον βλέπει.Αλλά,ούτε και ο μοναχός γύρισε να τον δει.Αντιθέτως ο μάγειρας άρχισε να τρέμει,να τρέμει πολύ.Τον ρωτάει λοιπόν ο μοναχός.-Γιατί τρέμεις μάγειρα;- Ε,αναγκάστηκε εκείνος να ομολογήσει,ότι ήταν διάβολος που είχε μετασχηματιστεί σε άνθρωπο,για να παρακολουθεί από κοντά αυτόν τον αρχιληστή.Ο αρχιληστής όμως αυτός,είχε μια πολύ καλή συνήθεια.Προσευχόταν στην Παναγία καθημερινά.Και,πώς προσευχόταν;Διάβαζε κάθε μέρα τους Χαιρετισμούς!Πρωί και μεσημέρι και βράδυ.Την καλή αυτή συνήθεια την πήρε απ’ τη μάνα του.Την πήρε απ’ το σπίτι του,που του είχε μάθει τους Χαιρετισμούς από μικρό παιδί και έτσι τους ήξερε από στήθους.Δηλαδή από μνήμης και τους έλεγε,χωρίς να τους διαβάζει.Βέβαια,αργότερα πήρε τον κακό το δρόμο κι έγινε ληστής,παρά ταύτα όμως,τους Χαιρετισμούς δεν τους είχε αφήσει ούτε μια μέρα. Έτσι η Παναγία βρισκόταν κοντά του και τον φύλαγε.Και τον φύλαγε,επειδή περίμενε μια ευκαιρία η Παναγία για να τον σώσει,να τον φέρει σε μετάνοια,ν’ αλλάξει ζωή,να σωθεί.Ο μάγειρας διάβολος είχε σταλεί πάλι απ’ τον αρχισατανά, για να τον σκοτώσει και να πάρει την ψυχή του στην Κόλαση.Δεν μπορούσε όμως,γιατί τον εμπόδιζαν οι Χαιρετισμοί της Παναγίας.Περίμενε λοιπόν μια ευκαιρία.Ποιά;Το πότε θα ξεχνούσε έστω και μία φορά,έστω και μια μέρα,να απαγγείλει ο αρχιληστής τους Χαιρετισμούς της Παναγίας.Τότε θα ήταν αφύλακτος από την προστασία Της,θα προκαλούσε για τη μοιρασιά,ανάμεσα στους ληστάς και τους συντρόφους του κάποια φασαρία,εκείνοι με την προτροπή βέβαια του διαβόλου μάγειρα,θα τον σκότωναν και έτσι θά’ παιρνε την ψυχή του στην Κόλαση.Μα η Παναγία τον προστάτευε και τον προστάτευε χάριν των Χαιρετισμών.Μπορεί να ήτο ληστής,αλλά δεν ήταν φονιάς.Παρά ταύτα,όμως τους Χαιρετισμούς δεν τους άφησε.Μπορεί η ζωή του να ήτο άσχημη,να ήτο κακή,να ήτο αντιευαγγελική,αλλά ο Θεός,όμως που δεν θέλει το θάνατο του αμαρτωλού,ως το επιστρέψαι και ζείν αυτόν και ακούγοντας και τις μεσιτίες και τις παρακλήσεις της Παναγίας Μητρός Του,του έδωσε την ευκαιρία για να σωθεί.Μόλις λοιπόν ο αρχιληστής άκουσε αυτή την ομολογία από τον μάγειρα διάβολο,αμέσως φωτίσθηκε.Κατάλαβε τα τραγικά του λάθη.Τις αμαρτίες του και εκείνη τη στιγμή μετανόησε  και σώθηκε.Η μετάνοιά του συγκλόνισε και τους άλλους ληστάς,τους συντρόφους του και με τις οδηγίες του αγίου εκείνου μοναχού,όλοι τους οδηγήθηκαν στο μεγάλο μυστήριο της ευσπλαχνίας του Θεού, δηλαδή στην Ιερά Εξομολόγηση.Και με την έμπρακτη αποκατάσταση όλων των κλοπιμαίων,όλοι οι λησταί μαζί με τον αρχιληστή εσώθησαν.Τους έσωσαν οι Χαιρετισμοί της Παναγίας.Οι Χαιρετισμοί λοιπόν χριστιανοί μου,έχουν τεράστια σωτηριώδη σημασία,όταν τους διαβάζουμε ή τους απαγγέλουμε κάθε βράδυ με πίστη και ευλάβεια.Μας χαρίζουν την πλέον αποτελεσματική βοήθεια στην προσπάθειά μας και στον αγώνα,που κάνουμε κάθε μέρα,για να νικήσουμε τα πάθη μας.Για να νικήσουμε το κακό,την αμαρτία και τον διάβολο!

    Από τις διδαχές του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού.(διασκευασμένο κείμενο).
    Πηγή:Πενταπόσταγμα

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΕΝΟΣ ΤΟΥΡΚΟΥ


Γράφει ο Νίκος Χειλαδάκης

Πριν από χρόνια ένα ζευγάρι από την Τουρκία και συγκεκριμένα από την περιοχή της Αντιοχείας, μετανάστευσε στο Παρίσι όπου βρήκαν δουλειά και εγκαταστάθηκαν στα Banlieue, δηλαδή στα προάστια του Παρισιού. Το ζευγάρι ονομάζεται Εσάτ και Σεβίμ Αλντιντάρογλου.

Στο σπίτι αυτό των Αλντιντάρογλου στο Παρίσι παρατηρείτε συρροή επισκεπτών όχι μόνο από την Γαλλία αλλά και από το εξωτερικό, καθώς πολλοί επισκέπτες έρχονται να δούναι ένα αξιοπερίεργο για αυτούς γεγονός. Το γεγονός αυτό, που χαρακτηρίστηκε από τον ίδιο τον τουρκικό τύπο σαν θαύμα, είναι πως μια ελληνορθόδοξη βυζαντινή εικόνα της Παναγίας που είχαν βρει στην Αντιόχεια και την οποία είχαν πάρει μαζί τους οι Αλντιντάρογλου αν και μουσουλμάνοι, άρχισε να αναβλύζει δάκρυα από τα μάτια της Παναγίας.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες του ζευγαριού την εικόνα αυτή τους την είχε χαρίσει το 2006 ένας ορθόδοξος μοναχός από τον Λίβανο. Από την πρώτη στιγμή που την πήραν αισθάνθηκαν την μεγάλη αγιότητα της και μια πρωτόγνωρη αίσθηση ανάπαυσης στο σπίτι τους. Όταν μετανάστευσαν στο Παρίσι την πήραν με ευλάβεια μαζί τους και όταν την τοποθέτησαν σε ένα ξεχωριστό μέρος στο νέο τους σπίτι, όπως ομολόγησαν, η εικόνα της Παναγίας άρχισε να δακρύζει. Το νέο μαθεύτηκε γρήγορα ανάμεσα στους Τούρκους αλλά και σε άλλους χριστιανούς. Η εικόνα της «Παρθένας Παναγίας», όπως την έχei ονομάσει το τουρκικό ζευγάρι, έγινε γρήγορα τόπος προσκυνήματος και μάλιστα, όπως αναφέρετε, έχει αποκτήσει θαυματουργικές ιδιότητες.

Το γεγονός έγινε γρήγορα ευρύτερα γνωστό και επισκέπτες προσκυνητές από την Γερμανία και το Βέλγιο άρχισαν na καταφτάνουν στο σπίτι των Τούρκων για να προσκυνήσουν την ελληνορθόδοξη βυζαντινή εικόνα της Παναγίας. Ο Εσάτ Αντιντάρογλου διηγείται πως πριν από λίγο καιρό είχε έρθει να προσκυνήσει την εικόνα της Παναγίας μια παντρεμένη γυναίκα που δεν μπορούσε να κάνει παιδί και το είχε μεγάλο καημό γιατί ο γάμος της κινδύνευε με χωρισμό. Η γυναίκα αυτή γονάτισε και προσευχήθηκε επί αρκετή ώρα κάτω από τη εικόνα της Παναγίας. Μετά από λίγες μέρες η γυναίκα αυτή κατασυγκινημένη τηλεφώνησε τους Αλντίντάρολγου και τους είπε ευτυχισμένη ότι είχε γίνει θαύμα και περίμενε παιδί.

Για τους δύσπιστους παραθέτουμε την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας στο σπίτι του Τούρκου στο Παρίσι, καθώς και το δημοσίευμα της τουρκικής εφημερίδας Hürriyet, με τον χαρακτηριστικό τίτλο : «Bir Türk ün evinde Meryem mucizesi», δηλαδή, «Το θαύμα της Παναγίας στο σπίτι ενός Τούρκου»!

ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος
http://www.nikosxeiladakis.gr

ΠΟΣΟ ΣΤΟΙΧΙΖΕΙ ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ;

Ένα κοριτσάκι, πήρε τον κουμπαρά του κι άδειασε το περιεχόμενο. Μέτρησε τρεις φορές τα κέρματα, του για να μην κάνει κανένα λάθος. Ήταν ένα δολάριο και 11 σέντς. Πήρε τα κέρματα και πήγε στο φαρμακείο της γειτονιάς. Ο φαρμακοποιός, εκείνη την στιγμή, μιλούσε με ένα καλοντυμένο κύριο και δεν πρόσεξε την μικρή. Το κοριτσάκι πήρε ένα από τα κέρματα της και το χτύπησε πάνω στο γραφείο του.

– Τι θέλεις; την ρωτά κάπως εκνευρισμένος εκείνος. Δεν βλέπεις, ότι μιλώ με τον αδελφό μου, που έχω χρόνια να τον δω;

– Θέλω να σου μιλήσω για τον αδελφό μου, που είναι πολύ άρρωστος και θέλω να αγοράσω ένα θαύμα!

– Συγγνώμη, της απάντησε αυτός, αλλά δεν πουλάμε θαύματα.

– Ξέρετε, ο αδελφός μου έχει κάτι στο κεφάλι του, που μεγαλώνει, κι ο μπαμπάς μου λέει, ότι μόνο ένα θαύμα θα μας σώσει. Πόσο κάνει ένα θαύμα να το αγοράσω. Έχω χρήματα…

Ο αδελφός του φαρμακοποιού, που παρακολουθούσε με ενδιαφέρον την συζήτηση, ρώτησε την μικρή τι είδους θαύμα χρειαζόταν ο αδελφός της.

– Δεν ξέρω. του απάντησε με μάτια βουρκωμένα. Εκείνο που ξέρω είναι, ότι χρειάζεται εγχείρηση και ο μπαμπάς δεν έχει τα χρήματα. Γι’ αυτό θέλω να πληρώσω με τα δικά μου χρήματα.

Στην ερώτηση του καλοντυμένου κυρίου, πόσα λεπτά έχει. Η μικρή του απάντησε «Ένα δολάριο και 11 σέντς, κι αν χρειασθούν και άλλα θα τα βρω».

– Τι σύμπτωση, χαμογέλασε ο καλοντυμένος κύριος. Είναι το ακριβές αντίτιμο για ένα θαύμα, για ένα μικρό αδελφό: Ένα δολάριο και 11 σεντς!

Πήρε τα λεπτά, έπιασε την μικρή απ’ το χεράκι, και της είπε:

– Πάμε μαζί στο σπίτι σου για να δω τον αδελφό σου και τους γονείς σου και να κάνουμε το θαύμα.

Ο Κύριος ήταν ο Κάρτον Άρσμποργκ ο νευροχειρουργός. Η εγχείρηση έγινε με επιτυχία κι ο μικρός αδελφός επέστρεψε στο σπίτι του υγιής. «Η εγχείρηση ήταν ένα αληθινό θαύμα, ψιθύρισε η μαμά. Απορώ πόσο θα κόστισε». Η μικρούλα χαμογέλασε. Ήξερε ακριβώς πόσο κοστίζει ένα θαύμα: ένα δολάριο και 11 σέντς, συν την πίστη ενός μικρού παιδιού». Γιατί «Η ΑΓΑΠΗ ΚΑΝΕΙ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΣΥΜΦΕΡΕΙ!»

(Επιμέλεια κειμένου και εικονογράφηση Μαίρη Καρά)

 koukfamily.

Το χειρουργείο των Αγγέλων – Ένα Συγκλονιστικό Θαυμαστό Γεγονός

Παραμονή εκλογών, βρίσκομαι στο Αεροδρόμιο- η ώρα τρεις μετά τα μεσάνυχτα. Στις τρεις και μισή πάω για επιβίβαση. Κόσμος πολύς. Στο ταξί μπήκε ένα παλικάρι.
– Καλημέρα! Πειραιά, παρακαλώ.
– Λεβέντη μου, στον ουρανό σε γύρευα, στη γη βρέθηκες!
– Γιατί το λέτε αυτό;
– Καλύτερη διαδρομή δεν θα μπορούσε να μου τύχει! Στον Πειραιά μένω και εγώ!
– Α, ωραία! Σε πάω στο σπίτι σου, ε;
– Ακριβώς. Είμαι άυπνη δεκαπέντε ώρες νομίζω πως έχω κι εγώ δικαίωμα ξεκούρασης και ύπνου.
– Δεκαπέντε ώρες οδηγείτε;
– Όχι, δεκαπέντε ώρες είμαι μέσα στο ταξί.
– Πώς αντέχεις τόσες ώρες; Και δεν… φοβάσαι τη νύχτα;
– Όταν έχεις δυνατή πίστη στον Θεό, δεν φοβάσαι τίποτε, νιώθεις ασφαλής.
– Έχεις δίκιο, βλέπω και τις εικόνες σου, ακούς και τον σταθμό της Εκκλησίας. Τα λόγια σου εκπέμπουν σιγουριά. Πράγματι, έχεις τον Θεό δίπλα σου! Χαίρομαι, όταν ακούω και βλέπω ανθρώπους, που πιστεύουν δυνατά, όπως και εσύ. Δεν ήταν τυχαίο που μπήκα στο ταξί σου, ήταν θέλημα Θεού. Πιστεύεις στα θαύματα;
– Και βέβαια πιστεύω.
– Θέλεις να σου πω ένα θαύμα, που έγινε στην οικογένειά μου;
– Με μεγάλη μου χαρά!
– Εργάζομαι στο Ισραήλ, στην Ελληνική Πρεσβεία Είμαι κοντά στον Πανάγιο Τάφο του Χριστού και τώρα ήρθα, για να ψηφίσω.
– Θα μου πεις πώς σε λένε;
– Νίκο.
– Ωραία! Εμένα Ράνια.
– Χαίρω πολύ.
– Λοιπόν, Ράνια, η κουνιάδα μου δεν μπορούσε να κάνει παιδί. Πήγε σε πολλούς γιατρούς στην Κύπρο, ήρθε στην Ελλάδα, πήγε Λονδίνο, Αγγλία- όμως όλοι της είπαν ένα μεγάλο όχι δεν μπορείς να γεννήσεις παιδί. Ωστόσο είχε φτάσει σαράντα ετών. Οι προσευχές και τα τάματα αμέτρητα. Ώσπου ο καλός Θεός τη λυπήθηκε. Στα σαράντα της έμεινε έγκυος. Καταλαβαίνεις τη χαρά μας. Την προσέχαμε όλοι σαν να ήταν κάτι πολύτιμο. Μη βήξει, μη φτερνιστεί, μην κατέβει μόνη της σκαλιά, τι θα φάει- την είχαμε μη στάξει και μη βρέξει! Ώσπου ήρθε η ώρα να γεννήσει και ήμασταν όλοι κοντά της.
Στο σαλόνι που περιμέναμε έρχεται μια νοσοκόμα με έναν άγγελο στα χέρια. Ήταν τόσο όμορφο μωρό, που ομορφότερο δεν είχα ξαναδεί. Ο γιος μου δεν ήταν τόσο ωραίος, όταν μου τον έφεραν να τον δω. Την επομένη ημέρα όμως μας ήρθε η δυσάρεστη είδηση. Ο γιατρός κάλεσε τον μπατζανάκη μου στο γραφείο το και του είπε πως το παιδί γεννήθηκε με ένα νεφρό και απ’ αυτό το μισό ήταν χαλασμένο. Έπρεπε να αρχίσει αιμοκάθαρση. Η είδηση μας ήρθε κεραυνός στο κεφάλι!
Το τρέξαμε όπου μπορείς να φανταστείς, σ’ όποιον γιατρό μάς έλεγαν, εμείς τρέχαμε. Πήγαμε στο εξωτερικό, πήγαμε παντού, δεν μπορούσε να γίνει τίποτε. Οι προσευχές νύχτα-μέρα δεν σταματούσαν. Όταν το παιδί έφτασε δύο ετών, η κουνιάδα μου είδε ένα όνειρο. Μη με ρωτήσεις τι. Δεν έχω καταλάβει καλά. Μου ζήτησε να έρθει στους Αγίους Τόπους, να προσκυνήσει.
Πράγματι ήρθε μαζί με το παιδί. Την έστειλα με μια ξεναγό να προσκυνήσει στον Πανάγιο Τάφο. Τι έγινε εκεί; Άκου τι μου είπαν. Όταν μπήκαν μέσα στην Εκκλησία, το μωρό έκλαιγε συνέχεια. Της λέει μια κυρία: «Γιατί κλαίει έτσι το παιδί σας;» -«Είναι άρρωστο», της απάντησε η κουνιάδα μου. Και τότε η κυρία της είπε: «-Βάλτε το παιδί σας πάνω στον Πανάγιο Τάφο και θα σταματήσει το κλάμα!»
Η κουνιάδα μου το ξάπλωσε πάνω στον Πανάγιο Τάφο. Όμως το παιδί σφάδαζε στο κλάμα. Εκείνη στεκόταν σα μαρμαρωμένη, δεν μπορούσε να κάνει ούτε μπρος ούτε πίσω. Το παιδί είχε αρχίσει να μελανιάζει* κάποια στιγμή κατάφερε και το πήρε στην αγκαλιά της. Όμως δεν μπορούσε να αναπνεύσει και το πήγαν εσπευσμένα στο νοσοκομείο. Εκεί του έβαλαν οξυγόνο. Την ίδια μέρα έφυγε για την Κύπρο.
Την επομένη το παιδί έπρεπε να πάει για αιμοκάθαρση. Εκεί, στα Ιεροσόλυμα, έχω γνωριστεί με έναν καλόγερο ασκητή, που όλο μου μιλάει για θαύματα. Όταν έφυγε η κουνιάδα μου, πήγα και τον συνάντησα και άρχισε πάλι να μου μιλάει για τον Θεό και για τα θαύματα, ώσπου ξαφνικά τον ακούω να λέει: «Πω, πω! Τι χειρουργείο ήταν αυτό! Το παιδί σφάδαζε στο κλάμα από τους πόνους!» «-Ποιο παιδί, γέροντα;» «-Το ανιψάκι σου, βρε! μου απάντησε. Άγγελοι το χειρούργησαν και του έβαλαν δύο γερά νεφρά!!!» «Α, ο γέροντας τρελάθηκε», είπα μέσα μου, «και όλα τα θαύματα που μου λέει φαντασίες του είναι». Όταν σηκώθηκα να φύγω, με χτύπησε στην πλάτη και μου είπε: «-Άντε, θα κάνεις και κόρη!»
Έφυγα λυπημένος, με τη βεβαιότητα ότι ο γέροντας είχε χάσει τα μυαλά του εκεί στην ερημιά και στη μοναξιά του. Μπήκα στο αυτοκίνητο μου να πάω στην Πρεσβεία, όταν χτύπησε το κινητό μου. Ήταν η γυναίκα μου. Μου μιλούσε και έκλαιγε- δεν μπορούσα να καταλάβω τι έλεγε, μόνο μια φράση ξεχώρισα: «-Νίκο, το παιδί μας είναι καλά!» Προσπάθησα να την ηρεμήσω, για να καταλάβω τι μου λέει. Και μου είπε τα ίδια λόγια του γέροντα: «-Το παιδί μας έχει δύο γερά νεφρά!»
Έπαθα σοκ! Γύρισα πίσω και πήγα στον γέροντα. Το μυαλό μου μπερδεμένο, οι σκέψεις μου άτακτες, πετούσαν εδώ και εκεί. Έφτασα στον γέροντα και για πρώτη φορά γονάτισα μπροστά του και του φιλούσα τα χέρια. «-Είσαι άγιος!» ψιθύρισα «-Παιδί μου, μην το ξαναπείς αυτό. Άγιος είναι μόνο ο Θεός!»
Σε μια εβδομάδα μου ήρθε η επόμενη ευχάριστη είδηση. Η γυναίκα μου ήταν έγκυος. Με το: «Νίκο, αγάπη μου», που μου είπε, θυμήθηκα τα λόγια του γέροντα. «- Μη πεις τίποτα άλλο. Είσαι έγκυος!» «-Ναι, πού το ξέρεις;» «-Μου το είπε ο καλόγερος, ο φίλος μου, και είναι κοριτσάκι!»
Από το θαύμα που έγινε στο ανιψάκι μου πίστεψα πολύ βαθιά στον Θεό. Κανείς και για τίποτε αυτή την πίστη δε θα την κλονίσει. Αν κάποτε αποφασίσεις να έρθεις στα Ιεροσόλυμα, θα χαρώ να έρθεις να με βρεις, θα με ζητήσεις στην Πρεσβεία. Θα πεις θέλω το Νίκο τον Πειραιώτη.

Ωστόσο έχουμε φτάσει στον Πειραιά- εγώ δεν μπορώ να αρθρώσω λέξη, αλλά ούτε και να κατέβω να βγάλω τη βαλίτσα του Νίκου από το πορτ-μπαγκάζ.

Πηγή: ΒΙΒΛ. ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΑ ΤΕΙΧΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ – ΠΟΡΦΥΡΙΑ ΜΟΝΑΧΗ

Δεν σε ξέρω. Πρώτη φορά σε βλέπω. Άλλα βλέπω ότι πίσω σου στέκεται ο άγγελός σου –

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΘΑΥΜΑ με τον Γέροντα Ιάκωβο Τσαλίκη

 

Κλείτος Ιωαννίδης: Κύριε Παπαζάχο, εσείς πώς τον γνωρίσατε;
Γεώργιος Παπαζάχος: Είχε έρθει στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών για τα προβλήματα, πού είχε με την καρδία του.
Μόλις έμαθα ότι ήταν εκεί, πήγα να τον δω. Ήταν ή μέρα, πού τον είχαν μετακινήσει από τη Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης σ’ ένα δωμάτιο με τρία κρεβάτια κι ένα ράντζο, πάνω στο όποιο είχαν βάλει τον Γέροντα Ιάκωβο. Ή πρώτη εντύπωση μου μόλις τον είδα είναι κάτι πού δεν περιγράφεται. «Αν σας πω ότι ό άνθρωπος αυτός ακτινοβολούσε, θα είναι λίγο. Ή μορφή του ήταν το κάτι άλλο, πράγματι ακτινοβολούσε.
Την ώρα πού μπήκα στο δωμάτιο του, ήταν εκεί οι γιατροί, πού έκαναν την καθημερινή επίσκεψη τους στους θαλάμους των ασθενών. Κατά σύμπτωση οί γιατροί εκείνοι ήταν πρώην φοιτητές μου στο Πανεπιστήμιο. Έτσι, μόλις με είδαν, ήρθαν κοντά μου καί με ενημέρωσαν για την κατάσταση της υγείας του Γέροντα. Όταν τελείωσαν κι έφυγαν οί γιατροί, πήγα καί κάθησα δίπλα στο Γέροντα Ιάκωβο, ό οποίος, μόλις με είδε, μου είπε το εξής, το όποιο μ’εκανε πραγματικά ν” ανατριχιάσω, γιατί ήταν κάτι που δεν είχα σκεφτεί ποτέ. – Δεν σε ξέρω. Πρώτη φορά σε βλέπω. Άλλα βλέπω ότι πίσω σου στέκεται ό άγγελος σου.
Με συγκλόνισε κυριολεκτικά αυτό πού μου είπε. Δεν το λέω για υπερηφάνεια, Καί πρόσθεσε:
Όλοι οι άνθρωποι έχουν άγγελο. Άλλα τον δικό σου τον είδα. Πρόσεξε να μη τον διώξεις από κοντά σου. Ανατριχιάζω ολόκληρος κάθε φορά, πού το σκέφτομαι, το ίδιο όπως την ώρα εκείνη. Κι ολοκλήρωσε ό Γέρων Ιάκωβος: -Αυτός ό άγγελος έχει κατονομασθεί την ήμερα της βαπτίσεώς σου. Από την ήμερα της βαπτίσεώς σου σε συνοδεύει καί δεν πρέπει να φεύγει από κοντά σου. Είναι αυτός, ό οποίος τελικά θα πάρει την ψυχή σου στα χέρια του καί θα την οδηγήσει την ήμερα της Κρίσεως. Κι όταν θα έρχονται οί δαίμονες καί θα λένε «αυτός έκανε εκείνο, έκανε το άλλο, διέπραξε αυτή την αμαρτία καί την άλλη», τότε ό άγγελος σου θα λέει «ναι, τα έκανε αυτά, αλλά ταυτόχρονα έκανε κι αυτό το καλό, έκανε καί το άλλο καλό». Αυτός είναι ό δικηγόρος, πού θα σε υποστηρίξει. Πρόσεξε, λοίπόν, να μη τον απομακρύνεις. Τον είδα να είναι κοντά σου. Από εκείνη την ώρα, ουδέποτε σταμάτησα να έχω την αίσθηση ότι δίπλα μου υπάρχει ένας άγγελος, ό δικός μου, προσωπικός άγγελος. Αυτό είναι ένα μέγα μήνυμα χαράς προς όλους όσους βαπτιστήκαμε Όρθόδοξοι χριστιανοί.
Κλείτος Ιωαννίδης: Αληθινά εντυπωσιακή εμπειρία αυτή, κύριε Παπαζάχο να δεί ό Γέρων Ιάκωβος το φύλακα άγγελο σας.
Γεώργιος Παπαζάχος: Όταν έβλεπες τον Γέροντα Ιάκωβο είχες την αίσθηση ότι ήταν άλλου κόσμου, ότι μιλούσε μεν για τα προβλήματα σου, αλλά με μια άλλη προοπτική. Καταλάβαινες ότι, όντας δίπλα σου, ζούσε κάπου άλλου. Κι αυτό σε γέμιζε μ” ένα αίσθημα πανηγύρεως.
Κλείτος Ιωαννίδης: Ήταν απ’άλλου φερμένος.
Γεώργιος Παπαζάχος: Καί σου μετέδιδε ότι κι εσύ είσαι για άλλου πλασμένος, ότι δεν είσαι για εδώ.

– See more at: http://hellas-orthodoxy.blogspot.gr/2014/12/blog-post_293.html#sthash.PgqZaIgI.dpuf

Θαυμαστό γεγονός! Μυροροούσα εικόνα του Αγίου Γαβριήλ στην Γεωργία (ΒΙΝΤΕΟ)

 

Θαυμαστό γεγονός! Μυροροούσα εικόνα του Αγίου Γαβριήλ στην Γεωργία (ΒΙΝΤΕΟ)

Στη Γεωργία, στο σπίτι μιας οικογένειας από το τέλος του Ιουλίου η εικόνα του Αγίου Γαβριήλ στάζει μύρο. Πρόκειται για μια οικογένεια με δύο μικρά παιδιά και περιγράφονται από όλους ως πολύ καλοί άνθρωποι.

Η ιδιοκτήτητρια του σπιτιού όπου βρίσκεται το εικονίδιο λέει: «Αυτό είναι το εικονίδιο που αγόρασα το Πάσχα. Το τοποθέτησα στην θέση που του αρμόζει στην ιερή γωνία. Περίπου πριν από τρεις μήνες, άρχισε να στάζει μύρο. Σκούπισα το εικονίδιο και παρατήρησα ότι το ύφασμα, πότισε. Ξεκίνησε πολύ μεγαλή ροή. μύρου σε ολόκληρη την επιφάνεια της εικόνας. Πριν από μία εβδομάδα, παρατήρησα και το ραγισμένο γυαλί. Το πρωί, την αυγή στις 4 το πρωί ακούστηκε ένα τρίξιμο. Μπορείτε να δείτε πώς στάζει το μύρο … »

Πρόσφατα, τα μέλη της οικογένειας έδειξαν την εικόνα στον Πατριάρχη Ηλία Β. ο οποίος δήλωσε πολύ χαρούμενος.

«Μιλήσαμε με τον Πατριάρχη, – λέει η γυναίκα – Μας ευλόγησε. Είπε ότι ήταν ένα μεγάλο θαύμα. Είμαστε πολύ περίεργοι για το τι σημαίνει το ραγισμένο γυαλί. Ο Πατριάρχης είπε ότι προφανώς μας περιμένει μια μεγάλη δοκιμασία. »

Το μύρο συλλέγεται σε ένα δοχείο, διότι ρέει άφθονο. Κληρικοί έρχονται να το πάρουν για να ευλογήσουν ενορίτες, σύμφωνα με το την τηλεόραση του Πατριαρχείου Γεωργίας

Τελευταία τροποποίηση στιςΤρίτη, 09 Δεκέμβριος 2014 09:56

  • Από  pravoslavie.ru