4ο χρόνια (1975-2015) από την κοίμηση του οσίου πατρός ημών Δημητρίου Γκαγκαστάθη

Ο Παπα – Δημήτρης Γκαγκαστάθης [29.1. 1975]

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου – συγγραφέα

Ο παπά – Δημήτρης γεννήθηκε το 1902 στον Πλάτανο Τρικάλων, χωριό που για 42 ολόκληρα χρόνια, (1931-1973) υπηρέτησε ως εφημέριος «ελλαμπόμενος από τας ακτίνας του Αγίου Πνεύματος». Και εκεί στις 29 Ιανουαρίου, 1975, «εξήχθη εις αναψυχήν, συναντήσας το Φως της ζωής». Η φτώχεια δεν του επέτρεψε να πάρει μόρφωση και μικρός έγινε τσοπανόπουλο. Βόσκοντας, όμως, τα πρόβατα, άρχισε να έχει τις πρώτες πνευματικές εμπειρίες. Γράφει ο ίδιος: “Για να ενδυναμώσω την πίστη μου διάβαζα στην καλύβα μου βίους Αγίων. Απέφευγα τις συναναστροφές του κόσμου.

Επί τούτου επήγαινα στις πιο βαθιές χαράδρες και προσευχόμουν. Πολλά βράδυα έρχονταν δαίμονες (…) για να με εξοντώσουν αλλά οι Αρχάγγελοι δεν τους επέτρεπαν και έφευγαν άπρακτοι”. Σε ηλικία 19 ετών κατατάχθηκε στην Χωροφυλακή. Πριν φύγει από το χωριό πέρασε από τους προστάτες του Αρχαγγέλους. “Τους προσκύνησα και τους παρακάλεσα: Με καλεί η πατρίδα να πηγαίνω. Σας θέλω να με ενισχύσετε, να με βοηθήσετε και να έλθω πάλιν σώος και αβλαβής, όπως φεύγω τώρα”. Πολέμησε στην Μικρά Ασία. Στην μεγάλη καταστροφή της Σμύρνης, οι προστάτες του Αρχάγγελοι τον έσωσαν θαυματουργικώς πολλές φορές. Γράφει ο παπα-Δημήτρης:

“Έφθασα στην Σμύρνη Σάββατο, την ώρα που κτυπούσαν οι καμπάνες. Τι συγκινητικόν ήτο! Αργά την νύκτα έρχεται και πάλιν ο γέρων (εννοεί τον Αρχάγγελο) και μου λέγει: να (…) πας εις το δεύτερο λιμάνι. Περί ώρα 9, παρά τέταρτο, να μπεις εις το πλοίον και θα βγείς εις την Χίον. Εγώ είμαι μαζί σου, μη φοβείσαι. Έτσι και έγινε. Βγήκα εις την Χίο και έπειτα στην Αθήνα. Από την Αθήνα με έστειλαν εις την Κομοτηνή. Εκεί τακτικά εκκλησιαζόμουν και έμαθον και την ψαλτική. Γυρίζοντας από το στρατιωτικό εγράφηκα εις άλλο Δημοτικό Σχολείο και πήρα απολυτήριον έκτης Δημοτικού, για να γίνω Ιερεύς. Την 24ην Μαΐου 1931 έγινα Διάκονος και εις τας 26 του ιδίου μηνός έγινα Ιερεύς”. Τότε άρχισε η θαυμαστή ποιμαντική, ασκητική, ιερατική, εθνική και κοινωνική ζωή του παπα-Δημήτρη. Ως πατέρας (εννέα παιδιών μάλιστα), ιερεύς και ποιμένας, πονούσε με αγάπη ολόκληρο το ποίμνιο του, ολόκληρο το χωριό του. Είχε γεμίσει όλους τους χώρους του μικρού χωριού του με εικονοστάσια, σταυρούς, εικόνες κλπ. Ήταν φιλάνθρωπος, ελεήμων, ανοιχτόκαρδος, κοινωνικός, έχοντας πάντοτε καραμέλες για τους μικρούς και μικροποσά για τους ενδεείς μεγάλους. Ενδιαφερόταν για βιβλιοθήκες, έκανε επισκέψεις, έδινε δώρα, έστελνε επιστολές. Ήταν μέσα σ΄όλα, αλλά ουσιαστικά ζούσε έξω από όλα. Ήταν ασκητής στον κόσμο, έχοντας απόλυτη άνεση, με τον Θεό, με τους Ταξιάρχες και τους Αγίους. Μια φορά όταν πέρασε αβρόχοις ποσίν ένα πλημμυρισμένο ποτάμι, (για να σωθεί έτσι από εχθρούς) πολύ απλά είπε: “Ε ! τον τσακώσαμε τον Γιώργη, τον πιάσαμε τον Ευεργέτη”.

Ο Ηγούμενος τους Ι.Μ.Σιμωνόπετρας, Αιμιλιανός, που είχε στενό σύνδεσμο με τον παπα-Δημήτρη, γράφει: “Και ο ύπνος του σώματος του και η νήψις τους ψυχής του και η μύησις των οφθαλμών του και ο λόγος του και η σιωπή του ήσαν στοιχεία και μέσα επικοινωνίας με τον Θεόν και τους φίλους του Θεού. Εζη συνηρμοσμένος εν τω μυστικώ σώματι τους Εκκλησίας, έζη την Βασιλείαν του Θεού, τα φαινόμενα θεωρών, τα αόρατα κατανοών”.

Η πνευματικότητα, η πίστη του και η γενναιότητά του, φάνηκαν στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου. Η ευρύτερη περιοχή γύρω από τον Πλάτανο ελεγχόταν από τον ΕΛΑΣ. Ο παπα- Δημήτρης, μόνος παπάς σε όλη την περιοχή, αρνιόταν να συνοδοιπορήσει με τους κομμουνιστές. Κατήγγειλε τα άθεα πιστεύω τους.

Κυνηγήθηκε αλύπητα και κινδύνευσε πολλές φορές. Πολλοί, ακόμα και οι οικείοι του, του έλεγαν να σωπάσει, αλλά αυτός αρνιόταν. Γράφει: “Μου λέει η παπαδιά μου. Παπά χαζάθηκες τελείως; Εσύ θα φέρεις το αποτέλεσμα; Δεν βλέπεις όλους τους παπάδες των χωριών, που κάθονται στα σπίτια τους, δουλεύουν και τρώγουν με τους οικογένειες τους; Εγώ τους απαντώ. Θα πεθάνω για τον Χριστό και όχι για τον χρυσό. Κομμουνιστής εγώ δεν γίνομαι.” Ο παπα-Δημήτρης δεν φοβόταν γιατί συνοδοιπορούσε με τους Αγίους, τους Ταξιάρχες και τον Αη-Νικόλα. Γράφει ο ίδιος:

‘Όταν στις 20 Οκτωβρίου 1945, Κυριακή πρωί, κτύπησα την καμπάνα, μας περιεκύκλωσεν αντάρτικος στρατός. Το χωριό μας ήταν με ομάδα εθνική και γι΄ αυτό ήθελαν να μας εξοντώσουν. Άρχισαν να ρίχνουν πυρά τους φοβερισμό. Εγώ μόλις είχα μπει στην Εκκλησία, έκαμα τον σταυρό μου, παρεκάλεσα τον Άγιο Νικόλαο και φεύγω. Εκείνοι από το φυλάκιο ρίξανε άφθονες σφαίρες με το πυροβόλο, καμία τους δεν με εκτύπησε. Ακολούθησα ένα ρέμα, τα Αμπέλια και έχασαν τα ίχνη μου. Επήγαινα προς το χωριό Βασιλική που είχε εθνικό στρατό και ομάδα, για να φυλαχθώ. Κοντά στα σύνορα των δύο χωριών, Ριζώματος-Βασιλικής με έφτασαν. Είχαν διατάξει 10 ιππείς και με τον αρχηγό να με πιάσουν. Με κυνηγούσαν, έβριζαν και έριχναν με τα Στεν, χωρίς να μπορούν να με φονεύσουν. Οι σφαίρες τρύπαγαν τα ράσα. Με πλησίασαν και με περιεκύκλωσαν στα 50 μέτρα γύρω-γύρω, φωνάζοντας: κερατά τράγο, πού θα πας; (με έβριζαν ελεεινά). Εγώ ευρισκόμενος εν μέσω κινδύνου, εσήκωσα τα χέρια προς τον ουρανό και εφώναξα από το βάθος της ψυχής: Μιχαήλ Αρχιστράτηγε, σώσε με, κινδυνεύω. Ω του θαύματος! Σαν αστραπή παρουσιάσθη ο Αρχάγγελος Μιχαήλ εις τον αρχηγό. Είδα ένα νέο με σπαθί, που έκοψε τα σχοινιά από την σέλα του αλόγου, τον έριξε κάτω και τον έσπασε την σπονδυλική στήλη.

Οι υπόλοιποι έμειναν ακίνητοι, ωσάν να τους είχε κτυπήσει ηλεκτρισμός. Ακούω μια φωνή, ήταν του αρχηγού τους, να λέγει: Εχεις όριο ζωής και υψηλούς προστάτας. Ευχαριστώ, τους απήντησα. Τους συγχώρησα και τους ευχήθηκα ο Θεός να τους φωτίσει, να μετανοήσουν και να γίνουν καλοί άνθρωποι. Να λέτε την αλήθεια, τους είπα, να έχετε τον Θεό βοήθεια και έφυγα σιγά-σιγά για τον προορισμό μου”.

Ο παπα-Δημήτρης στη Δάφνη του Αγίου Όρους

 

Η ζωή του έκτοτε και μέχρι της ασθενείας του ήτο μία διαρκής κένωση του εαυτού του υπέρ πάντων. Τον άκουγες να λέγει “Τρέξε παπα- Δημήτρη, τρέξε, ο διάβολος έζωσε και πάλι το χωριό”. Το κομποσχοίνι έλιωνε στα χέρια του υπέρ πάντων και όταν καμμιά φορά αγνοούσε τα ονόματα, μουρμούριζε: “υπέρ του διευθυντού του ΚΤΕΛ, υπέρ του οδοντιάτρου, υπερ…υπέρ…”. Επισκεπτόταν μοναστήρια για πνευματική αναψυχή και δύναμη, είχε αναπτύξει πνευματικό δεσμό με τους μακάριους γέροντες π. Φιλόθεο Ζερβάκο, π. Αμφιλόχιο Μακρή, π. Εφραίμ Κατουνακιώτη, με τους οποίους αλληλογραφούσε και εξωμολογείτο. Αν και ασπούδαστος, είχε ακέραιη ορθόδοξη πίστη, γνήσιο εκκλησιαστικό φρόνημα και διάκριση πνευμάτων. Γράφει ο ίδιος: “Όταν το 1971 ήλθαν οι μεγάλοι των ξένων εκκλησιών στα Τρίκαλα, πήγα και τους είδα και λέγω: φύγε παπαδημήτρη ογλήγορα και μην κοιτάς πίσω”.

Όταν του διαγνώσθηκε καρκίνος, τον Φεβρουάριο του 1970 υπεβλήθη σε εγχείριση στον Ευαγγελισμο. Θαύμα μεγάλο και ζωντανό έγινε. Γράφει ο ίδιος σε επιστολή του: “Οι ιατροί του ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ μου το ανήγγειλαν καθαρά το πικρό φιρμάνι.

Εγώ εδόξαζα τον Θεόν, που μου έδωκε αυτό το μεγάλο δώρον, τον καρκίνον, για να με δοκιμάσει. Η εγχείρισις κράτησε 5 ώρες. Τις επόμενες ημέρες είχα μία διάθεση που μου ερχόταν να κατέβω από το κρεββάτι. Δεν αισθανόμουν τίποτα. Το βράδυ, που έμεινα μόνος, ήλθαν δύο άγνωστοι και με φύλαγαν και με ανακούφιζαν. Χαρά Θεού και ευλογία Θεού εκείνο το βράδυ, που δεν μπορώ να περιγράψω. Ολοι εθαύμασαν πως έζησα”. Επέστρεψε ο πατήρ-Δημήτριος στο χωριό του, έχοντας υγεία πλέον, ιδιαίτερα εύθραυστη. Το 1973 νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ για «ανώτερες σπουδές», όπως έλεγε χαριτολογώντας. Ο Θεός προετοίμαζε τον δούλο του. Στις 29/1/1975, μετά πολύμηνους φρικτούς πόνους ο Θεός τον δέχθηκε. Πριν αναχωρήσει για τις σκηνές των δικαίων έλεγε: “Όταν βρώ εκεί θέσιν, τότε θα έρχομαι και θα σας βοηθώ. Αμ, πώς! Θα ξεχάσω τα πνευματικά μου παιδιά;”

http://aktines.blogspot.gr/2014/01/291-1975.html

λίγο Τίμιο Ξύλο σε ένα κεράκι

Ο Σταυρός του Χριστού έχει μεγάλη δύναμη http://leipsanothiki.blogspot.be/
Ο Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης μπροστά στην κάρα του Οσίου Αρσενίου του Καππαδόκου.
«… Ο Σταυρός του Χριστού έχει μεγάλη δύναμη. Όταν ήμουν δόκιμος μοναχός, με πολεμούσαν πολύ τα ταγκαλάκια. Το βράδυ, που ήμουν στο κελλί, μου χτυπούσαν συνεχώς την πόρτα και έλεγαν: «Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων». Άνοιγα την πόρτα και, παρόλο που δεν έβλεπα κανέναν, με έπιανε φόβος. Μετά, δεν με χωρούσε ο τόπος· μου ήταν αδύνατον να μείνω μέσα στο κελλί. Υπέφερα, έκλαιγα, έκανα προσευχή, τίποτε. Έβγαινα έξω. Ένα βράδυ, μετά το Απόδειπνο, με βλέπει έξω ένας Προϊστάμενος της Μονής. «Παιδί μου, μου λέει, γιατί δεν πας στο κελλάκι σου; Βλέπεις κανέναν Πατέρα να γυρνάη έξω; Οι Πατέρες κάνουν προσευχή στα κελλιά τους». Άρχισα να κλαίω και του είπα τι συμβαίνει. Μου φέρνει τότε λίγο Τίμιο Ξύλο σε ένα κεράκι και μου λέει: «Πήγαινε, παιδί μου, ήσυχος τώρα στο κελλί σου». Μόλις έκλεισα την πόρτα, άκουσα αμέσως δυνατά: «Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων». «Αμήν», είπα. Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ένας αστυνομικός με πλήρη στολή. Τα γαλόνια τα φορούσε λοξά στο μανίκι, όπως παλιά οι αστυνομικοί, και άρχισε να φωνάζη: «Ε, παλιοκαλόγερε, εσύ αδιάβαστος (σημ. Εννοεί δόκιμος μοναχός, χωρίς ρασοευχή), τι το έχεις αυτό το ξύλο;». Και άρχισε να γελάη με το… «γλυκό» του γέλιο. Φώναζε, αλλά δεν μπορούσε να πλησιάση, γιατί είχα το Τίμιο Ξύλο. «Κύριε Ιησού Χριστέ», φώναξα, και έγινε καπνός ο «αστυνομικός»….»

Οσίου Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι ΣΤ΄, Περί Προσευχής, έκδοση Ιερόν Ησυχαστήριον Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης, 2012, σελ. 63-64.

Κοινωνώντας έναν λεπρό…

 

Στο διάστημα του μισού αιώνα που λειτουργούσε ο άγιος παπά-Νικόλας ο Πλανάς, άνευ διακοπής (διότι δεν αρρώστησε ποτέ), έτυχε κάποια φορά εκεί στην ενορία του, σ’ ένα στενό δρομάκι να κρύπτεται ένας λεπρός σε μεγάλο βαθμό.
Του είχαν φαγωθεί τα χείλη του από την φοβερή ασθένεια. Πήγε μια φορά ο Πατήρ να τον κοινωνήσει, αλλά το κατεστραμμένο του στόμα, δεν μπορούσε να παραλάβει το Άγιο Σώμα του Κυρίου. Χωρίς κανένα, μα κανένα δισταγμό, ο Πατήρ έσκυψε και με το στόμα του επήρε το θείο Μαργαρίτη, που είχε πέσει και τον «κατέλυσε»!

Κατόπιν ο ασθενής μεταφέρθηκε σε λεπροκομείο μαζί με την κόρη του που είχε μολυνθεί και της είχαν φαγωθεί τα δάχτυλα. Εν τούτοις ο π. Νικόλας δεν έπαθε τίποτα!
Αυτό, ας το δούνε αυτοί που δυσκολεύονται να κοινωνήσουν, γιατί φοβούνται τα μικρόβια. Μεγάλη βλασφημία. Ένας Θεός, ζώντων και νεκρών, ποιητής ουρανού και γης, να προσβάλλεται από τα μικρόβια! Παραλογισμοί σκοτισμένων απίστων.

 Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στην ευχή του που διαβάζουμε πριν την Θεία Μετάληψη, εξηγεί το τι πιστεύουμε για την Θεία Κοινωνία: «Πιστεύω Κύριε, και ομολογώ, ότι Συ ει αληθώς ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος, ο ελθών εις τον κόσμον αμαρτωλούς σώσαι, ων πρώτος ειμί εγώ.
Έτι πιστεύω, ότι τούτο αυτό εστί το άχραντον Σώμα Σου, και τούτο αυτόεστί το τίμιον Αίμα Σου. Δέομαι, ουν Σου, ελέησόν με, και συγχώρησόν μοιτα παραπτώματά μου, τα εκούσια και τα ακούσια, τα εν λόγω, τα εν έργω, τα εν γνώσει και αγνοία, και αξίωσόν με ακατακρίτως μετασχείν των αχράντων Σου Μυστηρίων, εις άφεσιν αμαρτιών, και εις ζωήν αιώνιον.
Αμήν.
πηγή

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ

IEΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ

ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ

ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ-ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΣ

Δημητσάνα – Μεγαλόπολη, Κυριακή 18 Ἰανουαρίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ

  1. Σήμερα, ἀδελφοί μου χριστιανοί, θά σᾶς πῶ λίγα λόγια γιά τόν ἅγιο Ἀθανάσιο, Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας, τοῦ ὁποίου τήν μνήμη ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας. Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος, ἀγαπητοί μου, εἶναι ὁ μεγαλύτερος πατέρας τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Φωτίστηκε πολύ ἀπό τόν Θεό, ὥστε αὐτός, περισσότερο ἀπ᾽ ὅλους τούς ἄλλους κατανόησε τό μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος καί τό ἐξέφρασε. Γιά τήν ὑπεράσπιση δέ τῆς ἀλήθειας ὑπέστη διωγμούς καί ἐξορίες, πέντε τόν ἀριθμό. Εἶναι ὁμολογητής καί μάρτυρας. Στό ἀνάστημά του ἦταν κοντός. Ἀλλά ἡ Ἐκκλησία τόν εἶπε «Μέγα» καί τόν παρομοίασε μέ Ἄτλαντα. Τόν εἶπε «ἄτλαντα» Ὀρθοδοξίας! Πραγματικά! Στούς ὤμους του, μόνος αὐτός, κράτησε στήν ἐποχή του ὅλη τήν πίστη!

 

  1. Ἀπό μικρός διάβαζε πολύ τήν Ἁγία Γραφή, τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη, τόσο ὥστε, ὅπως μᾶς λέγουν οἱ βιογράφοι του, τήν ἔμαθε ἀπέξω. Σπούδασε καί τήν κοσμική σοφία· δέν ἔδωσε ὅμως τήν καρδιά του στά μαθήματα αὐτῆς, ἀλλά τήν ἔδωσε στά θεϊκά νοήματα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀπό τά ὁποῖα εἶχε συναρπασθεῖ. Μεγαλώνοντας γνωρίστηκε μέ ἔξοχο ἐκκλησιαστικό ἄνδρα, μέ τόν ἀρχιεπίσκοπο τῆς Ἀλεξάνδρειας τόν Ἀλέξανδρο, ὁ ὁποῖος ἐθαύμασε τήν ἀρετή τοῦ νεαροῦ Ἀθανασίου καί τόν ἀνέλαβε ὑπό τήν πνευματική του προστασία. Μεγάλη σημασία ὅμως γιά τήν πνευματική πρόοδο τοῦ Ἀθανασίου εἶχε ἡ γνωριμία του μέ τόν ἅγιο Ἀντώνιο, τόν καθηγητή τῆς ἐρήμου. Ὁ μεγάλος αὐτός ἀσκητής βοήθησε καί στήριζε πολύ τόν Ἀθανάσιο, ὄχι μόνο ὅταν ἦταν νεαρός καί πήγαινε κοντά του στήν ἔρημο, ἀλλά καί ἀργότερα, ὅταν ἔγινε ποιμένας καί ἔδινε μάχες ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν.
  2. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρος, πού παρακολουθοῦσε τήν πρόοδο τοῦ Ἀθανασίου καί ἤθελε τήν ἀνάδειξή του γιά τήν ὠφέλεια τῆς Ἐκκλησίας, τόν χειροτόνησε διάκονο καί τόν προσέλαβε ἄμεσο βοηθό του. Τήν περίοδο αὐτή ὁ νεαρός διάκονος ὁλοκλήρωσε δύο του βιβλία, τό «Κατά Ἑλλήνων» καί τό «Περί ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου». Στό πρῶτο του βιβλίο μιλάει γιά τήν πλάνη τῆς εἰδωλολατρίας τῶν Ἑλλήνων, πού τούς ἔκανε νά καταπέσουν τόσο, ὥστε, παρά τήν φιλοσοφία τους, νά μεταχερίζονται τά ὄργανα τοῦ σώματός τους καί τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς τους γιά τήν διάπραξη τοῦ κακοῦ (βλ. Λόγος κατά Ἑλλήνων 5, ΒΕΠ 30,34-35). Στό δεύτερό του βιβλίο ὁ ἅγιος, στό «Περί ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου», μιλάει γι᾽ αὐτό πού γιορτάσαμε τά Χριστούγεννα, γιά τό ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος. Καί λέγει γιά τόν σκοπό τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ αὐτόν τόν σύντομο λόγο: «Αὐτός ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν»! Ὁ Θεός δηλαδή ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά κάνει τόν ἄνθρωπο θεό! Γιά νά θεώσει τόν ἄνθρωπο! Καί ἀφοῦ στήν Κοιλία τῆς Θεοτόκου ἑνώθηκε στό Πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ θεία φύση μέ τήν δική μας τήν ἀνθρώπινη φύση, ἄρα καί ἐμεῖς, στήν Κοιλία τῆς Θεοτόκου Ἐκκλησίας, μποροῦμε, διά τῶν θείων Μυστηρίων, νά ἑνωθοῦμε μέ τήν θεία φύση καί νά πετύχουμε τήν θέωση. «Ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά κάνει τόν ἄνθρωπο θεό», εἶπε ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος.
  3. Τόν Μέγα Ἀθανάσιο τόν περίμεναν μεγάλοι ἀγῶνες, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν δόξα σ᾽ αὐτόν καί στήν Ἐκκλησία. Ἐκεῖνον τόν καιρόν, ἀγαπητοί μου, ἐμφανίστηκε ὁ Ἄρειος. Αὐτός καταγόταν ἀπό τήν Λιβύη, ἀλλά κατοικοῦσε στήν Ἀλεξάνδρεια καί σπούδαζε φιλοσοφία. Φαινόταν ὅτι ζοῦσε ἀσκητικό βίο, ἀλλά ἐπειδή τήν θεολογία τήν ἔκρινε μέ τήν φιλοσοφία, ἀλλά καί κυρίως γιατί ἦταν ὑπερήφανος καί δέν εἶχε λοιπόν τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, γι᾽ αὐτό καί ἔπεσε σέ μεγάλη βλασφημία. Βλασφήμησε τό Πρόσωπο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Δέν δεχόταν ὅτι ὁ Χριστός ἦταν πραγματικός Θεός, ὅμοιος μέ τόν Πατέρα. Δέν Τόν δεχόταν ὅτι ἦταν προαιώνιος Θεός, συναΐδιος μέ τόν Πατέρα, ἀλλά Τόν κήρυττε ὡς κτίσμα τοῦ Θεοῦ. Τά ἔλεγε δέ αὐτά τά βλάσφημά του ὁ Ἄρειος μέ δύναμη φιλοσοφικοῦ λόγου, γι᾽ αὐτό καί ἔπειθε πολλούς στήν πλάνη του. Ἀκόμη ἔπειθε καί ἱερεῖς καί μάλιστα καί ἀρχιερεῖς. Δημιούργησε κόμμα στήν Ἐκκλησία, ἔκανε «ἀρειανιστές». Τό πράγμα δημιούργησε ταραχή καί στήν Ἐκκλησία καί στήν κοινωνία. Γι᾽ αὐτό ὁ αὐτοκράτορας Μέγας Κωνσταντῖνος, γιά νά φανεῖ ἡ ἀλήθεια καί γιά τήν εἰρήνευση τῶν ἀνθρώπων, συνεκάλεσε τό 325 στήν Νίκαια τῆς Βιθυνίας τήν Α´ Οἰκουμενική Σύνοδο. Στήν Σύνοδο αὐτή μετεῖχε καί ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος, διάκονος ὤν. Ἄν καί διάκονος ὁ Ἀθανάσιος, ὅμως, ἐκπροσωπώντας τόν Γέροντα Ἐπίσκοπό του Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρο, μίλησε, ἐνώπιον τῶν 318 Πατέρων τῆς Συνόδου, μέ δύναμη πολύ καί ἀπέδειξε ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί τήν Ἱερή Παράδοση ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, εἶναι ὅμοιος μέ τόν Θεό Πατέρα. Ὅτι εἶναι συνάναρχος καί συναΐδιος αὐτοῦ. Ὅτι δηλαδή δέν ὑπῆρχε χρονική στιγμή κατά τήν ὁποία δέν ὑπῆρχε ὁ Υἱός, ὅπως ἔλεγε ὁ Ἄρειος. Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ἀπέδειξε ἀπό τίς Γραφές καί διακήρυξε αὐτό τό δόγμα τῆς πίστης μας: «Ἅμα Πατήρ, ἅμα Υἱός»! Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ δηλαδή δέν γεννήθηκε «ἐν χρόνῳ», ὅπως ὅλα τά δημιουργήματα, ἀλλά γεννήθηκε «ἀΐδια» (= ἄχρονα) ἀπό τόν Θεό Πατέρα. Ὁ Χριστός δέν εἶναι κτίσμα, ἀλλά εἶναι Θεός ἀληθινός. Εἶναι «ὁμοούσιος» μέ τόν Θεό Πατέρα.
  4. Ὁ διάκονος ἅγιος Ἀθανάσιος ἀπέβηκε τό κύριο πρόσωπο τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἡ Σύνοδος κατεδίκασε τήν διδασκαλία τοῦ Ἀρείου, ἀλλά αὐτός ὁ Ἄρειος φρόντιζε καί μετά τήν καταδίκη του νά τήν διαδίδει καί νά ἀποκτᾶ περισσότερους ὀπαδούς. Ἔτσι καί ὅταν ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος, μετά τόν θάνατο τοῦ Ἀλεξάνδρου, ἔγινε πατριάρχης Ἀλεξανδρείας, οἱ ἀρειανοί τοῦ δημιουργοῦσαν πολλές ἐνοχλήσεις. Πετύχαιναν μάλιστα, ἐπηρεάζοντες καί αὐτόν τόν αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο, νά τόν ἐκτοπίζουν ἀπό τόν θρόνο του καί νά τόν στέλλουν ἐξορία. Γιά τά ὀρθόδοξα δόγματα τῆς Νικαίας πέντε φορές, ἀγαπητοί μου, πέντε φορές ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος πῆγε ἐξορία. Ἀλλά ὅλες τίς σωματικές ταλαιπωρίες καί τά ψυχικά του βάσανα τά ὑπέφερε καρτερικώτατα καί δέν ὑπεχώρησε καθόλου στόν ἀγῶνα του γιά τήν πίστη. Δίδαγμα αὐτό καί παράδειγμα αὐτό καί γιά σᾶς τούς λαϊκούς, ἀλλά πρό παντός γιά μᾶς τούς κληρικούς καί μάλιστα γιά μένα τόν ἐπίσκοπο. Παράδειγμα ὅτι πρέπει νά ἀγωνιζόμαστε γιά τήν ὀρθόδοξη πίστη μας. Γιά τήν ὑπεράσπιση τῆς πίστης μας, χριστιανοί μου, νά εἴμαστε πρόθυμοι καί ἕτοιμοι καί ἐξορίες καί φυλακές καί μαρτύρια, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, νά ὑποστοῦμε. Ἔτσι εἶναι! Ὄχι μόνο νά φέρουμε τά ὀνόματα τῶν ἁγίων καί νά ἑορτάζουμε πανηγυρικά τήν μνήμη τους, ἀλλά νά μιμούμαστε καί τό ἅγιό τους παράδειγμα καί τούς ἀγῶνες τους γιά τήν πίστη. Σᾶς λέγω δέ, ἀδελφοί μου χριστιανοί, ὅτι καί σήμερα ὑπάρχουν ἀρειανοί, πού δέν πιστεύουν τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ μας. Οἱ λέγόμενοι Χιλιαστές καί ψευδομάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ, γιά παράδειγμα, εἶναι ἐγγόνια τοῦ Ἀρείου, πού ἐπολέμησε ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος.
  5. Τέλος, στά πνευματικά του τέκνα ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος, πού λυποῦνταν γιά τούς διωγμούς του, τούς ἔλεγε σέ κάθε ταλαιπωρία πού τοῦ συνέβαινε αὐτό τό ὡραῖο: «Νεφύδριόν ἐστιν καί θᾶττον παρελεύσεται»! «Σύννεφο» δηλαδή θά εἶναι αὐτό τό κακό πού τοῦ ἔγινε καί σύντομα θά φύγει. Ἐνθυμοῦμαι τώρα, ὅταν ἤμουν φοιτητής, στά κηρύγματα τοῦ πατρός Αὐγουστίνου, τοῦ συγχρόνου αὐτοῦ ὁμολογητοῦ καί ἀγωνιστοῦ τῆς πίστης μας, ἐρχόταν μία πολύ νεαρά χήρα γυναίκα μέ τό μικρό της τό παιδάκι, 5 ἐτῶν στήν ἡλικία. Γιάννης ἦταν τό ὄνομα τοῦ μικροῦ. Ἡ μητέρα του, ἀπ᾽ αὐτή τήν ἡλικία, τοῦ μάθαινε λογάκια ἀπό τούς ἁγίους πατέρες. Καί ρωτάγαμε ἐμεῖς οἱ φοιτητές τόν μικρό: «Γιαννάκη, τί εἶπε ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος;». Καί ὁ μικρούλης μέ τήν χαριτωμένη του φωνοῦλα ἔλεγε: «Συννεφάκι εἶναι καί γρήγορα θά περάσει»!

Ἄς μᾶς εἶναι, ἀγαπητοί μου, παρηγοριά αὐτός ὁ λόγος τοῦ ἁγίου στά δύσκολα τῆς ζωῆς μας. Καί ἡ κρίση στήν ἀγαπημένη μας πατρίδα «συννεφάκι εἶναι καί γρήγορα θά περάσει»! ΑΜΗΝ.

Μέ πολλές εὐχές,

† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας

http://aktines.blogspot.gr/2015/01/blog-post_732.html

Ο Φουστανελλάς άγιος Γεώργιος, ο Νεομάρτυς (17 Ιανουαρίου)

     Ο άγιος νεομάρτυρας Γεώργιος, ο πολιούχος των Ιωαννίνων, γεννήθηκε το 1808 στο χωρίο Τσούρχλι των Γρεβενών, το οποίο σήμερα προς τιμή του ιερού του βλαστήματος μετονομάστηκε σε «Άγιος Γεώργιος». Οι γονείς του ήσαν άνθρωποι πτωχοί αλλά ευσεβείς. Ζούσαν από τη γεωργία. Έτσι, δεν κατόρθωσαν να μορφώσουν το γιό τους, στον οποίον όμως μεταλαμπάδευσαν τη φλόγα της χριστιανικής τους πίστεως. Στην ηλικία των 18 ετών ο Γεώργιος στερήθηκε την προστασία των γονέων του, τους οποίους κάλεσε ο Θεός κοντά του, και κατέφυγε στα Ιωάννινα. Εκεί υπηρετούσε ως ιπποκόμος στην υπηρεσία διαφόρων Τούρκων, οι οποίοι ήσαν προύχοντες του τόπου και τον αποκαλούσαν Χασάν Αγά και ειρωνικά κατά την περίοδο του μαρτυρίου του Γκιαούρ Χασάν. Διακρινόταν ο μακάριος για την ακεραιότητα του χαρακτήρα του, την απλότητα του ήθους του και γενικά για τα χριστιανικά του προτερήματα, με τα οποία ήταν κατακοσμημένος, και το ψυχικό του κόσμο, που χαροποιούσε όλους.
Σε αυτή την ηλικία ο Γεώργιος αρραβωνιάσθηκε μια νεαρή χριστιανή, την Ελένη, ενώ υπηρετούσε σε κάποιον ακόλουθο του Εμίν Πασά. Δεν πρόλαβε όμως να χαρεί, γιατί δολίως συκοφαντήθηκε στους Τούρκους ότι, ενώ πριν από χρόνια είχε προσέλθει στον Ισλαμισμό, πάλι επέστρεψε στο Χριστιανισμό. Οδηγήθηκε τότε στη φυλακή των Ιωαννίνων, όπου ομολόγησε ότι ουδέποτε έγινε αρνησίχριστος και, αφού εξετάσθηκε και βρέθηκε απερίτμητος, αφέθηκε ελεύθερος.
Μετά από δυο χρόνια, στο διάστημα των οποίων στεφανώθηκε την Ελένη και απέκτησε και γιο, που αξιώθηκε να τον βαπτίσει τις παραμονές του μαρτυρίου του, στις 12 Ιανουαρίου του 1838, συνελήφθη πάλι από εμπαθείς και φανατικούς Τούρκους. Κατηγορήθηκε εκ νέου ότι, ενώ ήταν μουσουλμάνος, επέστρεψε στο χριστιανισμό, και υποβλήθηκε για έξη ημέρες σε φοβερά βασανιστήρια με σκοπό να αρνηθεί την πίστη του. Ο γενναίος και πιστός αγωνιστής Γεώργιος, που πιεζόταν από πολλούς Χριστιανούς να φυγαδευτεί στην ελεύθερη Ελλάδα, για να σωθεί δεν  υπέκυψε στις πιέσεις, ούτε των Τούρκων για να αλλαξοπιστήσει, αλλά ούτε και των ομοθρήσκων του για να διασωθεί, και τελικά υπέστη μαρτυρικό θάνατο με αγχόνη στις 17 Ιανουαρίου. Απαγχονίστηκε στην αγορά του χάνδακος του μεγάλου Φρουρίου των Ιωαννίνων αναφωνώντας μέχρι τέλους· «Χριστιανός ειμί, ποιήσατέ μοι ει τι δεινόν οίδατε». Το σώμα του μάρτυρος έμεινε κρεμασμένο τρεις ολόκληρες ημέρες φρουρούμενο και καλυπτόμενο τις νύκτες από θείο φως προς έκπληξη και θαυμασμό όλων, χριστιανών και αλλοπίστων. Μάλιστα η απειρόδωρη χάρη του αγίου Πνεύματος θαυμαστώς δόξασε και αυτόν το νεομάρτυρα με πολλά θαύματα, αφού όσοι πήραν κομμάτι από την αγχόνη του ή τα ρούχα του είδαν μεγάλες θεραπείες.
Η εβδομάδα πριν από τον απαγχονισμό του νεομάρτυρα Γεωργίου μας θυμίζει τη Μεγάλη Εβδομάδα, την εβδομάδα των παθών του Θεανθρώπου Ιησού. Οι άνομοι Εβραίοι «απήγαγον τον Χριστόν εις το σταυρώσαι» (Ματ. κζ’ 31)· οι άπιστοι Αγαρηνοί οδήγησαν το νεομάρτυρα Γεώργιο στην αγχόνη. Μια εβδομάδα πέρασε από την θριαμβευτική είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα μέχρι τη Σταύρωσή του στο Γολγοθά· μια εβδομάδα πέρασε από την ημέρα που ερχόμενος στα Γιάννενα ο Γεώργιος για τη βάπτιση του νεογέννητου γιού του πρωτοσυκοφαντήθηκε από τους Αγαρηνούς μέχρι την ημέρα που κρεμάστηκε μπροστά στη Μεγάλη Πύλη του Κάστρου των Ιωαννίνων. Οι ημέρες του μαρτυρίου του είναι οι έξι τελευταίες ημέρες της πρόσκαιρης ζωής του.
Την Τετάρτη το πρωί στις 11 Ιανουαρίου του 1838 κάποιος Οθωμανός συκοφάντησε το Γεώργιο, ότι ενώ ήταν τούρκος άλλαξε την πίστη του και έγινε χριστιανός. Με την άδικη αυτή συκοφαντία ο νεαρός φουστανελάς συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Στις απειλές των άπιστων με δυνατή φωνή και χωρίς φόβο απαντούσε· «Ποτέ δεν γίνηκα τούρκος, ούτε αρνήθηκα το Χριστό μου. Χριστιανός, και ήμην και αεί  ειμί». Στη φυλακή πιέζεται να αρνηθεί την πίστη του, αλλά ως άκμονας πίστεως παραμένει ακράδαντος στην αγάπη του Χριστού. Τη νύκτα οι άπιστοι τον βασανίζουν στη φυλακή απάνθρωπα. Αυτός επιμένει στην πίστη και υπομένει.
Την Πέμπτη το πρωί οδηγήθηκε στον ανακριτή, όπου ξεκινώντας με κολακείες, στις οποίες έμεινε ανεπηρέαστος, υπέμεινε εμπτυσμούς και μαστιγώσεις μιμούμενος του Θεανθρώπου Χριστού τα πάθη και μονολογώντας «Χριστιανός ειμί». Όλη τη νύχτα υπέμεινε με καρτερία βασανιστήρια.
Την Παρασκευή οι άπιστοι του βυθίζουν βελόνια στα νύχια και, αφού τον ξαπλώνουν κάτω στη γη, του βάζουν μεγάλες και ασήκωτες πέτρες στο στήθος. Αυτός αντέχει και δοξολογεί το Χριστό, που τον αξιώνει να μαρτυρήσει για την αγάπη του.
Το Σάββατο οδηγήθηκε πάλι στον ανακριτή, όπου μαζεύτηκαν πολλοί Οθωμανοί, για να δουν την έκβαση του μαρτυρίου του. Του προτάθηκε να αλλαξοπιστήσει και να του κάνουν μεγάλες τιμές, ειδ’ άλλως θα τον θανατώσουν. Ο μακάριος Γεώργιος με δυνατή φωνή και ηρωικό φρόνημα τους καθηλώνει λέγοντας: «Χριστιανός και ήμην απ’ αρχής, Χριστιανός είμι και έσομαι μέχρι τελευταίας μου πνοής». Τρεις φορές παρουσιάσθηκε στον κριτή και τις τρεις έδωσε  την ίδια απάντηση. Τότε έβγαλε ο κριτής την απόφαση της θανατικής καταδίκης.
Την Κυριακή ο γενναίος νεομάρτυρας οδηγήθηκε στον ανθύπατο (Καχαγιάμπεη),όπου αν και απειλήθηκε, δεν ενέδωσε. Από  εκεί οδηγήθηκε στον Διοικητή Μουσταφά Πασά, ενώπιον του οποίου ο Γεώργιος ομολόγησε το Σωτήρα Χριστό.
Τη Δευτέρα το πρωί, γύρω στην έκτη ώρα της ημέρας, οδηγήθηκε στην αγορά του χάνδακος του μεγάλου φρουρίου, όπου και τον κρέμασαν, μέχρι τέλους φωνάζοντας «Χριστιανός ειμί, ποιήσατέ μοι είτι δειvόv οίδατε».
Το ευωδιάζον μαρτυρικό σκήνωμα του Γεωργίου δωρήθηκε στο Μητροπολίτη Ιωαννίνων, ο οποίος το έθαψε έξω από το Ιερό Βήμα του Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Αθανασίου. Έκτοτε ο τάφος αυτός πολλά θαύματα επιτελούσε σε αυτούς που με πίστη τον προσκυνούσαν και ζητούσαν τη βοήθεια και την αρωγή του Άγιου.
Το επόμενο έτος του μαρτυρίου του, δηλαδή το 1839, ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Στ’ ανακήρυξε επίσημα το φουστανελοφόρο νεομάρτυρα Γεώργιο «αληθή μάρτυρα του Χριστού».
Πανηγυρικώς τα ιερά και θαυματόβρυτα λείψανά του ανακομίσθηκαν στις 26 Οκτωβρίου του 1971 και κατατέθηκαν στο φερώνυμο του γενναίου αθλητού ναό, ο όποιος κοσμεί την πόλη των Ιωαννίνων.

Τα πρώτα θαύματα μετά το μαρτύριο του Αγίου

«Μια Τούρκα (Τουρκάλα) άρπαξε την κάλτσα από το πόδι του αγίου και έτρεξεν εις μίαν άρρωστη Τούρκα, ήτις εθεραπεύθη αμέσως». Γι’ αυτό και στις εικόνες ο άγιος εικονίζεται κρεμασμένος και φορώντας κάλτσα μόνο στο ένα πόδι, η πρώτη μάλιστα εικόνα του (αυτή εδώ) φιλοτεχνήθηκε 13 μόλις ημέρες μετά το μαρτύριό του (από εδώ).

Τρεις ημέρες παρέμεινε το μαρτυρικό σώμα του γενναίου αθλητού της πίστεως Γεωργίου στην αγχόνη. Εκεί, δίπλα στην πύλη του κάστρου, στο πιο κεντρικό σημείο της πόλεως, για να μπορέσουν να το δουν όλοι. Και πράγματι μικροί και μεγάλοι, συγκλονισμένοι ή και περίεργοι έτρεχαν να δουν τον τριαντάχρονο λεβέντη της χριστιανοσύνης, τον μάρτυρα της πίστεως. Για τους Τούρκους ήταν παράδειγμα απονομής δικαιοσύνης σε κάποιον που έλεγαν ότι προσέβαλε την πίστη τους. Για τους Χριστιανούς ήταν ακόμη μια θυσία για του Χριστού την πίστη την αγία και ένοιωθαν διπλά αισθήματα· θλίψη γιατί ο τουρκικός ζυγός παρέμενε άδικος και μοχθηρός, ενώ λίγο παρακάτω υπήρχε ελεύθερη Ελλάδα, και χαρά, γιατί αυτή η θυσία έδειξε τη δύναμη του Χριστού και τα μεγάλα κατορθώματα της πίστεως.
Δεν θέλησε όμως ο Θεός να μείνει χωρίς δόξα ο καλλίνικος αθλητής Του. Αυτός που είπε: «Τους δοξάζοντας με δοξάσω» πλημμύρισε με ουράνιο φως από το πρώτο βράδυ το μαρτυρικό σώμα που βρισκόταν κρεμασμένο στην αγχόνη. Το Θαβώριο φως της Μεταμορφώσεως, που τύφλωνε τους προκρίτους των μαθητών του Χριστού μας και ανάγκασε τον πρωτοκορυφαίο Πέτρο να σκεπάσει το πρόσωπό του πέφτοντας κάτω, φώτιζε όλους τους περαστικούς, και τους μεν ευσεβείς θέρμαινε και φώτιζε, τους δε απίστους κατέκαιε με τις πυρφόρες ακτίνες του. Οι Τούρκοι φύλακες ομολόγησαν ότι έβλεπαν κάθε νύχτα ένα φως που κατέβαινε στο κεφάλι του νεομάρτυρα Γεωργίου σαν χρυσό στεφάνι και ενώ απορούσαν παρέμεναν στην απιστία τους και θεωρούσαν τα συμβάντα σατανικά. Όταν προσπαθούσαν να πλησιάσουν το φως εκείνο απομακρυνόταν και έτσι προσπάθησαν να το διώξουν οι ταλαίπωροι, αν είναι δυνατόν, και μαζί του τη δόξα του Θεού πυροβολώντας το. Το θαύμα διαδόθηκε αστραπιαία και πολλοί έσπευδαν να το δουν. Την τρίτη ήμερα κάποιοι συνάδελφοι του μάρτυρος ιπποκόμοι ζήτησαν την άδεια να πάρουν το άγιο σκήνωμα να το θάψουν και για να το επιτύχουν δωροδόκησαν το φιλάργυρο Μουσταφά Νουρή Πασά. Έτσι το απόγευμα της 19ης  Ιανουαρίου ξεκρέμασαν το μαρτυρικό σώμα και διαπίστωσαν ότι, παρά το δριμύτατο κρύο αυτό διατηρούσε τη θερμοκρασία του και ήταν μαλακό και εύκαμπτο και καθόλου μελανιασμένο, λες και ο απαγχονισμός είχε γίνει λίγη ώρα νωρίτερα. Mε ευλάβεια, δέος και συντριβή εξ αιτίας και αυτού του θαύματος, το κατέβασαν σε βάρκα που περίμενε στην τάφρο του Κάστρου και με μεγάλη προφύλαξη ακολουθώντας τα νερά της λίμνης το μετέφεραν στο Ναό του Αγίου Αθανασίου, όπου το σαβάνωσαν στο παρεκκλήσι της Αγίας Μαρίνας και το έθαψαν με χριστιανική μεγαλοπρέπεια. Στην εξόδιο ακολουθία προεξήρχε ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Ιωακείμ, ο οποίος είχε την πεποίθηση ότι κήδευε έναν Άγιο της Εκκλησίας μας. Το γενναίο φουστανελά ενταφίασαν με τιμές έξω από το αριστερό παραπόρτι του Αγίου Βήματος εκεί που βρίσκεται μέχρι σήμερα ο χαριτόβρυτος τάφος του.
Όσοι πιστοί πήραν κομμάτια από την τριχιά της αγχόνης του νεομάρτυρα ή από το πανί του εσωρούχου του για ευλογία είδαν αμέτρητα θαύματα, αφού αυτά η χάρη του Θεού τα έκανε δοχεία ιαμάτων. Το ίδιο συνέβη και με το ζωνάρι του καθώς και με την κάλτσα του, όπως διηγήθηκαν αξιόπιστα πρόσωπα από τα Τρίκαλα.
Την ώρα που το λείψανο του Αγίου βρισκόταν στο Ναό, πριν την εξόδιο Ακολουθία, ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Ιωακείμ ο Χίος κάλεσε τον πρωτοψάλτη του Μητροπολιτικού Ναού Πέτρο Γεωργιανή, που ήταν και ζωγράφος, να ζωγραφίσει την εικόνα του Αγίου. Αυτός αφού άγγιξε όλο το μαρτυρικό σώμα, το πρόσωπο και τον τράχηλο του μάρτυρος και έκανε ένα προσχέδιο, έτρεξε στο σπίτι του χωρίς να πλύνει τα χέρια του και πλησίασε την ετοιμοθάνατη από υδρωπικία μητέρα του, της οποίας οι γιατροί δεν έδιναν ελπίδες ζωής. «Μην απελπίζεσαι» της είπε, «θα σε αγγίξω με τα χέρια που άγγιξαν τον Άγιο Γεώργιο και είμαι βέβαιος ότι θα θεραπευθείς». Έτσι και έγινε. Σε λίγες ημέρες η άρρωστη σηκώθηκε και βγήκε στη γειτονιά, όπου οι γείτονες, που γνώριζαν τη σοβαρότητα της ασθενείας της δόξαζαν το Θεό και το νεομάρτυρα του Γεώργιο.
Κάποια άλλη Γιαννιώτισσα, Ελένη στο όνομα, είχε δύο παιδία που υπέφεραν πολύ από πυρετό για έξι μήνες. Οι γιατροί δεν έδιναν ανακούφιση ή ελπίδα και γι αυτό την διακατείχε μεγάλη θλίψη. Μια ημέρα είδε στο όνειρό της ότι βρισκόταν στην αυλή του Μητροπολιτικού Ναού κοντά στον τάφο του Αγίου γύρω από τον οποίο ήταν πολλά νέα κορίτσια. Ένα από αυτά τη φώναξε με το όνομά της και της είπε: «Πάρε, Ελένη, λάδι από την κανδήλα του Αγίου, άλειψε τα παιδιά σου και γίνουν καλά». Όταν ξύπνησε πήγε με ευλάβεια στον τάφο, πήρε λάδι και άλειψε με αυτό τους άρρωστους γιους της που αμέσως θεραπεύθηκαν.
Άλλη γυναίκα από τα Καστανοχώρια, Σταμάτω στο όνομα, που είχε δύο μήνες παράλυτο το δεξί της χέρι, όταν άκουσε για τη θαυματουργική δύναμη του νεομάρτυρα ξεκίνησε με ευλάβεια μαζί με τον πατέρα της και τον πεθερό της. Ήταν Σάββατο απόγευμα και διανυκτέρευσαν δίπλα στον τάφο προσευχόμενοι. Αργότερα η άρρωστη ξάπλωσε στο πλάι του τάφου να ξεκουραστεί και όταν σηκώθηκε ήταν εντελώς υγιής. Την πήραν οι δικοί της και έφυγαν χαρούμενοι δοξάζοντας το Θεό.
Ημέρα με την ημέρα η θαυματουργική χάρη του Αγίου Γεωργίου επισκίαζε όλη τη γύρω των Ιωαννίνων περιοχή και όλοι όσοι είχαν προβλήματα υγείας έσπευδαν στο νέο αυτό ιατρό και λάμβαναν την υγεία τους. Τα θαύματά του τον πρώτο μόλις χρόνο μετά το ηρωικό του μαρτύριο καταγράφηκαν, για να καταδείξουν σε όλους ότι «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού», ότι «τοις Αγίοις τοις εν τη γη Αυτού εθαυμάστωσεν ο Κύριος». Επίσης να αποδείξουν τη συνεχή παρουσία του  Αγίου στην πόλη του μαρτυρίου του και σ’ όλη τη γύρω της περιοχή καθώς και την παρρησία του στο θρόνο της Χάριτος. Έτσι περπάτησε ο παράλυτος Ευστάθιος από το Ζαγόρι, η σύζυγος του Αναγνώστη Οικονόμου από τη Βήσσανη, η Χάιδω από την Καστανιά και ο εικοσιπεντάχρονος Δημήτριος από την Άρτα· οκτάχρονο μουγκό παιδί από τα χωριά των Ιωαννίνων βρήκε τη φωνή του· η βαρυαλγούσα Αικατερίνη από τα Πράμαντα ανακουφίστηκε από τους πόνους· η δωδεκάχρονη επιληπτική κοπέλα από το Μέτσοβο καθώς και η Αικατερίνη, κόρη του Ιωάννη Κολιού από το Ρωμανό Σουλίου απαλλάχθηκε από τη φοβερή ασθένεια· η Σταυρινή από το Γκρίμποβο με δερματική νόσο καθαρίσθηκε και κάποιος Κωνσταντίνος με φοβερούς πόνους για τρία χρόνια  από το χωριό Βουλιαράτες της Δρυϊνουπόλεως θεραπεύθηκε, και γύρισε πίσω στο χωριό του υγιής δοξάζοντας το θεραπευτή του Άγιο.
Ταις Αυτού αγίαις πρεσβείαις ο Θεός ελέησον ημάς. Αμήν.

(Δρος Χαραλάμπους Μ. Μπούσια, Ο Φουστανελλάς Γεώργιος, ο Νεομάρτυς πολιούχος των Ιωαννίνων, Αθήνα 2008- αποσπάσματα)

Συνέχεια

Βίος Αγίου Αντωνίου του Μέγα -Ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας εορτάζει στις 17 Ιανουαρίου

Ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας

 

 

 

Σε κανέναν Άγιο της Εκκλησίας μας δεν έκανε τόσες και τέτοιες άγριες επιθέσεις πειρασμών ο διάβολος, όσες στον Μέγα Αντώνιο. Μεταχειρίστηκε ο δόλιος όλα τα μέσα για να τον γκρεμίσει, άλλα δεν μπόρεσε. Πάμπλουτος αλλά Αγράμματος Το 251 μ.Χ. γεννήθηκε στην Αίγυπτο ένα μεγάλο και φωτεινό αστέρι της χριστιανοσύνης: Ο Μέγας Αντώνιος. Ιδιαίτερη πατρίδα του ήτανε ένα μικρό χωριό, Κόμα ονομαζόμενο, που βρισκότανε ανατολικά της όχθης του ποταμού Νείλου, στην Νότιο Μέμφιδα. Οι γονείς του ήτανε πλούσιοι και ευσεβείς χριστιανοί. Μπορούσανε να δώσουμε μεγάλη μόρφωση στον μικρό τους Αντώνιο και να τον αναδείξουν μεγάλο επιστήμονα, αλλά τους φόβιζε η συναναστροφή στο σχολείο με τα παιδιά των ειδωλολατρών. Δεν θέλανε να χάση την πίστη του το παιδί τους, από την πλάνη της ειδωλολατρίας. Προτιμούσανε να δούνε  το παιδί του στον Παράδεισο αγράμματο, παρά γραμματισμένο στην Κόλαση. Έμεινε, λοιπόν, εξαιτίας αυτού, τελείως αγράμματος ο Αντώνιος. Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να αναδειχθεί Μέγας. Οι γονείς του, όμως, φροντίσανε πολύ για την χριστιανική ανατροφή του. Τον μεγαλώσανε με τις αρχές του Ευαγγελίου και του δείξανε τους δύο δρόμους, που θα τον γλύτωναν από τις παγίδες του διαβόλου:

τον δρόμο του σπιτιού και τον δρόμο της Εκκλησίας. Σε ηλικία 18 ετών, έμεινε ορφανός με μια αδελφή. Ο θάνατος των γονέων του, τον έβαλε στην αρχή σε λύπη και σε βαθύ συλλογισμό. Κατάλαβε τότε, πόσο μάταιος είναι τούτος ο κόσμος και πόσο γρήγορα είναι το πέρασμα του άνθρωπου από την προσωρινή αυτή ζωή.
Αναχωρεί στην έρημο
Μια Κυριακή ακούει στην Εκκλησία την Ευαγγελική περικοπή, στην οποία συζητάει ο Χριστός μ’ ένα πλούσιο νεαρό και του δείχνει, τον δρόμο της τελειότητας και της σωτηρίας της ψυχής του.
Ο Χριστός, αφού ακούει τον νεαρό πλούσιο, να του λέγει, ότι έχει ζήσει σύμφωνα με τις εντολές του Θεού, του υπογραμμίζει: «Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε, πώλησόν σου τά ὑπάρχοντα καί διάδος πτωχοῖς καί δεῦρο ἀκολουθεῖ μοί καί ἕξεις θησαυρόν ἐν οὐρανῶ». Τα λόγια αυτά του Ευαγγελίου, κάνουν βαθειά εντύπωση στην ψυχή του Αντωνίου. Γυρίζει στο σπίτι του σκεφτικός και κυριευμένος από αγωνία.
Νομίζει, ότι η φωνή του Κυρίου τον καλεί κι αυτόν, όπως εκείνον τον νέον, να τον ακούσει και να τον ακολουθήσει. Υπακούει αμέσως και χωρίς αναβολή.
Πουλάει όλα του τα κτήματα. Από την πώληση τους, πήρε πολλά χρήματα. Το χρυσάφι όμως, δεν του τράβηξε την καρδιά. Το έδωσε στην Εκκλησία, το μοίρασε στους φτωχούς και στους δυστυχισμένους. Αυτός κράτησε μόνο για την αδελφή του ελάχιστα χρήματα. Έπειτα εμπιστεύεται την αδελφή του σ’ ένα Κοινόβιο παρθένων, σ’ έναν παρθεώνα. Εκεί, ζούσανε ενάρετες γυναίκες μαζί και επεδίδοντο σε έργα αγάπης. Φεύγει κι’ αυτός, όχι πολύ μακριά από το σπίτι του κι’ άρχισε την ασκητική ζωή. Δεν υπάρχουν ακόμη μοναστήρια την εποχή εκείνη συγκροτημένα, όπως είναι σήμερον. Γι’ αυτό καταφεύγει σ’ ένα ερημητήριο των περιχώρων. Εκεί, βρίσκει, ένα Γέροντα ασκητή, ο όποιος αναλαμβάνει να τον καθοδηγήσει στην αρετή. Να φτιάξη ψυχή ο άνθρωπος χρειάζεται άσκησης. Τα πάθη δεν βγαίνουν, χωρίς αγώνα. «Ὑποπιάζω μου τό σῶμα καί δουλαγωγῶ», έλεγε ο Παύλος, «μήποτε ἄλλοις κηρύξας ἐγώ αὐτός ἀδόκιμος γένωμαι». Προσεύχεται στο Θεό. Του ζητάει να τον βοηθήσει στον αγώνα του, για την σωτηρία της ψυχής του. Ξενυχτάει, τώρα, πολλές φορές στην άσκηση και στην προσευχή. Τρώγει ελάχιστα. Η τροφή του είναι ένα ξερό κομμάτι ψωμί και νερό. Τρώγει μόνο μια φορά την ήμερα. Μερικές μάλιστα μέρες, περνούν, χωρίς να βάλει τίποτε στο στόμα του. Άλλοτε, πάλι γεύεται το ξεροκόμματο, αφού περάσουν τρεις και τέσσερες μέρες εξαντλητικής νηστείας.
Οι πρώτοι πειρασμοί Ο διάβολος όμως, βλέπει την μεγάλη πρόοδο του Αντωνίου, στην αγιοσύνη, ταράζεται και στεναχωριέται. Βάζει αμέσως τότε σε ενέργεια τις παγίδες του και τα φοβερά σχέδιά του. Τον χτυπάει λοιπόν, πρώτα με τα πλούτη και τις ανέσεις: -Είσαι κουτός, του λέγει μέσα του, στην σκέψη του. Άφησες τόσα πλούτη και ήρθες εδώ στην ερημιά να πεθάνεις από την πείνα και από το κρύο! Δεν βλέπεις την δυστυχία, που σε πνίγει;
Ένα στρώμα δεν έχεις να στρώσης. Ζεστασιά δεν υπάρχει πουθενά. Δεν είναι για σένα ο τόπος αυτός. Θα πεθάνεις και είναι αμαρτία. Έπειτα μη ξεχνάς: Έχεις και αδελφή! Πώς την άφησες μόνη της; Είναι σωστό αυτό; Τι ευτυχισμένος είσαι τώρα εδώ, σε μια υγρή σπηλιά! Όλοι οι άλλοι, που ζούνε στον κόσμο, θα χαθούμε και συ μόνο θα σωθείς; Είναι άραγε σωστό αυτό που κάνεις; Όλες αυτές τις σκέψεις τις βάζει στον νου του Αντωνίου ο Σατανάς και περιμένει μ’ αγωνία το αποτέλεσμα. Τί θα γίνει; Θα τις δεχτεί; Θα υποκύψει ή όχι; Άλλα στις δύσκολες αυτές στιγμές του πειρασμού, ο άγιος δεν λυγίζει. Προσεύχεται πολύ. Παρακαλεί από τα βάθη της καρδία του τον Θεό να τον βοηθήσει. Η προσευχή του, η νηστεία του και η θέληση του, νικούν τον διάβολο και τον τρέπουν σε φυγή. Δεν πρόκειται όμως, να ησυχάσει. Ο διάβολος βάζει μπροστά νέο σχέδιο, πιο τολμηρό αυτή την φορά. Τον πολεμάει με την σάρκα. Εκμεταλλεύεται γι’ αυτό ο άθλιος την νεότητά του. Παρουσιάζει στην φαντασία του αισχρά θεάματα. Μεταμορφώνεται ο τρισάθλιος σε γυμνή γυναίκα και προσπαθεί εκεί στην ερημιά, να τον σκανδαλίσει και να τον νικήσει.
Αγωνίζεται μέρα νύχτα να τον γκρεμίσει. Τού παρουσιάζει κέντρα διασκεδάσεων και σκηνές οργίων. Κάνει ότι μπορεί, για να επιτύχει τους δόλιους σκοπούς του. Ο Άγιος, όμως συνεχώς προσεύχεται. Μένει ξάγρυπνος και παρακαλεί τον Θεό να του δώσει δύναμη ν’ αντέξει σ’ αυτή την άγρια επίθεση των πειρασμών του διαβόλου, για να επιτύχει μέχρι το τέλος στην άμυνά του, δεν τρώγει εντελώς τίποτε. Κόβει κι’ αυτό το ελάχιστο ξερό ψωμί, που έτρωγε κάθε βράδυ, και μένει μέρες ολόκληρες νηστικός. Ο Σατανάς δεν εγκαταλείπει όμως τον αγώνα.—Να το δόλωμα! Η υπερηφάνεια. Τώρα, είναι η ώρα να τον κάμω να υπερηφανευτεί. Παρουσιάζεται, λοιπόν, ο δαίμονας στον Άγιο με μορφή μαύρου παιδιού και του λέγει: —Αχ! Αντώνιε. Πολλούς πλάνεψα, πολλούς έβαλα κάτω και τους νίκησα, αλλά εσένα κουράστηκα να σε πολεμώ! Νομίζω, πώς δεν θα επιτύχω. Είσαι δυνατός. Σε παραδέχομαι. —Και ποιος είσαι εσύ; τον ρώτησε ο Μ. Αντώνιος. —Εγώ είμαι το πνεύμα της πορνείας και γαργαλίζω τους νέους στην πράξη αυτή. Ο Άγιος, δεν υπερηφανεύεται, όπως περίμενε ο σατανάς. Δεν είπε από μέσα του: Τί είμαι εγώ!, Μπράβο μου!, Τα κατάφερα, αλλά δόξασε το όνομα του Κυρίου, που του έδωσε, την δύναμη να νικήσει και είπε στον σατανά: —Ύπαγε οπίσω μου σατανά. Δεν σε φοβάμαι.Ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας

Μέρες αθλήσεως

Μετά τους πειρασμούς, ο Άγιος προσεύχεται με πολλή πίστη. Η νηστεία και η σκληραγωγία γινότανε πιο αυστηρή. Έκτος από το ελάχιστο ψωμί, που έτρωγε κάθε δύο τρεις η και τέσσερες μέρες, ούτε λάδι, ούτε κρασί, ούτε καμιά άλλη τροφή έβαζε στο στόμα του. Κοιμότανε δε πάνω σε μια παλιά ψάθα ή και εντελώς κάτω στο χώμα. Για ν’ ανεβάσει, λοιπόν, ακόμη πιο ψηλά τον αγώνα και την άθληση του την χριστιανική, καταφεύγει σ’ ένα παλαιό τάφο κι’ απομονώνεται. Εκεί του φέρνει την λίγη τροφή του, από καιρού εις καιρόν, κάποιος ευσεβής χριστιανός. Ο τάφος αυτός ήταν ευρύχωρος, σαν δωμάτιο.

Ο Σατανάς επιτίθεται και πάλι

Γεμάτος οργή και μίσος για την αποτυχία του ο διάβολος, ξανακτυπάει τον Άγιο, για να τον κάνη να γυρίσει πίσω στον κόσμο και να τον ρίξει στην αμαρτία. Πηγαίνει την νύκτα και κάνει χαλασμό.

Του παρουσιάζεται με μορφές φιδιών, σκορπιών, λύκων, τίγρεων, που τον δαγκώνουν και του σχίζουν τις σάρκες. Ο Μέγας Αντώνιος λέει με γενναιότητα: —Δε θα με νικήσετε! ο αριθμό σας και ο θόρυβος σας δείχνουν την αδυναμία σας. Οι δαίμονες τον κτυπούν τότε μανιασμένα και τον αφήνουν εκεί με πληγές αναίσθητο και μισοπεθαμένο. Έτσι αναίσθητο τον βρίσκει ο χριστιανός, που του πήγε το πρωί το ψωμί του. Τον νομίζει για νεκρό. Τον μεταφέρει στο σπίτι του, κοντά στους συγγενείς και τους γνωστούς του. Συνέρχεται όμως, ο Άγιος την νύκτα και γυρίζει πάλι στον τάφο του μαρτυρίου του. —Εδώ είμαι! φωνάζει ο όσιος. Δεν με φοβίζουν τα ψεύτικα μαστίγιά σας. Κανένα μαρτύριο δεν θα με απομακρύνει από τον Δεσπότη μου Χριστό. Αγριεύουν οι δαίμονες, στη συνέχεια της μάχης, που δίνουν. Παρουσιάζονται σε χίλιες δυο μορφές ερπετών και θηρίων. Και ο Μέγας Αντώνιος, χωρίς να τα χάση είπε: —Εάν είχατε δύναμη, ένας και μόνο από σας, μπορούσε να με εξοντώσει. Επειδή ο Κύριος σας έχει κόψει τα νεύρα και σας έχει αφήσει χωρίς δύναμη, γι’ αυτό προσπαθείτε με το πλήθος, με την ψευτιά και την υποκρισία, να με φοβίσετε. Και γι’ αυτό μεταμορφώνεστε σε τόσα θηρία! Εμπρός λοιπόν! Εάν όμως δεν πήρατε άνωθεν εξουσία εναντίον μου, μη στέκεστε. Εάν όμως δεν πήρατε, τί ταράζεσθε; Οι δαίμονες ακούγοντας τα λόγια αυτά του Άγιου, έτριζαν τα δόντια τους, μια ακτίνα με θεϊκό φως κατέβηκε από τη στέγη του τάφου. Γαλήνη κι ησυχία απλώθηκε παντού. Το κορμί του Άγιου δεν πονούσε πλέον και δεν υπήρχαν πληγές στο σώμα του. Θεραπεύτηκαν από τον Κύριο. Ο μεγάλος ασκητής, καταλαβαίνει την θεία επίσκεψη και ρωτάει: —Πού ήσουνα, γλυκύτατέ μου Θεέ και δεν φανερωνόσουνα από την αρχή, να σταματήσεις τους πόνους του κορμιού μου; Δεκαέξι χρόνια, με έψησε ο σατανάς. Ακούστηκε τότε, μια φωνή, που του έλεγε: —Αντώνιε, εδώ ήμουνα και σε παρακολουθούσα αοράτως. Αλλά πρόσμενα να ιδώ τον αγώνα σου. Αφού, λοιπόν, δεν νικήθηκες, αλλά υπέφερες με πίστη, θα είμαι πάντοτε κοντά σου και θα κάνω το όνομά σου ξακουστό σ’ όλο τον κόσμο. Σηκώθηκε τότε ο Άγιος και προσευχήθηκε θερμά.

Ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας

Για πιο αυστηρή άσκηση
Κατά το 285 μ.Χ., θέλει ν’ απομακρυνθεί περισσότερο από τον κόσμο. Ο Άγιος Αντώνιος ξεκινάει, για το σκληρό και δύσκολο δρόμο της ασκήσεως. Περνάει τον Νείλο ποταμό και προχωράει προς τα βουνά της δεξιάς όχθης του, που προεκτείνονται προς την Αραβία. Ο σκοτεινός διάβολος πλημμυρίζει από μίσος κατά του Άγιου. Καθώς τον βλέπει να προχωρεί, για πιο αυστηρή άσκηση και πρόοδο αγιοσύνης, ταράζεται. Δεν το βάζει όμως κάτω. Ετοιμάζεται να τον σκανδαλίσει, για τα τον ρίξει στην αμαρτία.
Ο Αργυρένιος δίσκος
Του πετάει, λοιπόν, στον δρόμο του εκεί που βάδιζε στην έρημο, ένα μεγάλο, αστραφτερό, αργυρένιο δίσκο! Ο Μέγας Αντώνιος κοντοστέκεται για λίγο και λέγει εκείνο, που κατάντησε παροιμιώδες:
Πόθεν δίσκος εν τη ερήμω;. Από που βρέθηκε ο δίσκος στην έρημο; Δική σου τέχνη είναι τούτο, διάβολε! είπε τότε ο Άγιος. Θέλεις να με εμπαίξεις. Δεν θα σού κάνω όμως την χάρη. Χάρισμά σου, λοιπόν. Πάρε τον δίσκο μαζί σου στην απώλεια, στο σκοτάδι της Κολάσεως, του φρικτού βασιλείου σου… Μόλις, όμως, είπε αυτά ο όσιος, ο δίσκος έγινε άφαντος! Ο δαίμονας είχε νικηθεί και πάλι. Σε λίγο ο Μέγας Αντώνιος συναντάει μπροστά του άφθονο χρυσάφι, που άστραφτε και γυάλιζε με τη λάμψη του. Για το χρυσάφι αυτό, δίνονται δύο εξηγήσεις.
Η μία είναι, ότι το  παρουσίασε ο διάβολος στον Άγιο, για να τον εμποδίση από τον θεάρεστο δρόμο του, για να του ανάψει την φλόγα της φιλαργυρίας και του πλούτου και έτσι να του αλλάξει τα  μυαλά. Η άλλη εξήγηση είναι, ότι το χρυσάφι αυτό, παρουσίασε ο Θεός στον Άγιο, για να δείξει στον διάβολο, ότι ο Αντώνιος, ούτε από το χρυσάφι παρασύρεται, ούτε με τίποτε άλλο αλλάζει την ευτυχία της πίστεώς του, που νοιώθει. Είναι στη Λυβική έρημο Πισπίρι, που βρίσκεται το σημερινό Δάρ -Ελ -Μεϊμούν. Φθάνει, λοιπόν, ο μεγάλος ασκητής βαθειά στην έρημο. Εδώ, αρχίζει ο Μ. Αντώνιος να ζει σε πιο αυστηρή άσκηση. Απομονωμένος από τον κόσμο εντελώς, βαθαίνει στα μυστήρια της ζωής και της Δημιουργίας.
Είκοσι ολόκληρα χρόνια,  προσεύχεται, νηστεύει, ξαγρυπνάει και αντιστέκεται στους πειρασμούς του διαβόλου. Οι επισκέπτες, που πηγαίνουν να τον δουν, ακούνε στο φρούριο άγριες κραυγές: —Φύγε από τον τόπον μας. Η έρημος είναι δική μας. Δεν θα μπορέσεις ν’ αντέξεις στις μηχανές μας.
Θα σε πιάσουμε στις παγίδες μας και στις ενέδρες μας! Οι επισκέπτες νομίζουνε στην αρχή, ότι οι φωνές είναι ανθρώπινες. Διαπιστώνουν όμως έπειτα, ότι πουθενά δεν υπάρχουν άνθρωποι, εκτός από τον γενναίο ασκητή. Καταλαβαίνουν τότε τί υπεράνθρωπη πάλη κάνει ο Άγιος με την πανουργία του διαβόλου και θαυμάζουν. Τότε ο Άγιος τους πλησιάζει γαλήνιος. Ανοίγει την εξώπορτα του φρουρίου και τους λέγει: —Μη φοβάστε, αγαπητοί μου. Αφήστε τον δαίμονα να χτυπιέται. Εσείς να κάνετε τον σταυρόν σας και να βαδίζετε άφοβα στον δρόμο σας.
Οδηγός και διδάσκαλος
Το όνομα του Μεγάλου Αντωνίου γίνεται ξακουστό. Ο θαυμασμός, για την αυστηρή ζωή, παρακινεί πολλούς να πάνε να τον δούνε. Πολλοί μοναχοί, τον βλέπουνε σαν φωτεινό παράδειγμα αγίας ζωής και θέλουν να τον μιμηθούν. Όταν, λοιπόν, μαθαίνουν που βρίσκεται, τρέχουν πολλοί με χαρά κοντά του. Κοιτάζουν με απορία το κοκαλιάρικο σώμα του και τα χάνουν. Αρκετοί, που πάσχουν από αρρώστιες, μόλος τον βλέπουν, γιατρεύονται. Πολλοί δαιμονισμένοι λυτρώνονται από τα δεσμά του διαβόλου. Ο Μέγας Αντώνιος, όλους τους δίδασκε. Δεν ήξερε βέβαια γράμματα, αλλά ο λόγος του ήτανε «ἅλατι ἠρτυμένος». Όσοι τον άκουγαν, ένοιωθαν αμέσως γαλήνη στην καρδιά του. Μεγάλωνε ο έρωτάς τους για την αρετή. Έφευγε από το σώμα τους η τεμπελιά, για τους πνευματικούς αγώνας και από την ψυχή τους ο καταστρεπτικός εγωισμός. Μάθαιναν όλοι τους, πώς να καταφρονούν τους πειρασμούς του πονηρού διαβόλου και πώς να πλησιάζουν περισσότερο τον Χριστό.Ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας

Στην Αλεξάνδρεια κοντά στους μάρτυρες

Κατά το 311 μ.Χ. επί της βασιλείας του αυτοκράτορα Μαξιμίνου, ξεσπάει άγριος διωγμός εναντίον των Χριστιανών στην Αίγυπτο. Τότε ο άγιος αφήνει την έρημο. Παίρνει μαζί του και μερικούς άλλους μοναχούς και κατεβαίνει στην Αλεξάνδρεια, έτοιμος να μαρτυρήσει, για το Χριστό. Στερεώνει τους μάρτυρες στην πίστη.

Τους δίνει κουράγιο. Τους βοηθάει στις δύσκολες στιγμές τους. Και, όταν δόθηκε εντολή, να μην πατήσει μοναχός στα δικαστήρια, ο μεγάλος ασκητής, δεν υπάκουσε. Μπήκε στο δικαστήριο και κάθισε σε σημείο, που να τον βλέπουν .
Μέσα του  κρυφόκαιγε ο πόθος να μαρτυρήσει, για την πίστη του Κυρίου, γιατί γνώριζε, ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερο για τον άνθρωπο από το να αξιωθεί να μαρτυρήσει για τον Χριστό. Άλλη, όμως ήτανε η βουλή του Θεού
«Άνθρωπος αμαρτωλός είμαι»
 Μια μέρα, ενώ ησύχαζε στο κελί του, προχωρεί προς τα εκεί, ένας ανώτατος αξιωματικός ονόματι Μαρτινιανός και του κτυπάει την πόρτα, λέγοντας: -Άνθρωπε του Θεού, σε παρακαλώ βοήθησε με. Έχω μια θυγατέρα, που την ενοχλεί ο διάβολος. Αρρωσταίνει φοβερά. Ζητώ την βοήθεια σου… Ο Άγιος απαντάει τότε: -Άνθρωπε, τι, θέλεις; Αμαρτωλός άνθρωπος είμαι κι εγώ όπως είσαι κι εσύ. Εάν όμως πιστεύεις στον Χριστό, πήγαινε, κάνε την προσευχή σου και θα εκπληρωθεί η επιθυμία σου. Εκείνος πίστεψε τότε ολόψυχα στο Θεό. Γονάτισε και με πόνο ζήτησε την βοήθεια του. Το θαύμα έγινε. Η θυγατέρα του θεραπεύτηκε θαυματουργικά.
Στη μακρινή έρημο
Αποφασίζει, λοιπόν, να προχωρήσει, για άλλο μέρος. Σκέφτεται να πάει στην Θηβαίδα… Παίρνει, λοιπόν, δυο καρβέλια ψωμί και κατεβαίνει στο ποτάμι. Εκεί, περιμένει να φανεί κανένα πλοιάριο η καμιά βάρκα για να τον περάσει απέναντι. Ξαφνικά ακούει μια φωνή, να του λέγει: —Πού πήγαινες, Αντώνιε; —Οι όχλοι μού ζητούν να κάνω θαύματα παραπάνω από τις δυνάμεις μου. Φεύγω, λοιπόν, για να ησυχάσω στην άνω Θηβάιδα, είπε ο Άγιος. —Και στη Θηβαίδα να πάς θα έρθουν να σε βρούνε. Για να ησυχάσεις, λοιπόν, προχώρα βαθύτερα στην έρημο. —Και ποιος θα μου δείξει τον δρόμο, αφού δεν τον ξέρω; ρώτησε ο Αντώνιος. Τότε, η αόρατη φωνή του ουρανού, του έδηξε ν’ ακολουθήσει μερικούς Σαρακηνούς, που περνούσανε εκείνη την στιγμή κοντά του, για να φτάσει έτσι στον τόπο, που θα εύρισκε ησυχία και γαλήνη. Οι Σαρακηνοί δέχτηκαν με χαρά να τον καθοδηγήσουν. Περπάτησε μαζί τους στην έρημο τρία μερόνυχτα. Έφτασε τελικά, κοντά σ’ ένα ψηλό βουνό, που βρίσκεται στην περιοχή της Ερυθραίας, Εκεί, βρήκε άφθονο γάργαρο και κρύο νερό, κοντά στην Ερυθρά Θάλασσα. Υπήρχαν δε και αρκετοί φοίνικες. Το σημείο εκείνο ήταν αρκετά εύφορο. Εκεί τον άφησαν οι Σαρακηνοί, κατά την επιθυμία του, αφού του έδωσαν προηγουμένως μερικούς άρτους. Ύστερα από λίγο καιρό, μαθαίνουν οι μαθητές του, που βρίσκεται. Με στοργή και αγάπη τρέχουν κοντά του. Τον συμβουλεύονται στις δυσκολίες, που συναντούν και πιο πολύ τον προσέχουν και τον φροντίζουν. Ο Μέγας Αντώνιος σκέπτεται τους κόπους, την απόσταση και την ταλαιπωρία των μοναχών, που τον εφοδιάζουν με ψωμί και τους λυπάται. Για να τους απαλλάξει, λοιπόν, από τα δρομολόγια, τους ζητάει να του φέρουν σκαφτικά, γεωργικά, εργαλεία και λίγο σιτάρι, για σπορά. Όταν του φέρανε αυτά, που ζήτησε, επιδόθηκε στην μικροκαλλιέργεια. Έσκαψε την γη κι’ έσπειρε το σιτάρι. Έπειτα το φρόντιζε. Μόλις είδε ο Άγιος την ευφορία της γης, αλλά και την ανάγκη των επισκεπτών του να θέλουν να βάλουν κάτι στο στόμα τους, φύτεψε και λαχανικά. Δεν τον άφησαν όμως τ’ άγρια ζώα σε ησυχία. Κατέβαιναν στην πηγή, έπιναν νερό κι’ έπειτα έμπαιναν στα σπαρτά του και στο κήπο και του τα κατέστρεφαν. Ο Άγιος έπιασε μια μέρα ένα απ’ αυτά τα ζώα και του μιλούσε, όπως μιλάνε σε λογικούς ανθρώπους: — Γιατί με ζημιώνετε, του είπε. Εγώ σάς ζημιώνω; Πηγαίνετε λοιπόν στ’ όνομα του Κυρίου και μη με ξαναπλησιάσετε. Και τότε έγινε το έξης θαυμαστό. Τα άγρια ζώα ούτε τον κήπο του χαλάσανε, ούτε κατεβήκανε άλλη φορά στην πηγή εκείνη, για να πιούν νερό!Ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας

Ανάμεσα στα λιοντάρια

Μια νύχτα, που ο Μέγας Αντώνιος αγρυπνούσε στην προσευχή, ο διάβολος μάζεψε όλα τα λιοντάρια της ερήμου και με αυτά τον περικύκλωσε στο καλύβι του. Βγήκε λοιπόν με θάρρος από την καλύβι του και μέσα στην νύχτα φώναξε δυνατά στα θηρία: —Εάν επήρατε από τον Θεό εξουσία εναντίον μου, τότε προχωρείτε και κατασπαράξτε με! Εάν όμως σας έφερε εδώ με τη βία ο σατανάς, πάρτε δρόμο, φύγετε, είμαι δούλος του Χριστού! Τότε τα λιοντάρια βουβά σκορπίσανε με ορμή, σα να τα κτύπησε ξαφνική καταιγίδα. Ο δε Άγιος συνέχισε την προσευχή του.

Διδάσκει και θαυματουργεί

Το όνομά του γίνεται πλέον παντού ξακουστό. Όλοι κάτι έχουν ακούσει, για τον μεγάλο και ασύγκριτο ασκητή της ερήμου. Όλοι έχουν ανάγκη ν’ ακούσουν κάτι από τον φωτισμένο άνδρα. Μοναχοί από μακρινά Μοναστήρια τον καλούνε για να τους διδάξει και να ωφεληθούν από την παρουσία του. Εκείνος για να ωφελήσει τις ψυχές τους με ταπεινοφροσύνη, περνάει από Μοναστήρι σε Μοναστήρι. Τους διδάσκει την αγάπη, την καρτερικότητα και την πάλη με τη σάρκα. «Φυλάττεσθε, ἔλεγε, ἀπό ρυπαρούς λογισμούς καί σαρκικᾶς ἠδονᾶς. Μή ἀπατάσθε χορτασία κοιλίας, φεύγετε τήν κενοδοξίαν καί συνεχῶς προσεύχεσθε». Τα λόγια του θερμαίνουν τις καρδιές. Δυναμώνουν την πίστη, δίνουν ζωή και όρεξι, για θεία άσκηση, για αγώνες αρετής και αγιοσύνης. Σ’ ένα από τα γυναικεία Μοναστήρια συνάντησε και την αδελφή του, η οποία γριά πλέον, είχε γίνει Καθηγουμένη του Μοναστηρίου. Μεγάλη χαρά πήρε από την συνάντηση εκείνη ο Άγιος. Το όνομα του Όσιου, όπως είπαμε, ήτανε πλέον γνωστό, όχι μόνο στους χριστιανούς, αλλά και στους εθνικούς, τους ειδωλολάτρες, στους άρχοντες και βασιλιάδες. Μια μέρα επισκέφτηκε τον Άγιο ένας άρχοντας από το παλάτι του βασιλέως. Ο άρχοντας εκείνος λεγόταν Φρόντων. Έπασχε δε από μια φοβερή αρρώστια. Από την αρρώστια του εκείνη κινδύνευε να τυφλωθεί. Έπεσε λοιπόν στα πόδια του Άγιου και τον παρακαλούσε να τον γιατρέψει. Ο Μέγας Αντώνιος, αφού του έκαμε μια προσευχή του είπε: —Φύγε και στον δρόμο θα θεραπευτείς! Εκείνος όμως δεν έφευγε. Περίμενε πρώτα να θεραπευτεί κι’ έπειτα ν’ αναχωρήσει. Τότε ο Άγιος του επανέλαβε: —Όσο καιρό κάθεσαι εδώ, δεν πρόκειται να γίνει τίποτε. Πήγαινε λοιπόν και μέχρις ότου φτάσεις στην Αίγυπτο θα γίνεις καλά! Τότε πίστεψε ο άρρωστος στην υπόσχεση του Όσιου, πίστεψε όμως και στην δύναμη του Θεού κι’ έφυγε ευχαριστημένος.

Πολεμάει την αίρεση του Αρειανισμού

Το 338 μ.Χ. ενώ βρίσκεται σε βαθειά γεράματα, η Ορθοδοξία του ζητάει την βοήθειά του. Οι Αρειανοί ταράζουν την γαλήνη της Εκκλησίας και προσπαθούν να παραποιήσουν την πίστη. Οι παρακλήσεις των επισκόπων και των μοναχών να πάρει μέρος σ’ αυτή την μάχη κατά του Αρειανισμού τον ξεσηκώνουν. Κατεβαίνει τότε από το βουνό ο Άγιος και προχωράει, σαν θεϊκός σίφουνας, προς την Αλεξάνδρεια. Εκεί πρωταγωνιστεί. Πολεμάει με ζωτικότητα την αίρεση. Αποκηρύσσει τους Αρειανούς και την αίρεση τους. Την ονομάζει πρόδρομο του Αντίχριστου.

Οι διψασμένοι Μοναχοί

Μια μέρα, λοιπόν, εκεί στο ασκητήριο είχανε συγκεντρωθεί αρκετοί επισκέπτες συζητούσανε, ο Άγιος σταμάτησε την συζήτηση και τους είπε: —Πάρτε μια στάμνα, γεμίστε την νερό και τρέξτε πίσω από αυτούς τους μεγάλους λόφους. Εκεί βρίσκονται δύο μοναχοί, που θέλουν να έρθουν εδώ. Τους τελείωσε όμως το νερό και ο ένας πέθανε από την δίψα. Τρέξτε λοιπόν να προλάβετε τον άλλον, που κινδυνεύει. Οι καλόγεροι έτρεξαν στο μέρος που τους έδειξε ο Άγιος. Έφτασαν εκεί ύστερα από ώρες ολόκληρες πορείας. Είδαν δε τότε ότι συνέβαινε αυτό ακριβώς, που τους είχε προειπεί ο Άγιος. Τα χάσανε τότε και δοξάσανε τον Θεό. Συνέφεραν έπειτα τον Μοναχό, που κινδύνευε να πεθάνει και γυρίσανε στο ερημητήριο του μεγάλου ασκητού σκεπτικοί.

Ο Μέγας Αντώνιος και ο Άγιος Ευλόγιος

Ο Άγιος Ευλόγιος έζησε στην Αλεξάνδρεια. Αυτός βρήκε κάποτε στον δρόμο ένα γέροντα λεπρό και εγκαταλελειμμένο. Δεν είχε κανένα να τον φροντίζει. Τον λυπήθηκε και σκέφθηκε να τον πάρει στο σπιτάκι του. Εκεί να το περιποιείται, για να το βρει η ψυχή του, όπερ και έπραξε. Ο Ευλόγιος εργαζόταν την ημέρα έξω, διά να μπορεί να εξοικονομεί τα προς το ζην και το βράδυ φρόντιζε τον γέροντα, με κίνδυνο, φυσικά της ζωής του, διότι η λέπρα είναι μεταδοτική. Κατόπιν όμως μπήκε ο δαίμονας μέσα στον γέροντα και έβγαλε παραξενιές. Άρχισε ν’ αναποδιάζει, να νευριάζει και να φωνάζει. —Μ’ αφήνεις εδώ μονάχον και συ γυρίζεις. Κάνεις τον Άγιο. Είσαι υποκριτής. Δεν μπορούσε δε να τον ευχαριστήσει ο Ευλόγιος με τίποτε και να τον καταπραΰνει. Αυτή η αχαριστία και η αναποδιά του γέροντα διήρκεσε δέκα επτά χρόνια. Τότε ο Άγιος Ευλόγιος σκέφθηκε να τον παρατήσει και να τον διώξει. Σηκώθηκε και πήγε σ’ ένα Μοναστήρι, το όποιον θα επισκέφτηκε τότε ο Μέγας Αντώνιος, για να τον ερωτήσει. Δεν τον γνώριζε και για πρώτη φορά θα τον έβλεπε. Εκεί ήτανε και άλλοι πολλοί, που περιμένανε τον Άγιο Αντώνιο. Να ο Αντώνιος φάνηκε που ερχόταν. Σταμάτησε όμως και φώναξε τον Ευλόγιο μέσα από το πλήθος, τον όποιον, όπως είπαμε, δεν είχε δει ποτέ, ούτε και ο Ευλόγιος τον Αντώνιο. —Ευλόγιε, του είπε, τί θέλεις εδώ εσύ; Τρέξε γρήγορα στην δουλειά σου, για να μην χάσης τον μισθό δεκαεφτά ετών. Πράγματι! Ο Ευλόγιος γύρισε αμέσως στο σπιτάκι του και ξαναπεριποιείτο τον λεπρό γέροντα, όπως, και πριν. Αλλά σε τρεις ημέρες ο γέροντας απέθανε! Και στις σαράντα ημέρες του γέροντα απέθανε και ο Ευλόγιος!

Αύτη είναι η ψυχή του Αμμούν

Άλλη μια φορά, ενώ καθότανε ο Άγιος στο βουνό και συζητούσε με τους μαθητές του, είδε ξαφνικά μια ολόλευκη ψυχή ν’ ανεβαίνει στους ουρανούς. Την στιγμή δε εκείνη γινότανε μεγάλη χαρά. Πανηγυρίζανε οι Άγιοι Άγγελοι. Σηκώθηκε αμίλητος ο Αντώνιος και κοίταξε εκστατικά τον ουρανό. Μακάριζε δε την ψυχή εκείνη, που βάδιζε, για την αιωνία χαρά του ουρανού. Παρακαλούσε δε μυστικά τον Θεό να του φανερώσει σε ποιόν ανήκε η λυτρωμένη εκείνη ψυχή. Τότε άκουσε μια φωνή από τον ουρανό, που του είπε! —Αυτή είναι η ψυχή του Αμμούν. Ο Αμμούν ήτανε ασκητής στην έρημο της Νιτρίας, η οποία βρισκότανε πολύ μακριά από τον Μέγα Αντώνιο. Οι μαθητές του Όσιου Αντωνίου, μόλις τον είδανε έτσι να χαίρετε και να θαυμάζει, τον ρωτήσανε: —Τί συμβαίνει; Βλέπεις τίποτε; Ακοής τίποτε; Και ο θειος ασκητής τους είπε: —Την ώρα αυτή πέθανε ο Αμμούν, ο συνασκητής και φίλος μου! Οι μαθητές του τα χάσανε. Σημειώσανε όμως την ημέρα αυτή και την ώρα, που είδε ο Άγιος ξυπνητός το δράμα. Ύστερα από τριάντα μέρες έφτασαν στο ερημητήριο του Αγίου μερικοί Μοναχοί από την Νιτρία και ανέφεραν την ημέρα και την ώρα του θανάτου του ασκητού Άμμουν. Κατάλαβαν τότε όλοι, ότι ο Αμμούν είχε πεθάνει την ημέρα, που ο Άγιος Αντώνιος έβλεπε την ψυχή του ολόλευκη ν’ ανεβαίνει στον ουρανό. Και όλοι, όσοι μαθαίνανε αυτά χαιρότανε και θαυμάζανε τον μεγάλο ασκητή της ερήμου Αντώνιο.

Διώχνει τα δαιμόνια

Με το πέρασμα των χρόνων, οι δαίμονες εξακολουθούν να πειράζουνε τον Άγιο, αλλά δεν ελπίζουν πλέον να τον νικήσουν. Αντίθετα αρχίζουν τώρα και τον φοβούνται. Η προσευχή του είναι πανίσχυρη, διότι η πίστης του είναι μεγάλη και η ψυχή του αγνή. Μια μέρα, που ο Άγιος περνούσε το ποτάμι μ’ ένα πλοιάριο, διότι ήθελε να επισκεφτεί τα Μοναστήρια, του ήρθε στη μύτη μια βρωμερή οσμή. —Κάτι βρωμάει φοβερά! είπε ο Μέγας Αντώνιος. —Μήπως κανένα ψάρι; τον ρωτήσανε. —Όχι. Άλλη δυσωδία νοιώθω.. Εκείνη την στιγμή ακούστηκε από τ’ αμπάρι του πλοίου μια φοβερή κραυγή νέου, που είχε μέσα του δαιμόνιο και τον βασάνιζε. Τότε ο Άγιος έκανε θερμή προσευχή στο Θεό και απάλλαξε τον νέον από το μαρτύριο του διαβόλου. Τον άφησε ήσυχο, ήρεμο, γαλήνιο και υγιή να συνέχιση την εργασία του και την ζωή του, όπως όλοι οι άνθρωποι. Όλοι τότε καταλάβανε, ότι η βρωμιά εκείνη δεν ήτανε τίποτε άλλο, παρά ο βρωμερός και απαίσιος δαίμονας, που βασάνιζε τον νέο. Σ’ έναν άλλο πάλι νέο ο διάβολος του έκανε φοβερά μαρτύρια. Τον καταντούσε έτσι, ώστε να τρώγει τις σάρκες του. Τον βασάνιζε πολύ σκληρά. Οι γονείς του απελπισμένοι τον έφεραν στον Μέγα Αντώνιο. Ο Άγιος λυπήθηκε τον νέο και είπε στους γονείς του ότι θα αγρυπνήσει και θα προσευχηθεί γι’ αυτόν, αλλά μαζί του πρέπει ν’ αγρυπνήσουν και να προσευχηθούν κι’ εκείνοι. Πράγματι κάνανε μια προσευχή πολύ κατανυκτική. Κατά τα ξημερώματα όμως αγρίεψε ο άρρωστος. Όρμησε με οργή εναντίον του Άγιου και τον έριξε κάτω. Πικράθηκαν από την διαγωγή του παιδιού των οι δυστυχισμένοι γονείς. Ο πολύπαθος όμως, από τα τεχνάσματα του διαβόλου ασκητής, τους είπε: —Μην λέτε τίποτε εναντίον του παιδιού. Δεν φταίει αυτό, αλλά ο δαίμονας, που οργίστηκε διότι πήρε εντολή από τον Θεό να βγει από μέσα του και να τον αφήσει ελεύθερο. Αυτό είναι το σημάδι, ότι βγήκε το δαιμόνιο. Δοξάστε τον Θεό… Και πράγματι το παιδί ημερωμένο έπειτα, σηκώθηκε και φιλούσε ευτυχισμένο τα χέρια του Μεγάλου Αντωνίου. Το δαιμόνιο έφυγε.

Ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας

Δίνει Λύσεις

Ο Άγιος έδινε λύσεις σε σοβαρά προβλήματα πολλών μεγάλων ανδρών, όταν του ζητούσαν την συμβουλή του. Και δεν ήτανε λίγοι εκείνοι, που του έγραφαν… Τις απαντήσεις βέβαια δεν τις έγραφε μόνος του, γιατί δεν ήξερε, όπως είπαμε γράμματα. Έλεγε όμως σε κάποιον άλλο ασκητή, που ήξερε να γράφει, λέξη προς λέξη την απάντηση ή την συμβουλή και εκείνος την έγραφε. Τα γράμματά του γραφτήκανε όλα στην κοπτική γλώσσα. Αυτή τη γλώσσα ήξερε ο Άγιος. Έπειτα δε γίνανε και μεταφράσεις τους στην Ελληνική.

Ωφέλιμος συνομιλητής

Πολλές φορές, που τον ρωτούσανε, πώς μπορεί να ζει, χωρίς να διαβάζει βιβλία, τους απαντούσε με ευστροφία: — Το δικό μου βιβλίο είναι η φύσις των γεγονότων. Είναι η Δημιουργία του μεγαλοδύναμου Θεού! Άλλοτε πάλι θέλοντας να παρηγορήσει ένα τυφλό μοναχό, Δίδυμο ονομαζόμενο, του έλεγε: —Δίδυμε, διόλου να μην ταράσσεσαι, διότι έχασες τους αισθητούς οφθαλμούς σου. Αντιθέτως να χαίρεσαι, διότι έχεις ανοιχτό τα μάτια της ψυχής, με τα όποια βλέπεις τον Θεό και καταλαβαίνεις το φως των λόγων Του. Όπου περνάει αφήνει τον πλούτο της ψυχικής του ευφορίας ν’ ακτινοβολήσει. Ποτέ δεν ταράζεται. Ποτέ δεν σκυθρωπιάζει. Είναι πάντα γαλήνιος. Μα σαν πρόκειται να παλέψει για την πίστη και να πολεμήσει τις αιρέσεις, φουντώνει και θεριεύει. Γίνεται αθλητής της πίστεως. Γίνεται δύναμης φοβερή και τρομερή, που γκρεμίζει τις πλάνες των αιρετικών. «Ἀντώνιος σᾶς ἀποχαιρετᾶ….» Τώρα ο Άγιος είναι πλέον πολύ γέροντας. Είναι 105 χρονών. Μέχρι τώρα τίποτε δεν ένοιωσε στο κορμί του. Ποτέ του δεν αισθάνθηκε πόνο ή πυρετό ή δυσθυμία. Σε όλη του την ζωή πετούσε ανάλαφρα. Οι μπόρες, τα άγρια κρύα και οι μεγάλες ζέστες δεν τον πειράζανε. Ως τα βαθιά του γεράματα έμεινε ακμαίος και στο σώμα και στην ψυχή. Και όταν ήρθε ο χρόνος να αποχωριστεί η ψυχή από το βασανισμένο κορμί του, το προαισθάνθηκε. Και τις τελευταίες αυτές μέρες της ζωής του θέλησε να τις εκμεταλλευτή, για το καλό των μαθητών του. Παρά τα γεράματά του επισκέφτηκε πολλά μοναστήρια κι’ έδωσε τις τελευταίες του οδηγίες. Τους είπε πώς ν’ αγωνίζονται κατά του διαβόλου και ν’ αποφεύγουν τους αιρετικούς. Οι μοναχοί του έλεγαν να μην γυρίσει πίσω στην έρημο, στο ησυχαστήριο του, αλλά να μείνει κοντά τους. Ο Άγιος όμως επέστρεψε στην έρημο. Ζήτησε δε να μην μουμιοποίησουν το σώμα του, όπως συνηθίζανε οι Αιγύπτιοι, αλλά να ταφή εκεί κοντά στην έρημο, σε σημείο που να μην το ξέρει κανένας. Δεν ήθελε μεταθανάτιες τιμές. Λίγο προτού κλείσει τα μάτια του, λέγει στους μοναχούς, που βρίσκονται κοντά του, ότι αφήνει την μηλωτή, τον μανδύα του, για τον Μέγα Αθανάσιο, ο όποιος του τον είχε χαρίσει κάποτε καινούργιο. Κατόπιν ο Μ. Αθανάσιος τον φορούσε πάντοτε ως φυλαχτό. Τους προβάτινους χιτώνες τους, τους άφησε στο μοναχό Σεραπίωνα. Έπειτα, αφού τους κοίταξε κατάματα τους είπε: Ο Αντώνιος σας αποχαιρετά και φεύγει. Και με τα λόγια αυτά παρέδωσε την αμόλυντη ψυχή του στον Θεό. Τον έθαψαν κατά την επιθυμία του, σε άγνωστο μέρος. Ο τάφος του έμεινε, πράγματι, άγνωστος. Ουδείς ξέρει, που ετάφη. Ήταν 17 Ιανουαρίου 356 μ.Χ. Έζησε 105 χρόνια.

Στίχος

Έχει τι μείζον ουρανός και των Νόων, Έξαρχον Αντώνιον Ασκητών έχων. Εβδομάτη δεκάτη Αντώνιον ένθεν άειραν.

Απολυτίκιον Ήχος δ .

Τον ζηλωτήν Ηλίαν τοις τρόποις μιμούμενος’ τω Βαπτιστή ευθείαις ταις τρίβοις επόμενος πάτερ Αντώνιε, της ερήμου γέγονας οικιστής, και την οικουμένη εστήριξας ευχαίς σου. Διο πρέσβευε Χριστώ τω θεώ, σωθίναι τος ψυχάς ημών.

Κοντάκιον Ήχος β . Τα άνω ζητών.

Τους βιοτικούς, θορύβους απωσάμενος ησυχαστικώς, τον βίον εξετέλεσας τον Βαπτιστήν μιμούμενος κατά πάντα τρόπον, οσιώτατε. Συν αύτω ουν σε γεραίρομεν Αντώνιε πάτερ των πατέρων κρηπίς.  

Μεγαλυνάρια

Του των μοναζόντων υπογραμμόν, και τον της ερήμου, πολιούχον και οικιστήν στήλην σωφροσύνης, οσίων τε το κλέος, Αντώνιον τον Μέγαν, ανευφημήσωμεν. Τον της μετονοίας κοθηγητήν και της ερήμου πολιούχον και οικιστήν του πύρινον στύλον τον λύχνον του Ηλίου, Αντώνιον τον Μέγαν ύμνοις τιμήσωμεν. Χαίροις των Οσίων ο αρχηγός, και της ισαγγέλου, πολιτείας καθηγητής· χαίροις της ερήμου, στυλοειδής νεφέλη, Αντώνιε παμμάκαρ, Πατέρων καύχημα.

Συνέχεια

Επιστολή γέροντος Παϊσίου

Επιστολή γέροντος Παϊσίου

Εν Αγίω Όρει, τη 23η Ιανουαρίου 1969.

Επειδή βλέπω τον μεγάλον σάλον, που γίνεται εις την Εκκλησίαν μας, εξαιτίας των διαφόρων φιλενωτικών κινήσεων και των επαφών του Πατριάρχου μετά του Πάπα, επόνεσα κι εγώ σαν τέκνον Της και εθεώρησα καλόν, εκτός από τις προσευχές μου, να στείλω κι ένα μικρό κομματάκι κλωστή (που έχω σαν φτωχός Μοναχός), διά να χρησιμοποιηθεί και αυτό, έστω και για μια βελονιά, διά το πολυκομματιασμένο φόρεμα της Μητέρας μας. Πιστεύω ότι θα κάμετε αγάπην και θα το χρησιμοποιήσετε διαμέσου του θρησκευτικού σας φύλλου. Σας ευχαριστώ.

Θα ήθελα να ζητήσω συγγνώμην εν πρώτοις απ’ όλους, που τολμώ να γράψω κάτι, ενώ δεν είμαι ούτε άγιος ούτε θεολόγος. Φαντάζομαι ότι θα με καταλάβουν όλοι, ότι τα γραφόμενα μου δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας βαθύς μου πόνος διά την γραμμήν και κοσμικήν αγάπην δυστυχώς του πατέρα μας κ. Αθηναγόρα. Όπως φαίνεται, αγάπησε μίαν άλλην γυναίκα μοντέρνα, που λέγεται Παπική Εκκλησία, διότι η Ορθόδοξος Μητέρα μας δεν του κάμνει καμμίαν εντύπωσι, επειδή είναι πολύ σεμνή.

Αυτή η αγάπη, που ακούστηκε από την Πόλη, βρήκε απήχηση σε πολλά παιδιά του, που την ζουν εις τας πόλεις. Άλλωστε αυτό είναι και το πνεύμα της εποχής μας: η οικογένεια να χάση το ιερό νόημά της από τέτοιου είδους αγάπες, που ως σκοπόν έχουν την διάλυσιν και όχι την ένωσιν…

Με μία τέτοια περίπου κοσμική αγάπη και ο Πατριάρχης μας φθάνει στη Ρώμη. Ενώ θα έπρεπε να δείξει αγάπη πρώτα σ’ εμάς τα παιδιά του και στη Μητέρα μας Εκκλησία, αυτός, δυστυχώς, έστειλε την αγάπη του πολύ μακριά. Το αποτέλεσμα ήταν να αναπαύσει μεν όλα του τα κοσμικά παιδιά, που αγαπούν τον κόσμον και έχουν την κοσμικήν αυτήν αγάπην, να κατασκανδαλίση, όμως, όλους εμάς, τα τέκνα της Ορθοδοξίας, μικρά και μεγάλα που έχουν φόβο Θεού.

Μετά λύπης μου, από όσους φιλενωτικούς έχω γνωρίσει δεν είδα να έχουν ούτε ψίχα πνευματική ούτε φλοιό. Ξέρουν, όμως, να ομιλούν για αγάπη και ενότητα, ενώ οι ίδιοι δεν είναι ενωμένοι με τον Θεόν, διότι δεν Τον έχουν αγαπήσει.

Θα ήθελα να παρακαλέσω θερμά όλους τους φιλενωτικούς αδελφούς μας: Επειδή το θέμα της ενώσεως των Εκκλησιών είναι κάτι το πνευματικόν και ανάγκην έχουμε πνευματικής αγάπης, ας το αφήσουμε σε αυτούς που αγάπησαν πολύ τον Θεόν και είναι θεολόγοι, σαν τους Πατέρες της Εκκλησίας, και όχι νομολόγοι, που προσφέρανε και προσφέρουν ολόκληρο τον εαυτόν τους εις την διακονίαν της Εκκλησίας (αντί μεγάλης λαμπάδας), τους οποίους άναψε το πυρ της αγάπης του Θεού και όχι ο αναπτήρας του νεωκόρου. Ας γνωρίζωμεν ότι δεν υπάρχουν μόνον φυσικοί νόμοι, αλλά και πνευματικοί. Επομένως η μέλλουσα οργή του Θεού δεν μπορεί να αντιμετωπισθή με συνεταιρισμόν αμαρτωλών (διότι διπλήν οργήν θα λάβωμεν), αλλά με μετάνοιαν και τήρησιν των εντολών του Κυρίου.

Επίσης ας γνωρίσωμεν καλά ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία μας δεν έχει καμμίαν έλλειψιν. Η μόνη έλλειψις, που παρουσιάζεται, είναι η έλλειψις σοβαρών Ιεραρχών και Ποιμένων με πατερικές αρχές. Είναι ολίγοι οι εκλεκτοί, όμως δεν είναι ανησυχητικόν. Η Εκκλησία είναι Εκκλησία του Χριστού και Αυτός την κυβερνάει. Δεν είναι Ναός, που κτίζεται από πέτρες, άμμο και ασβέστη από ευσεβείς και καταστρέφεται με φωτιά βαρβάρων, αλλά είναι ο ίδιος ο Χριστός «και ο πεσών επί τον λίθον τούτον συνθλασθήσεται. εφ’ όν δ’ αν πέση, λικμήσει αυτόν» (Ματθ. κα΄ 44-45). Ο Κύριος, όταν θα πρέπει, θα παρουσιάσει τους Μάρκους τους Ευγενικούς και τους Γρηγορίους Παλαμάδες, διά να συγκεντρώσουν όλα τα κατασκανδαλισμένα αδέλφια μας, διά να ομολογήσουν την Ορθόδοξον Πίστιν, να στερεώσουν την Παράδοσιν και να δώσουν χαράν μεγάλην εις την Μητέρα μας.

Εις τους καιρούς μας βλέπομεν ότι πολλά πιστά τέκνα της Εκκλησίας μας, Μοναχοί και λαϊκοί, έχουν δυστυχώς αποσχισθή από αυτήν εξαιτίας των φιλενωτικών. Έχω την γνώμην ότι δεν είναι καθόλου καλόν να αποχωριζώμεθα από την Εκκλησίαν κάθε φορά που θα πταίη ο Πατριάρχης, αλλά από μέσα, κοντά στην Μητέρα Εκκλησία, έχει καθήκον και υποχρέωσι ο καθένας ν’ αγωνίζεται με τον τρόπον του. Το να διακόψει το μνημόσυνον του Πατριάρχου, να αποσχισθή και να δημιουργήσει ιδικήν του Εκκλησίαν και να εξακολουθή να ομιλή υβρίζοντας τον Πατριάρχην, αυτό, νομίζω, είναι παράλογον.

Εάν διά την α ή την β λοξοδρόμησι των κατά καιρούς Πατριαρχών χωριζώμεθα και κάνωμεν δικές μας Εκκλησίες –Θεός φυλάξοι!– θα ξεπεράσωμεν και τους Προτεστάντες ακόμη. Εύκολα χωρίζει κανείς και δύσκολα επιστρέφει. Δυστυχώς, έχουμε πολλές «Εκκλησίες» στην εποχή μας. Δημιουργήθηκαν είτε από μεγάλες ομάδες ή και από ένα άτομο ακόμη. Επειδή συνέβη στο Καλύβι των (ομιλώ διά τα εν Αγίω Όρει συμβαίνοντα) να υπάρχει και Ναός, ενόμισαν ότι μπορούν να κάνουν και δική τους ανεξάρτητη Εκκλησία. Εάν οι φιλενωτικοί δίνουν το πρώτο πλήγμα στην Εκκλησία, αυτοί, οι ανωτέρω, δίνουν το δεύτερο. Ας ευχηθούμε να δώση ο Θεός τον φωτισμόν Του σε όλους μας και εις τον Πατριάρχην μας κ. Αθηναγόραν, διά να γίνη πρώτον η ένωσις αυτών των «Εκκλησιών», να πραγματοποιηθή η γαλήνη ανάμεσα στο σκανδαλισμένο Ορθόδοξο πλήρωμα, η ειρήνη και η αγάπη μεταξύ των Ορθοδόξων Ανατολικών Εκκλησιών, και κατόπιν ας γίνει σκέψις διά την ένωσιν μετά των άλλων «Ομολογιών», εάν και εφ’ όσον ειλικρινώς επιθυμούν ν’ ασπασθούν το Ορθόδοξον Δόγμα.

Θα ήθελα ακόμη να ειπώ ότι υπάρχει και μία τρίτη μερίδα μέσα εις την Εκκλησίαν μας. Είναι εκείνοι οι αδελφοί, που παραμένουν μεν πιστά τέκνα Αυτής, δεν έχουν όμως συμφωνίαν πνευματικήν αναμεταξύ τους. Ασχολούνται με την κριτικήν ο ένας του άλλου και όχι διά το γενικώτερον καλόν του αγώνος. Παρακολουθεί δε ο ένας τον άλλον (περισσότερον από τον εαυτόν του) εις το τί θα είπη ή τί θα γράψη, διά να τον κτυπήση κατόπιν αλύπητα. Ενώ ο ίδιος, αν έλεγε ή έγραφε το ίδιο πράγμα, θα το υπεστήριζε και με πολλές μάλιστα μαρτυρίες της Αγίας Γραφής και των Πατέρων. Το κακό που γίνεται είναι μεγάλο, διότι αφ’ ενός μεν αδικεί τον πλησίον του, αφ’ ετέρου δε και τον γκρεμίζει μπροστά στα μάτια των άλλων πιστών. Πολλές φορές σπέρνει και την απιστία στις ψυχές των αδυνάτων, διότι τους σκανδαλίζει. Δυστυχώς, μερικοί από εμάς έχουμε παράλογες απαιτήσεις από τους άλλους. Θέλουμε οι άλλοι να έχουν τον ίδιο με εμάς πνευματικόν χαρακτήρα. Όταν κάποιος άλλος δεν συμφωνεί με τον χαρακτήρα μας, δηλαδή ή είναι ολίγον επιεικής ή ολίγον οξύς, αμέσως βγάζομεν το συμπέρασμα ότι δεν είναι πνευματικός άνθρωπος. Όλοι χρειάζονται εις την Εκκλησίαν. Όλοι οι Πατέρες προσέφεραν τας υπηρεσίας των εις Αυτήν. Και οι ήπιοι χαρακτήρες και οι αυστηροί. Όπως διά το σώμα του ανθρώπου είναι απαραίτητα και τα γλυκά και τα ξινά, και τα πικρά ακόμη ραδίκια (το καθένα έχει τις δικές του ουσίες και βιταμίνες), έτσι και διά το Σώμα της Εκκλησίας. Όλοι είναι απαραίτητοι. Ο ένας συμπληρώνει τον πνευματικόν χαρακτήρα του άλλου και όλοι είμεθα υποχρεωμένοι να ανεχώμεθα όχι μόνον τον πνευματικόν του χαρακτήρα, αλλά ακόμη και τις αδυναμίες που έχει σαν άνθρωπος.

Και πάλιν έρχομαι να ζητήσω ειλικρινώς συγγνώμην από όλους, διότι ετόλμησα να γράψω. Εγώ είμαι ένας απλός Μοναχός και το έργον μου είναι να προσπαθώ, όσο μπορώ, να απεκδύωμαι τον παλαιόν άνθρωπον και να βοηθώ τους άλλους και την Εκκλησίαν μέσω του Θεού διά της προσευχής. Αλλ’ επειδή έφθασαν μέχρι το ερημητήριό μου θλιβερές ειδήσεις διά την Αγίαν Ορθοδοξίαν μας, επόνεσα πολύ και εθεώρησα καλό να γράψω αυτά που ένοιωθα.

Ας ευχηθούμε όλοι να δώση ο Θεός την χάριν Του και ο καθένας μας ας βοηθήση με τον τρόπον του διά την δόξαν της Εκκλησίας μας.

Με πολύν σεβασμόν προς όλους.
Ένας Μοναχός Ερημίτης.
(Γέρων Παΐσιος)

Ηλίας Παναγουλάκης, από αλήτης Άγιος !

 

PANAGOYLAKHS

Μία από τίς ελάχιστες φωτογραφίες τού νεο-ασκητού Ηλία Παναγουλάκη. Τήν ευχή του νάχουμε !
Αναφέρει ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος:

«Θα σας πω ένα ωφέλιμο, από την πατρίδα μου. Γύρω στά 1916 -1917, κάπου εκεί , αν δεν με απατά η μνήμη μου, υπήρχε κάτω στην πατρίδα μου, στην Καλαμάτα, ένας νέος ονόματι Ηλίας Παναγουλάκης.
Αυτός ήταν πάρα πολύ καλός τραγουδιστής, ήταν καλλίφωνος και περνούσε τη ζωή του με μερικούς άλλους νέους γυρίζοντας στα καλντερίμια εκεί και τους δρόμους και παίζοντας κιθάρες και όργανα για να βγαίνουν οι κοπέλες από τα παράθυρα.
Είχε ένα ταβερνείο, στο οποίο μαζεύονταν όλοι οι αλήτες της Καλαμάτας και στους οποίους επιβαλλόταν σαν αρχηγός. Όλη η αληταρία της Καλαμάτας είχε αρχηγό τον Ηλία Παναγουλάκη. Έδερνε με το παραμικρό. Απλώς γιατί τον στραβοκοίταξαν.
Ήταν πάρα πολύ χειροδύναμος. Αγράμματος βέβαια. Όλα τα ι τα έγραφε με γιώτα. Και ζούσε τη ζωή του με αυτό τον τρόπο. Γλέντι και τραγούδι και διασκέδαση. Κάποτε πέθανε ένας φίλος του, από την παρέα του. Πήγε στην κηδεία, στο νεκροταφείο. Άκουσε την φράση του Ευαγγελίου: «Αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν».
Αγράμματος ήτανε, την κατάλαβε όμως, «Μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν».
Τί είναι τούτο το πράγμα;
Υπάρχει ζωή μετά θάνατον;

Πλησιάζει έναν επίτροπο και του υποβάλλει αυτή την ερώτηση: Τί λέει; Τί φράση είναι αυτή, την οποία είπε ο παπάς; Υπάρχει ζωή μετά θάνατον;
Κατά θεία πρόνοια, έπεσε στα χέρια κάποιου ευσεβούς επιτρόπου, ο οποίος του είπε αρκετά πράγματα. Αυτά ήταν αρκετά, βέβαια και με τη θέα του νεκρού. Είδε πριν από λίγο, ότι όλα έληξαν, όλα τελείωσαν γι΄αυτόν τον άνθρωπο, ως εδώ ήταν αυτός ο άνθρωπος. Δεν μπορούσε να προχωρήσει πιο πέρα, να ζήσει περισσότερο. Τελείωσαν όλα. Υπό το φάσμα του θανάτου, τα λόγια αυτά του επιτρόπου βρήκαν απήχηση. Κατεβαίνει στην πόλη…
Το νεκροταφείο απείχε λίγο απ’ την άκρη της πόλεως, τώρα πια είναι σχεδόν μέσα στην πόλη. Κατεβαίνει, λοιπόν, στην πόλη. Παίρνει μαύρα κρέπια και ντύνει το δωμάτιο του. Δηλαδή όλους τους τοίχους τους έντυσε με μαύρα κρέπια. Πουλάει όλα τα αντικείμενα του ταβερνείου.
Ανεβαίνει στο μοναστήρι της Βελανιδιάς, το οποίο απέχει μια ώρα από την Καλαμάτα. Και εξομολογείται σε ένα καλό πνευματικό που υπήρχε τις μέρες εκείνες, με δάκρυα και συντριβή μεγάλη, και δίνει υπόσχεση ότι θα ζήσει πια υποδειγματική Χριστιανική ζωή.
Πηγαίνει λίγες μέρες στο χωριό του, αποχαιρετά του δικούς του, ξανάρχεται στην πόλη και πιάνει μια σπηλιά της πόλεως και αποφάσισε να γίνει εκεί ασκητής. Αυτό έπεσε σαν βόμβα στην πόλη, γιατί ήταν πασίγνωστος. Ο καλύτερος τραγουδιστής της Καλαμάτας. Οι φίλοι του τον νόμισαν τρελό.
Μπα, λένε, αυτός τρελάθηκε και τον παράτησαν. Αυτός άφησε γένια, άφησε μαλλιά, φόρεσε ένα παλιόρασο, από κάποιον το ζήτησε και έμεινε εκεί στη σπηλιά.
Πολλά παιδιά νεαρής ηλικίας, τα οποία ελκύσθηκαν από το παράδειγμά του, πήγαιναν να τον δουν. Τί είναι αυτός ο άνθρωπος. Άλλοι από περιέργεια. Πήγαιναν εκεί, κι αυτός τους δίδασκε, είχε βρει κάτι συναξάρια. Με τις ελάχιστες γραμματικές γνώσεις τις οποίες είχε, προσπαθούσε να διαβάζει τα συναξάρια, κάτι άλλα βιβλία πατερικά και να τους διδάσκει. Κάποιος φίλος του τού πρόσφερε χρήματα να κτίσει μερικά κελλάκια, γιατί από τα παιδιά πολλοί ήθελαν να μείνουν μαζί του. Αυτός που είχε το κτήμα στο οποίο υπήρχε η σπηλιά τον έδιωξε, τον κυνήγησε. Του λέει, φύγε από δω. Έφυγε, κάποιος άλλος του πρόσφερε μια μικρή περιοχή, στην οποία έκτισε κελλάκια με τα χρήματα, τα όποια του έδωσε αυτός ο εύπορος κύριος.
Τα κελάκια υπάρχουν ακόμη. Οι πόρτες είναι τόσο μικρές, ώστε μόνο πλαγίως μπορεί να μπει κανείς. Αυτό το είχε κάνει επίτηδες, για να υπενθυμίζει την στενή πύλη του παραδείσου. Και τα κελλάκια ήταν ενάμιση μέτρο επί ένα ογδόντα, δύο μέτρα.. κάτι τέτοιο, πάρα πολύ μικρά. Και αυτός είχε μια σπηλιά εκεί πέρα, στην οποία ασκήτευε.
Με την πάροδο του χρόνου έκτισαν και ένα Εκκλησάκι και έκαναν αγρυπνίες εκεί πέρα. Από τους πρώτους καρπούς του ανθρώπου αυτού, ήταν ο μακαρίτης πατήρ Ιωήλ Γιαννακόπουλος. Από αυτόν ξεκίνησε. Δέκα πέντε ετών παιδί έφευγε από το κρεβάτι του, πήδαγε απ’ το παράθυρο, γιατί δεν τον άφηνε ο πατέρας του και πήγαινε και παρακολουθούσε τις αγρυπνίες του Παναγουλάκη. Εγώ βέβαια ήμουν αγέννητος τότε. Από ανθρώπους που τον πλησίαζαν τα ξέρω αυτά, από ανθρώπους τέτοιους, τον πατέρα Ιωήλ και άλλους.
Ο π. Ιωήλ πήγαινε εκεί και κάποια μέρα μάλιστα, τον έπιασε ο πατέρας του, έφευγε το βράδυ έντεκα, εντεκάμιση όταν κοιμόταν και γύριζε το πρωί πέντε, πεντέμιση η ώρα και ξανάπεφτε στα ρούχα- ένα πρωί λοιπόν, τον έπιασε ο πατέρας του και τον έδειρε αγρίως τον μακαρίτη.
Όταν όμως μεγάλωσε, πήγε και έμεινε μαζί του αρκετά χρόνια. Και πολλοί άλλοι πήγαν και ωφελούνταν απ’ αυτόν πάρα πολύ. Ήταν τέτοια η επίδραση του κηρύγματός του, ώστε ο Διοικητής του Κέντρου της Καλαμάτας έστελνε περιπόλους στις προσβάσεις της περιοχής στην οποία βρισκόταν -ένα ύψωμα στο ΒΑ άκρο της πόλεως-, έστελνε περιπόλους για να εμποδίζουν τους στρατιώτες να πλησιάζουν. Επειδή οι στρατιώτες που πήγαιναν και παρακολουθούσαν το κήρυγμά του γύριζαν στο κέντρο και πέταγαν τα αρτύσιμα φαγητά τις Τετάρτες και τις Παρασκευές και έμεναν εντελώς άσιτοι.
Υπερτόνιζε τη νηστεία, τις αγρυπνίες, κυρίως αυτά είναι τα γνωρίσματα των ασκητών. Αλλά ήταν και έντονα Χριστοκεντρικός άνθρωπος.
Κάποτε μου είπε ο πατήρ Ιωήλ δύο περιπτώσεις οι οποίες αποδεικνύουν ότι αυτός ο άνθρωπος είχε χάρισμα από το Θεό και προορατικό, αλλά μπορώ να πώ και θαυματουργικό χάρισμα.
Το κελλί του είχε στέγη καλάμια και κεραμίδια, και, για να μην πέφτουν κομμάτια απ’ τα ασβέστια και τα καλάμια κάτω, είχε βάλει ένα χαρτί μπλε, απ’ αυτό που τύλιγαν τα βιβλία, το ξέρετε, τις κόλλες αυτές. Μεσολαβούσε όμως μεταξύ του χαρτιού και της στέγης των καλαμιών, ένα διάστημα δύο τρείς πόντοι. Εκεί, λοιπόν, είχε μπει ένα έντομο, εμείς στην Μεσσηνία τα λέμε μπουρμπούδουλα αυτά τα πράγματα, δεν ξέρω πώς τα τα λέτε εσείς, αυτά τα χρυσά, τα οποία δένουν τα παιδάκια στην κλωστή και τα τραβάνε.
-Χρυσόμυγες τα λέμε εμείς.
-Λοιπόν, είχε μπει μία φορά ένα τέτοιο πράγμα και βούιζε, την ώρα κατά την οποία δίδασκε τα παιδιά, τους νεαρούς οι οποίοι πήγαιναν εκεί. Αυτοί άρχισαν να γελάνε και να πειράζουν ο ένας τον άλλο ακούγοντας το βούουουου, που έκανε πάνω αυτό. Το αντιλήφθηκε ο Παναγουλάκης αυτό, κοίταξε προς τα πάνω, σήκωσε το χέρι και λέει: «Επιτιμήσαι σοι ο Κύριος, διάβολε, σατανά!» Σε δευτερόλεπτα σταματάει.
Δεύτερη περίπτωση, την οποία μου είχε πει ο π. Ιωήλ. Αυτός, ο π. Ιωήλ, ήταν πάρα πολύ βραδύγλωσσος, στα νεανικά του χρόνια. Για να πει μία λέξη, έπρεπε να μαρτυρήσει ο άλλος, ο οποίος τον άκουγε. Τρομακτική βραδυγλωσσία, τρομακτική, και στα τελευταία κάτι του είχε μείνει, αλλά μόλις διακρινόταν. Στα μαθητικά του χρόνια ήταν απαίσια βραδύγλωσσος, αφόρητος.
Όπως μου έλεγε ο ίδιος και όπως μου λέγανε και οι συμμαθητές του. Κάποτε, λοιπόν, κάτι ήθελε να εκφράσει και δεν μπορούσε, προσπαθούσε πολύ ώρα και… και… και… συνέχεια ο καημένος και δεν μπορούσε. Τον πλησίασε ο Παναγουλάκης, τον εθώπευσε στο κεφάλι και του λέει: «Άκουσε παιδί μου, η βραδυγλωσσία θα σου περάσει. Κάτι μόλις θα σου αφήσει, αλλά θα σου περάσει και θα γίνεις και κήρυκας του Ευαγγελίου». Ήταν τότε δεκαπέντε δεκαέξι ετών, κάτι τέτοιο.
Και άλλα πολλά τέτοια. Α…, και ένα ακόμη.
Πριν αποφασίσει να μείνει οριστικά στη σπηλιά, πήγε και βρήκε όλους τους ανθρώπους τους οποίους είχε αδικήσει, είχε δείρει, είχε με οποιοδήποτε τρόπο βλάψει και ζήτησε από όλους συγχώρεση.
Στις φυλακές Ναυπλίου βρισκόταν ένας κατάδικος, σε βαριά ποινή, γιατί, δεν ξέρω, κάποιο έγκλημα είχε κάνει. Αυτόν κάποτε είχε αποπειραθεί να τον μαχαιρώσει ο Παναγουλάκης. Και είχε δικασθεί, τότε, ο Παναγουλάκης ένα μικρό χρονικό διάστημα, γιατί έφταιγε ο άλλος. Πήγε, λοιπόν, στο διευθυντή των φυλακών και τον παρακάλεσε να του φέρει τον κατάδικο αυτό να τον δει. Όταν ο κατάδικος άκουσε ότι τον ζητά ο Παναγουλάκης, δεν ήθελε να παρουσιασθεί.
Αμάν, λέει και εδώ ήλθε να με σκοτώσει. Είδε κι έπαθε ο διευθυντής να τον πείσει, ότι δεν πάει με τέτοιες διαθέσεις. Τελικά πείσθηκε αυτός και άφησε να τον πάνε στο εντευκτήριο εκεί της φυλακής.
Ο Παναγουλάκης πήγε, έπεσε στα πόδια, του έβαλε μια εδαφιαία μετάνοια, του φίλησε τα πόδια, του λέει με συγχωρείς για ότι σου είχα κάνει. Εγώ πια αποφάσισα να αλλάξω ζωή, εύχομαι κι εσύ να μιμηθείς το παράδειγμά μου. Γύρισε, λοιπόν, και ζήτησε συγνώμη απ’ όλους.
Έζησε μία ζωή Οσιακή, κοιμόταν τρεις ώρες το εικοσιτετράωρο, ποτέ στο κρεβάτι. Είχε μέσα στη σπηλιά του αυτή, η οποία συγκοινωνούσε με ένα κελάκι, ένα σκαμνάκι μικρό και έβαζε τα χέρια έτσι, σ’ ένα μικρό τραπεζάκι, το οποίο είχε, έβαζε τα χέρια έτσι και το κεφάλι πάνω στα χέρια και κοιμόταν τρεις ώρες περίπου το 24ωρο καθιστός. Ποτέ δεν έπεσε, ούτε σε σανίδα κάτω, καθιστός πάντοτε.
Έτρωγε πάντοτε μετά τη δύση του ηλίου, λάδι μόνο Σάββατο και Κυριακή, όλο το χρόνο. Κρέας και ψάρι ποτέ. Και μόνο στα τέλη της ζωής του, επειδή προσβλήθηκε λόγω της μεγάλης ασκήσεως από καλπάζουσα φυματίωση, μετά από εντονότατη πίεση των πνευματικών του τέκνων έφαγε λίγο κρεατόζουμο.
Δεν ήταν δική του κατάλυση, βέβαια, αλλά είχε βαρύτατη φυματίωση ο ίδιος και δεν μπόρεσε ο καημένος να αντέξει και το 1921 ή 1922, δεν θυμάμαι ακριβώς έφυγε από τον κόσμο αυτό, αφού διήνυσε μια οσιακή ζωή και αφού πολλούς ανθρώπους οδήγησε στο σωστό δρόμο.
Σας είπα απ’ τους πρώτους καρπούς του π. Ηλία είναι ο π. Ιωήλ ο Γιαννακόπουλος, η ηγουμένη της Μονής των καλογραίων Φιλοθέη κάτω στην Καλαμάτα, ο π. Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος που πήγε στην Ουγκάντα -όλοι αυτοί από ‘κει μέσα βγήκανε, απ’ τον Παναγουλάκη.
Ο π. Ευσέβιος Θεριάκης, ιερομόναχος στην Καλαμάτα.
Τόσοι και με τόσων ετών εργασία αρχιερείς και ιεροκήρυκες και δεν κατορθώνουν να βγάλουν δύο τρεις εργάτες του Ευαγγελίου.
Πλείστοι όσοι αρχιερείς και ιεροκήρυκες -και αυτός ο αστοιχείωτος άνθρωπος, ο αγράμματος, έδωσε στο Ευαγγέλιο πάρα πολλούς εργάτες.
Και πολιτογράφησε στον Παράδεισο πάρα πολλές ψυχές με την οσιακή του ζωή. (π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, Άρθρα και Μελέτες
hristospan

ΚΙ΄ ΑΛΛΕΣ  ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ…

Ο όσιος Νεοασκητής π. Ηλίας Παναγουλάκης, γεννήθηκε την 14/7/1873 στην Καλαμάτα και έζησε στην περιοχή της Μεσσηνίας. Από τα πρώτα χρόνια της ζωής του είναι γνωστά ελάχιστα πράγματα, είναι όμως γενικά παραδεκτό, ότι ήταν άνθρωπος του κόσμου και της αμαρτίας.
Ο θάνατος ενός στενού και αγαπημένου του φίλου, υπήρξε γι’ αυτόν γεγονός σωτήριο, γιατί κατά τη κηδεία του, άκουσε για πρώτη φορά τα σχετικά με την αιώνια ζωή λόγια του Ευαγγελίου, «ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντι με, έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μετέβηκεν εκ του θανάτου προς την ζωήν» (Ιωαν. 5, 24) δηλαδή «όποιος ακούει το λόγο μου πιστεύει σε αυτόν που με έστειλε (το Θεό Πατέρα), έχει αιώνια ζωή, και σε κρίσει δεν θα έρθει, αλλά απ τον θάνατο στη Ζωή πορεύεται».
Γεμάτος σκέψεις και βαθειά επηρεασμένος, ζήτησε από τον Ιερέα του νεκροταφείου να του εξηγήσει σχετικά. Πράγματι ο Ιερέας του μίλησε για την κρίση, την μετά θάνατο ζωή, την τιμωρία (ανταπόδοση ορθότερα), την μετάνοια και την επιστροφή.
Με συντριβή και επίγνωση της πνευματικής του κατάστασης, (σύμφωνα με τους μαθητές του είπε στον ιερέα: «Και για μένα; Για μένα που έχω ματώσει την θάλασσα, υπάρχει σωτηρία;»), ζήτησε να εξομολογηθεί. Ο ιερέας όμως δεν ήταν εξομολόγος και γι αυτό τον έστειλε σε έμπειρο πνευματικό της Μονής Βελανιδιάς.
Μετά το σωτήριο λουτρό της μετανοίας και γεμάτος ζήλο για έργα αρετής, είπε στον εξομολόγο του:
«Θα κάνω τη ζωή του Μεγάλου Αντωνίου!» παρόλο όμως το γεγονός, ότι ο πνευματικός του συνέστησε να γίνει απλώς ένας χριστιανός, ο Ηλίας ξεκίνησε για τη Μάνη, αναζητώντας τόπο για προσευχή και άσκηση. Στη Μάνη, έζησε κοντά σε ένα εξωκκλήσι για μικρό χρονικό διάστημα, εργαζόμενος την μετάνοια και την προσευχή, και αγωνιζόμενος υπεράνθρωπα με νηστεία και αγρυπνία.
Ο ιερέας όμως του κοντινού χωριού , του συνέστησε να αγωνισθεί εκεί που αμάρτησε, δηλαδή στην Καλαμάτα. Υπάκουσε και επιστρέφοντας στον τόπο που έζησε την αμαρτωλή του ζωή, κατοίκησε στα κτήματα ενός χριστιανού στην ερημική θέση «Αγία Άννα», στο φρούριο της πόλης. Εκεί αρχίζει νέους αγώνες υπεράνθρωπους, αδιανόητους για την εποχή του, και προσφέρει στο Θεό τους καρπούς της μετανοίας του.
Σε μικρό χρονικό διάστημα η περιοχή κατακλύζεται από επισκέπτες. Δεκάδες άνθρωποι έρχονται προς αυτόν, (οι περισσότεροι γεμάτοι περιέργεια και σκωπτική διάθεση). Πολλούς το πύρινο κήρυγμα μετανοίας και προ πάντων το παράδειγμα του, μεταβάλλει σε πιστούς προσκυνητές και υπάκουους μαθητές. Το γεγονός αυτό έβαλε σε σκέψεις τον ιδιοκτήτη του κτήματος, ο οποίος φοβούμενος μήπως η Εκκλησία αποκτήσει δικαιώματα στην ιδιοκτησία του , ζήτησε από τον π. Ηλία να απομακρυνθεί.
Ο ταλαιπωρημένος ασκητής(ήδη τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, είχαν αλλοιωθεί από την νηστεία και την κακοπάθεια), υπάκουσε. Πριν φύγει από την «Αγία Άννα» έδωσε ένα νόμισμα (μια χάλκινη πεντάρα της εποχής), σε κάποιον μαθητή του και τον έστειλε στο Ναό της Υπαπαντής, για να ψάλλει μία παράκληση. Μετά την επιστροφή του υποτακτικού του, η μικρή συνοδεία ξεκίνησε χωρίς συγκεκριμένη πορεία.
Μετά από περιπλάνηση, λίγο μετά την του Αγίου Κωνσταντίνου που ίδρυσε ο λόγιος Ιερομόναχος Γεράσιμος Παπαδόπουλος (1763-1844, συναντήθηκε με τον εργολάβο Χρήστο Ταμπακέα. Ο π. Ηλίας και οι μαθητές του, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του ευσεβούς Ταμπακέα, εξιστόρησαν τα γεγονότα. Ο Ταμπακέας, που όπως αποδεικνύεται από τα πράγματα ήταν ευσεβής και φιλομόναχος, προσπάθησε να βοηθήσει την συνοδεία και για τούτο την οδήγησε στο κτήμα του φίλου του Θωμά Μιχαλάκου, (εκεί που σήμερα βρίσκεται η Ιερά Μονή Ευαγγελίστριας), από τον οποίο και αγόρασε το κτήμα, προσφέροντας του στον ασκητή.
Μετά την εγκατάσταση στην νέα εξασφαλισμένη θέση, ο π. Ηλίας, αφού οικονόμησε από κάπου ένα παλιό ράσο, κατέβηκε στο μικρό σπήλαιο που υπήρχε στο κτήμα και άρχισε με μεγαλύτερο ζήλο την άσκηση. Μέσα στο σκοτάδι και την υγρασία του σπηλαίου, αγωνίσθηκε υπεράνθρωπα μιμούμενος τους μεγάλους ασκητές. Σε λίγο η φήμη του ξεπέρασε τα όρια της περιοχής και εκατοντάδες άνθρωποι άρχισαν και πάλι να συρρέουν, για να ακούσουν το φλογερό κήρυγμα του μετανοίας. Πολλοί από τους επισκέπτες του, γοητευμένοι από την ζωή και την προσωπικότητα του, παρέμειναν μαζί του και έγιναν υποτακτικοί και μαθητές του.
Εκεί χωρίς να έχει καρεί μοναχός έζησε για δεκαπέντε χρόνια με σκληρή άσκηση, νηστεία και προσευχή. Κρέας, ψάρια, αυγά, και γάλα δεν έτρωγε ποτέ. Λάδι μόνο κάθε Σάββατο και Κυριακή. Και Τετάρτη και Παρασκευή είχε ολοχρονίς πλήρη ασιτία. Δεν ήταν όμως μακριά από τους ανθρώπους, γιατί πολλοί τον επισκεπτόντουσαν, τον ζούσαν και άκουγαν το κήρυγμά του, και ήταν μέρος της καθημερινής τους κουβέντας!!
Κάθε Κυριακή και εορτή συνέρρεαν στο Ασκητήριο του Παναγουλάκη πλήθη Χριστιανών στους οποίους κήρυττε τον λόγο του Θεού. Μέσα στο απέριττο οίκημα που κήρυττε, υπήρχε κρεμασμένο το ομοίωμα ενός ανθρώπινου σκελετού για να θυμίζει συνεχώς στους ακροατές την ματαιότητα του κόσμου τούτου. Το απλό και άτεχνο, αλλά προερχόμενο από την καρδιά  που φλόγιζε η αγάπη του Χριστού κήρυγμα του Παναγουλάκη, αναγέννησε πλήθος ψυχών.
Κήρυττε με απαράμιλλη ζέση την μετάνοια. Υπενθύμιζε τον πνευματικό και αιώνιο θάνατο και την απειλή της αιώνιας καταδίκης. Το ζωντανό παράδειγμα οδήγησε πολλούς στην οδό της Μετανοίας,  της Ιεράς Εξομολόγησης, και τους έκανε συνειδητά μέλη της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Κοντά  στον  αγράμματο  αυτό ασκητή μαθήτευσαν παιδιά τότε, κατοπινοί  μεγάλοι  εργάτες  του  Ευαγγελίου, όπως ο  Φώτιος (Αρχιμανδρίτης  Ιωήλ) Γιαννακόπουλος(1901-1966),  ο Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος(1876-1972), μεγάλος  Ιεραπόστολος της  Αφρικανικής Ηπείρου, ο Αρχιμανδρίτης  Ιωακείμ Αγιαννανίτης (1895-1955), μεγάλη Αγιορείτικη μορφή  και άλλοι πολλοί.
Οι σπουδαιότεροι από τους μαθητές του ήταν επίσης: Ο Γεώργιος Αναγιαρέας (διάδοχος του στην ηγεσία της Μονής κατά την περίοδο 1918-1920), ο Γεώργιος Πουπουλάτης (έπειτα Μητροπολίτης Γ.Ο.Χ. Μεσσηνίας με το όνομα Χρυσόστομος), ο Πέτρος Καλοκύρης (μοναχός Συμεών), ο Ανδρέας Κωτσόπουλος (Μοναχός Αντώνιος), ο Φώτιος Μπούστος, ο Μοναχός Παναγιώτης και ο Γεώργιος Αναγνωστόπουλος (έπειτα Αρχιμανδρίτης Θεόδουλος, ιδρυτής της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Κορώνης).
Αξιοσημείωτος  είναι ο τρόπος που τον γνώρισε και έγινε μαθητής του ο Φώτιος Γιαννακόπουλος, ο κατοπινός π. Ιωήλ. Αναφέρει ο ίδιος χαρακτηριστικά:
«…Μια μέρα του 1913, όταν ο Φώτης ήταν κοντά στα 12, ενώ έπαιζε ξυπόλητος στο δρόμο, μια γιαγιά, φτωχή και τυφλή, του ζήτησε να την οδηγήσει στην άγνωστη μέχρι τότε σπηλιά του ασκητή. Ο καλοσυνάτος Φώτης άφησε το παιχνίδι του με τα άλλα παιδιά και συνοδεύοντας την τυφλή άκουσε το κήρυγμα του Παναγουλάκη. Η γαλήνια όψη του και ο δυναμικός του λόγος τον γοήτεψαν και έτσι αφέθηκε στο Άγιο Πνεύμα να τον οδηγήσει, ό,που το στόμα της τυφλής γιαγιάς έλεγε!!!!
Από τότε ο Φώτης απέκτησε Δάσκαλο…. Από τότε και σε όλη του τη ζωή έλεγε «τι παράξενα, τι μυστήρια που ενεργεί ο Θεός; Εμένα στο φώς με οδήγησε μια γριά τυφλή. Τι σοφά που ενεργεί ο Θεός! Είχα την εντύπωση ότι την οδηγούσα εγώ. Και ο Θεός μου έδειξε, ότι μου την είχε στείλει για να  οδηγήσει Εκείνος, με αυτήν την «τυφλή», στο φώς της επιγνώσεώς του εμένα που ‘έβλεπα’».
Μία  άλλη φορά  βρέθηκε μπροστά σε ένα θαυμαστό σημείο, που  όχι μόνο τον  σαγήνευσε, αλλά για  το φιλοσοφικό του  μυαλό, τον  σιγούρεψε για  την αλήθεια  και  τη δύναμη της  Ορθόδοξης  Πίστης.
Ο Ηλίας Παναγουλάκης μιλούσε σε μία ομάδα νεαρών και αρκετούς μεγάλους για αυτή την Πίστη. Τότε ένας χρυσοκάνθαρος πετούσε συνεχώς πάνω από τα κεφάλια τους και όλοι στράφηκαν σε αυτόν, χωρίς να προσέχουν τον ασκητή. Τότε ο Ηλίας, με το σημείο του σταυρού, επιτίμησε τον διάβολο, οπότε το ζωύφιο έπεσε κάτω νεκρό….Ο σοφός Φώτης τότε κατάλαβε!!!
Αλήθεια, έχουμε σκεφθεί πόσο δαιμονικό είναι το κάθε τι, που μας αποσπάει από το λόγο του Θεού και διώχνει από την ψυχή μας την κατάνυξη; Δεν είχε συμπληρώσει ακόμη τα σαράντα πέντε του χρόνια ο Παναγουλάκης, όταν προσβλήθηκε από βαρείας μορφής φυματίωση .
Την 17η Ιανουαρίου 1918 (ημέρα εορτής του Αγίου Αντωνίου, του οποίου την ζωή ήθελε να μιμηθεί!), σε ηλικία μόλις 45 ετών, μετά από 16ετή άσκηση γεμάτη κακοπάθεια αλλά και πλούσιους πνευματικούς καρπούς, ο νεοασκητής π. Ηλίας Παναγουλάκης κοιμήθηκε τον ύπνο του δικαίου.
Άφησε τη φήμη οσίου και πνευματικού ανδρός και τιμάται ιδιαίτερα από το λαό της περιοχής. Ο τάφος που βρίσκεται στη βάση του δεξιού κωδωνοστασίου του (παλαιού) Ναού της Ευαγγελίστριας στην ιερά του Μονή, και η τίμια κάρα του σε μικρό ξύλινο κιβώτιο- προθήκη, στο παρεκκλήσιο της Υπαπαντής, δίπλα στην Κάρα του μαθητή του και έπειτα επισκόπου Γ.Ο.Χ. Μεσσηνίας αειμνήστου κυρού Χρυσοστόμου.

Πηγές: «ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΙΕΡΑΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΝ Γ.Ο.Χ. ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ» (Αντ. Μάρκου). Έκδοση Ι. Μητροπόλεως Μεσσηνίας, 1981.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ανέκδοτα Αρχιμανδρίτου Ιωήλ Γιαννακόπουλου, έκδοσις Δ΄ εν Αθήναις, 1973, σελ. 44-46, επιμέλεια Αρχιμ. Επιφανίου Θεοδωρόπουλου
Σύγχρονες Αγιορείτικες μορφές, ΙΩΑΚΕΙΜ ΑΓΙΑΝΝΑΝΙΤΗΣ, τόμος 1, έκδοσις Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Ατικκής, 1955
Μητροπολίτου Νικοπόλεως ΜΕΛΕΤΙΟΥ,  Ο πατήρ Ιωήλ, Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Νικοπόλεως

Συνέχεια

Οι σχέσεις του γέρ. Αιμιλιανού με τους Ιουστίνο Πόποβιτς και Δημήτριο Γκαγκαστάθη

 

Επεκτείνεται  και εκτός  ελλαδικών συνόρων  ανακαλύπτοντας  τη  δρόσο  του  Πνεύματος αρχικά  στον οσιωθέντα[250]  ιερομόναχο π. Ιουστίνο  Πόποβιτς  στη Σερβία[251] και  τους  διαπρεπείς  θεολόγους  μαθητές   του. Το 1976  τον  επισκέπτεται  ως  ηγούμενος  της  Σιμωνόπετρας  και  διαπιστώνει  εκ  του  σύνεγγυς  πόσο  πλησίον βρίσκεται  στο  νηπτικό  πνεύμα  του  νεοφανούς  αγίου  και  θεολόγου. Μάλιστα  ο  μαθητής  του  π. Ιουστίνου  επίσκοπος Αθανάσιος Γιέβτιτς τονίζει  πως  στον  π. Αιμιλιανό  βρήκε  εξαρχής  τα  χαρακτηριστικά  του  γέροντά  του π. Ιουστίνου , τα  οποία  συμπυκνώνονται  στην  πνευματική  αρχοντιά, την  οικουμενικότητα   και  τη  νοικοκυρωσύνη («οικονομία») , καταλήγοντας  στο  συμπέρασμα  ότι  μεταξύ  των  πνευματικών  ανθρώπων  συγκροτείται  ένα  δίκτυο  προσευχής , νήψεως, κοινωνίας  εμπειριών[252].

aimilianos-popovits2

Και  πάλι  εκτός  ελληνικών συνόρων  συναντάται  πνευματικά  κατόπιν  προσκλήσεως  του  με  τον Γέροντα  Σωφρόνιο Σαχάρωφ, πνευματικό  έκγονο  του  Οσίου Σιλουανού  του  Αθωνίτου   στο Essex  της  Αγγλίας . Ο  Γεροντας  Σωφρόνιος  γεννήθηκε  στη  Μοσχα  το 1896. Μετά  τις  πρώτες  εγκύκλιες  σπουδές  του επιδόθηκε   στη  ζωγραφική  και  εσπούδασε  στην  Κρατική  Σχολή  Καλών  Τεχνών. Προικισμένος  με   φυσικά  και  πνευματικά  χαρίσματα είχε  έντονες  μεταφυσικές  αναζητήσεις και  για  μια  οκταετία  ελκύσθηκε  από  τις  φιλοσοφικές θεωρίες  και τις θρησκευτικές δοξασίες  των  ανατολικών  θρησκειών  ασκώντας  τον   υπερβατικό  διαλογισμό [253]. Γρήγορα  όμως  ανένηψε  χάρη  στη  μελέτη  της  Παλαιάς  Διαθήκης , όπου  ανεγνώρισε  την  αποκάλυψη  του  Ζώντος  Θεού  των  Πατέρων  του.

Μετά  τα  γεγονότα  της  Οκτωβριανής  Επανάστασης , βρέθηκε  στο  Παρίσι  όπου  και  εσπούδασε με  ιερό  ζήλο  τη Θεολογία  αποκτώντας  και  τα  πρώτα  σημεία  της  Χαριτος. Ο  πόθος  της  λατρείας  και  της  προσευχής[254] οδήγησε  τα  βήματά του  στο  Άγιον Όρος  το  1925  όπου  εμόνασε για  22  χρόνια . Στο  διάστημα  της  παραμονής  του  στο  Περιβόλι  της Παναγίας  κοινοβίασε  στη  Ιερά Μονή  Αγίου  Παντελεήμονος,  όπου  και  συνεδέθη  πνευματικώς  με  τον  κατοπινό  μέγα  Άγιο  Σιλουανό  τον  Αθωνίτη (1866-1938), και κατόπιν  αποσύρθηκε  στην  αγιορειτική  έρημο, χρηματίζοντας  πνευματικός  Πατήρ  πλείστων   Ιερών  Μονών  αλλά  και  μεμονωμένων  μοναχών. Το  1947  αναχώρησε  για  τη  Γαλλία  όπου   εξέδωσε  τα  χειρόγραφα  του  Αγίου  Σιλουανού και  εργάστηκε  για  την  ανάδειξη  και  την  αγιοποίησή  του. Κατόπιν μετέβη  στο  Essex της Αγγλίας όπου  και  ίδρυσε   στα 1959 την  Πατριαρχική  και  Σταυροπηγιακή  Μονή  του Τιμίου  Προδρόμου αναδειχθείς  ηγούμενος  και  πνευματικός  της για  μια  35ετια  περίπου. Εκοιμήθη την 11η  Ιουλίου  του  1993.Ο  Γέροντας  Αιμιλιανός  τον  επισκέφθηκε   αρκετές  φορές  από  το  1970, οπότε  καταρχήν γνωρίσθηκε  μαζί  του,   και  τον εξομολόγησε  για  τελευταία  φορά όταν  πλέον ετοιμαζόταν  να  αναχωρήσει  από τα  εγκόσμια.

 

ΣΤ. Η  περίπτωση  του π. Δημητρίου Γκαγκαστάθη – ένας  ιδιότυπος  νηπτικός  «ενοριακός  μυστικισμός».

Μεταξύ  των  αγιασμένων  μορφών  που  συμπορεύθηκαν  με  τον γέροντα  Αιμιλιανό, εξέχουσα  θέση  κατέχει ο ευλαβέστατος  και  όσιος  εφημέριος  του  χωριού Πλάτανος  Τρικάλων παπα-Δημήτρης  Γκαγκαστάθης[255].  Ο  σεβάσμιος  λευίτης αποτελούσε  πρόσωπο  αξιοσέβαστο και  ιερό  για  το  Γέροντα[256]  αλλά  και  για  την  αδελφότητα  του Μεγάλου Μετεώρου[257]  και  κατόπιν  της  Σιμωνόπετρας[258]   και  της  Ορμύλιας. Η γνωριμία  των  δύο  πατέρων  ξεκινά  από  την  εγκαταβίωση  του π. Αιμιλιανού στα  Μετέωρα [259], ένα  χώρο  οικείο  για  τον   π. Δημήτριο, καθώς  εκεί  εξομολογούνταν από  τα  πρώτα  κιόλας  χρόνια  της  πολυκύμαντης  και  περιπετειώδους  ζωής  του[260].

Τον  νεαρό  τότε ιερομόναχο  Αιμιλιανό εντυπωσίασε  βαθύτατα η  ευλάβεια  του  παπα Δημήτρη  προς  τους  Ταξιάρχες –προστάτες  αγίους  του  χωριού  του- , η  απλότητα [261],  η  οικείωσή  του προς  τα  ιερώς  τελούμενα , η  άσκηση  και  η  ταπείνωσή  του. Όταν  μετά  από  λίγο  αυτός  ο  ενάρετος ιερέας άρχισε  να  εξομολογείται  στο  Γέροντα , διατηρώντας  αυτόν  τον  πνευματικό  δεσμό  ως  το οσιακό  του  τέλος, απεκάλυψε  σε  εκείνον  τα εσώτατα  των νηπτικών, προσευχητικών  και λατρευτικών βιωμάτων  του [262].  Η  ζωή  του , όπως  γράφει ο ίδιος  ο Γέροντας γι’ αυτόν ,  ήταν  μια  χειραγωγία  από  τη  θεία  χάρη ,  ώστε  να  αναδεικνύεται  όργανο  εκφράσεως  του  Αγίου Πνεύματος [263].

Ο  παπα-Δημήτρης εκφράζει  απόλυτα  έναν νηπτικό εγκόσμιο ασκητισμό  αν  και  έγγαμος  εφημέριος   με  πλείστες  ενοριακές  και  οικογενειακές  υποχρεώσεις.  Πρόκειται  για  μια  πνευματικότητα  με  κέντρο  την  μικρή  ενορία , η  οποία δεν  εμποδίζει  την  εσωτερική  – μυστική εμπειρία   και  κινείται  σε δύο  επίπεδα. Το  πρώτο  αφορά  την  συνεπή   και  ακριβέστατη  λειτουργική  ζωή[264], παράλληλα  με  μια  κοινωνικότητα,  που  αποδείκνυαν  τα  έργα  αγάπης   και φιλανθρωπίας (οικονομικές ενισχύσεις ,  ενοριακή  βιβλιοθήκη κ.τ.τ. ) , η μέριμνα  για  το  ποίμνιό  του  και  η  εκδαπάνηση  στη λύση  των  ποικίλων  προβλημάτων  των  ενοριτών  του. Το  δεύτερο  αφορά  στην  προσωπική  του  πνευματική  καλλιέργεια  μέσω  της  πολύωρης  και  ολονύκτιας  προσευχής, της  θείας  αγάπης,  της  ταπείνωσης, της  άσκησης, της  παιδικής  αφελότητος,  του  κλαυθμού  και  του  πόνου.  Ο  Γέροντας  δε  διστάζει  να  χαρακτηρίσει  τον παπα-Δημήτρη  σαν  ζωντανό  και  ενεργό  μυστήριο , σαν νέο  Μωϋσή ,  που  ζούσε  μέσα  στο θείο  γνόφο, πάντοτε  «ακέραιος,  ανέλικτος, ασυγκατάβατος, σταθερός»[265].

Σημαντικό  επίσης  στοιχείο  της  προσωπικότητας  του π. Δημητρίου Γκαγκαστάθη , πέραν  της  προσωπικής  βιώσεως  των μυστηρίων του Θεού, ήταν και  οι  σχέσεις  φιλίας  και  αδελφοσύνης  που  ανέπτυξε  με  σπουδαίες  και  εξέχουσες  μορφές  , που  προαναφέρθηκαν, όπως  οι οσίως  βιώσαντες π. Φιλόθεος  Ζερβάκος, π. Εφραίμ  Κατουνακιώτης  και π. Ιουστίνος Πόποβιτς (μέσω  των πνευματικών  του  τέκνων π. Αθανασίου και π. Αμφιλοχίου) με  τους  οποίους  διατηρούσε  επαφή είτε  επισκεπτόμενος, είτε  δι’ αλληλογραφίας, ζητώντας  συμβουλές , πνευματική  ενίσχυση ακόμα  και  έλεγχο των  πνευματικών  του  εμπειριών.  Ιδιαιτέρως  αγαπούσε  τα  ιερά  προσκυνήματα  και  τις  ιεραποδημίες,   εμπέδωνε  γνωριμίες  με  πρόσωπα  ιεραποστολικής  δράσης, και  ενίσχυε  κάθε  προσπάθεια  διαδόσεως  του  θελήματος  του  Θεού. Θα  έλεγε  κανείς  πως  με  τον  τρόπο  του  συγκροτούσε  ένα  πνευματικό  δίκτυο  μεταδόσεως  βιωμάτων  και  αλληλοενισχύσεως,  διαβλέποντας  προφητικά τη  ματαιότητα , τη  σύγχυση  και  τα  αδιέξοδα της  σύγχρονης  κοινωνίας.

[Συνεχίζεται]

[251] Αλεξ. Παναγοπούλου, π. Ιουστίνου  Πόποβιτς  Βίος και  Πολιτεία , εκδ.Διψώ , Πάτρα 1995, σ.12-98

[252] Επισκόπου Αθανασίου Γιέβτιτς, μνημ.εργ., σ. 40-46  και  Ιερομ.  Σεραπίωνος  ,  οπ. παρ. σ. 110

[253] Επισκόπου Αθανασίου Γιέβτιτς  , Βίος  του Οσίου Πατρός Ιουστίνου Πόποβιτς, εκδ. Νεκτάριος Παναγόπουλος, Αθήνα  2001, σ. 5-9

[254] Ιερομονάχου Ζαχαρία Ζαχαρου, Εισαγωγή  στη Θεολογία  του Γεροντος  Σωφρονίου, Ι.Μ.Τ. Προδρόμου, Έσσεξ 2000 , σ.11-12.

[255] Αρχιμ. Σωφρονίου(Σαχάρωφ) , Περί προσευχής , εκδ. Ι.Μ.Τ. Προδρόμου , Έσσεξ  1993 , σ. 235-6.

[256] Στυλιανού  Κεμεντζετζίδη, οπ. παρ. σ. 43-233

[257] Αιμιλιανού, Αρχιμ. οπ.παρ. , Κατηχήσεις τ. 1 σ. 273

[258] Μανώλη Μελινού , Άγιον Όρος – Παΐσιος , Αθήνα 2000  σ. 129

[259] Στυλιανού Κεμεντζετζίδη, οπ. παρ. σ. 269-270

[260] Οπ.παρ., σ. 248-251

[261] Οπ. παρ., σ.33-164

[262] Επισκόπου Αθανασίου Γιέβτιτς , μνημ. εργ.,  σ. 42 – 43

[263] Στυλιανού  Κεμεντζετζίδη, οπ. παρ. , σ.302-315

[264] Αρχιμ. Αιμιλιανού ,  οπ.παρ. ,Κατηχήσεις τ. 1 , σ. 274-276

[265] Οπ. παρ.,  Κατηχήσεις  τ. 1 , σ. 280 κ.ε.

 

[προηγούμενη δημοσίευση:http://www.pemptousia.gr/?p=85876%5D