Αγία Αικατερίνη η Μεγαλομάρτυς – Γυναίκα πρότυπο ιεραποστολής

Τῆς ἁγίας μεγαλομάρτυρος Αἰκατερίνης

Γυναίκα πρότυπο ἱεραποστολῆς

(Ομιλία του †Επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

Σήμερα, ἀδελφοί μου, ἑορτάζει ἡ ἁγία Αἰκατερίνη. Ἂν διαβάσετε στὰ συναξάρια τὸν βίο καὶ τὸ μαρτύριό της, θὰ ἔρθουν δάκρυα στὰ μάτια σας. Λίγα μόνο λόγια θὰ πῶ, γιὰ νὰ δοῦμε πόσο μπορεῖ μιὰ γυναίκα νὰ συντελέσῃ στὴ μετάνοια καὶ ἐπιστροφὴ τοῦ λαοῦ μας.

Τῆς ἁγίας μεγαλομάρτυρος Αἰκατερίνης.Γυναίκα πρότυπο ἱεραποστολῆς..pdf

 

by aktines

Εις εμέ το λέγεις Κύριε; Εις εμέ;

Τα τελευταία λόγια του αγίου Νεκταρίου, στο κρεββάτι του νοσοκομείου, ήταν τα εξής: «Εις εμέ το λέγεις Κύριε; Εις εμέ;»…

Προφανώς , έλαβε εκείνη την στιγμή πρόσκληση από τον Κύριο στην αιώνια βασιλεία του και μέχρι εκείνη την έσχατη επιθανάτια στιγμή, δεν θεωρούσε τον εαυτό του άξιο όχι μόνον να τον προσκαλεί ο Κύριος, αλλά και να του απευθύνει τον λόγο.
Τί βαθειά ταπείνωση! Ταπείνωση πού ζυμώθηκε χρόνο με τον χρόνο, διωγμό με διωγμό, συκοφαντία με συκοφαντία. Ταπείνωση πού καλλιεργούσε όσο προέκοπτε στην πνευματική και θύραθεν σοφία.
Αυτή η αντίδραση είναι αποκρυστάλλωση χρόνιου αγώνα. Οι ταπεινολογίες και οι ταπεινοσχημίες κάποτε καταρρέουν και δείχνουν γυμνό τον φέροντα. Η άσκηση στην ταπείνωση την αληθινή όχι!
Όσο βαθύτερα ασκείται σε αυτήν κάποιος, τόσο αυτή αυξάνει και στερεώνεται μέσα του.
 Όσο πλησιάζει κανείς τον μεγάλο Θεό, τόσο σμικρός αισθάνεται .
Ο δέ άγιος Σάββας ο εν Καλύμνω,μαθητής του αγίου Νεκταρίου, όταν παρέδιδε την ψυχή του στον Κύριο, ανέλαβε δυνάμεις , σηκώθηκε και άρχισε να φωνάζει χειροκροτώντας: Ο Κύριος! Ο Κύριος! Ο Κύριος!
Ω μακαρία χαρά και παιδικότητα των αγίων πού ξεπερνάς και αυτήν την αθωότερη χαρά και παιδικότητα!
Αυτής αξίωσον και ημάς Σωτήρ τους αναξίους!

Ο «ερημίτης του Θεού» από τον Βόλο, που προσφέρει τα πάντα στον πλησίον

Από επιτυχημένος τσαγκάρης και πλανόδιος πωλητής έγινε περιπλανώμενος φιλόσοφος
Η μορφή του δεν περνά εύκολα απαρατήρητη, ακόμη και από όσους τον συναντούν σε καθημερινή βάση. Εδώ και πολλές δεκαετίες κινείται ακαταπόνητα στους δρόμους του Βόλου. Ανταλλάσσει ευχές και σύντομες σκέψεις με τους περαστικούς, χαρίζοντας σε όλους ένα ευφρόσυνο χαμόγελο, δείγμα μιας ψυχής στο εσωτερικό της οποίας ακούγονται μόνο μελωδίες αγνότητας και καλοσύνης.
Ο Φώτης -όπως τον ξέρουν όλοι, με το μικρό όνομά του- θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ένας αναχωρητής της ζωής, ένας «φτωχούλης του Θεού», ένας κοσμικός ερημίτης που ταξιδεύει καθημερινά από τη μια άκρη της πόλης στην άλλη, έχοντας σαν αποστολή να αφυπνίσει με τον πιο απαλό τρόπο τις ξεχασμένες ευαισθησίες μας. Ηλικίας απροσδιόριστης -ο ίδιος δηλώνει 85 χρονών- και συγχρόνως γερή κράση ανθρώπου, γαλουχημένη να ζει σε συνθήκες στέρησης και κακουχιών, ο Φώτης νιώθει την ευτυχία του ανθρώπου που έχει δεχτεί την ευλογία του Θεού.
Το καθημερινό δρομολόγιό του ξεκινάει νωρίς το πρωί. Μόλις φτάνει στο κέντρο της πόλης, ανάβει το κεράκι του στην Εκκλησία του Αγίου Νικολάου και λέει ευλαβικά το «Πάτερ ημών». Αμέσως μετά ξεχύνεται στους κεντρικούς δρόμους, έχοντας πάρει δύναμη μέσα από την επικοινωνία του με τον Θεό.
Μιλάει με φίλους του, ανταποδίδει χαιρετισμούς σε μικρούς και μεγάλους, εκφράζει τα συναισθήματά του προσφέροντας λουλούδια και δεν σταματά να εύχεται «χρόνια πολλά» από καρδιάς ακόμη και τις ημέρες που η Εκκλησία δεν γιορτάζει κάποιον γνωστό στους πολλούς Αγιο. Ο ίδιος υπολογίζει ότι περπατά καθημερινά περίπου τρεις ώρες. Κινείται στις κεντρικές αρτηρίες της πόλης και γνωρίζει τους περισσότερους καταστηματάρχες. Φροντίζει, μάλιστα, να εξυπηρετεί κάποιους από αυτούς, κάνοντας διάφορες μικροδουλειές, ενώ τα χρήματα που του δίνουν προτιμά συχνά να τα προσφέρει σε όσους κρίνει ότι έχουν ανάγκη, ακόμα κι αν πρόκειται για συμβολική βοήθεια! Πολλές φορές αφήνει έστω και πενήντα λεπτά σε κάποιο μαγαζί για γούρι, προκειμένου να έχουν οι καταστηματάρχες περισσότερη δουλειά στο μέλλον!
«Η εκκλησία είναι το πνευματικό σπίτι μας, αφού εκεί βαπτιζόμαστε και παίρνουμε το άγιο μύρο. Με το που βαπτιζόμαστε, αμέσως αποκτάμε δίπλα μας δύο αγγελούδια, με τα οποία βαδίζουμε σε όλη τη ζωή μας. Γινόμαστε από εκεί και πέρα προσωπικότητες» λέει ο Φώτης και αμέσως μια λάμψη φωτίζει το πρόσωπό του, επιτρέποντάς του να μιλά χωρίς διόλου να κομπιάζει. «Η πίστη είναι το καλύτερο δώρο που μπορεί να πάρει ο άνθρωπος από τον Θεό μέσω των Αγίων Πατέρων. Οταν λέω «καλημέρα», νιώθω ότι έχω πάρει την ευλογία για να κάνω μια καλή πράξη. Εμείς οι άνθρωποι αυτή την αποστολή έχουμε πάρει από τον Θεό και οφείλουμε να την τηρήσουμε» λέει.
Με τους νέους
Στις καθημερινές βόλτες του ο Φώτης συχνά προσελκύει το ενδιαφέρον των νέων ανθρώπων. Νέες κοπέλες πλησιάζουν και τον χαιρετούν ή επιδιώκουν να φωτογραφηθούν μαζί του, θεωρώντας ότι έτσι παίρνουν θετική ενέργεια. «Σημασία όμως έχει, καλέ μου φίλε, αυτή η πράξη να φανερώνει τον χαρακτήρα μου και να μη γίνεται με λάθος τρόπο, έτσι ώστε να μη με παρεξηγούν. Οταν μιλάω στους άλλους, θέλω να καταλαβαίνουν ότι εκείνη τη στιγμή εκφράζομαι υπεύθυνα και δεν κάνω πλάκα μαζί τους. Δεν θέλω να τους πικράνω και να με παρεξηγήσουν. Θέλω μόνο να δίνω έναν παλμό χαράς και ενθουσιασμού…»
Επισκέπτεται την κατακόμβη της Εκκλησίας του Αγίου Νικολάου, δέχεται τη βοήθεια της Εκκλησίας και παρακολουθεί τις εκδηλώσεις του κατηχητικού που διοργανώνονται εκεί, συναντά άλλους ανθρώπους και συζητά μαζί τους. Ωστόσο στον χώρο του ναού παραμένει μόνος του, εκστατικός για αρκετή ώρα, ακόμη και όταν έχουν αποχωρήσει όλοι και τα φώτα πλέον είναι σβηστά.
«Οταν παρακολουθώ τη θεία λειτουργία, νιώθω ότι βγάζω φτερά στους ώμους μου»

«Με συγκινεί ο λόγος των Αγίων Πατέρων. Μιλάνε για την αγάπη που πρέπει να έχουμε προς όλο τον κόσμο, σε κάθε σημείο του πλανήτη, και όχι μόνο μεταξύ μας οι Ελληνες. Ολοι οι ιερείς του Βόλου με αγαπάνε και με βάζουν στις προσευχές τους. Οταν παρακολουθώ τη θεία λειτουργία, νιώθω ότι βγαίνουν φτερά στους ώμους μου. Δεν εκκλησιάζομαι μόνο στον Αγιο Νικόλαο, αλλά πηγαίνω σε εσπερινούς και σε άλλες εκκλησίες» αναφέρει χαρακτηριστικά.
Οταν έρχεται η στιγμή να αναφερθεί στον μακαριστό Χριστόδουλο, δεν βρίσκει λόγια για να εκφραστεί: «Ηταν ο καλύτερος δεσπότης και αυτό δεν το λέμε μόνο εμείς στην Ελλάδα, αλλά είναι αναγνωρισμένος παγκοσμίως. Και μόνο που με κοίταζε στα μάτια, ένιωθα να παίρνω από την αγγελική μορφή του χαρά για 100 χρόνια. Δεν περιφρονούσε κανέναν, μιλούσε σε όλους και ένιωθα ότι εκείνη τη στιγμή χιλιάδες άγγελοι τον παραστέκονταν».
Με τα πιο θερμά λόγια όμως αναφέρεται και στον κ. Ιγνάτιο, σημερινό Μητροπολίτη Δημητριάδος, τον οποίο χαρακτηρίζει «εφάμιλλο του Χριστόδουλου», που προσφέρει έργο και βοηθά την πόλη.
«Οσοι ζούνε στην Αθήνα δεν συναντούν καλούς χριστιανούς. Είναι χαμένοι στα μιλιούνια της πόλης…»

Ποικίλλουν τα σχόλια τα οποία κατά καιρούς έχουν ακουστεί για τον προσωπικό βίο του Φώτη, για τα γεγονότα που συνέβησαν και ξαφνικά ήρθαν τα πάνω κάτω στη ζωή του. Ποια από αυτά όμως έχουν σχέση με την πραγματικότητα και δεν είναι αποκυήματα της φαντασίας; Οι παλαιότεροι τον θυμούνται να διατηρεί τσαγκάρικο -και, μάλιστα, για πολλούς ασκούσε αυτό το επάγγελμα με μεγάλη επιτυχία-, ενώ κατά καιρούς πουλούσε λαχεία και, αργότερα, ήταν πλανόδιος πωλητής, με κουλούρια και τυρόπιτες.
Στο παρελθόν έπαιρνε βοήθεια από τις τέσσερις αδελφές του. Την εποχή που δούλευε ως τσαγκάρης είχε πάνω από τη φωτογραφία του Παναθηναϊκού, στον τοίχο, μονίμως κρεμασμένο ένα καντήλι, ώστε να έχει η ομάδα την παντοτινή ευλογία του Θεού! Δεν κρύβει ότι τότε ετοιμαζόταν για να ταξιδέψει στο Λονδίνο, προκειμένου να δει την αγαπημένη του ομάδα κόντρα στον Αγιαξ, αλλά στο τέλος κάτι δεν πήγε καλά και ματαίωσε το σχέδιό του.
Οταν το φέρνει η κουβέντα και του αναφέρω την πρόσφατη περιπέτεια υγείας του Γιόχαν Κρόιφ, μεγάλου ποδοσφαιριστή του Αγιαξ εκείνης της εποχής, αμέσως σταματά. Κάνει τον σταυρό του ευχόμενος να τον κάνει ο Θεός γρήγορα καλά. Το παράδοξο ωστόσο με τη συμπεριφορά ως προς τις ποδοσφαιρικές προτιμήσεις του είναι ότι σήμερα αγοράζει την εφημερίδα «Το φως των σπορ» και δηλώνει θαυμαστής του… Ολυμπιακού Πειραιώς!
Παλαιότερα, είχε βρει καταφύγιο σε μια αποθήκη στον λόφο της Γορίτσας, από την πλευρά της θάλασσας. Εκείνη την περίοδο κατέβαινε και συναντούσε τους χειμερινούς κολυμβητές ή επισκεπτόταν τις κωπηλατικές εγκαταστάσεις του ΝΟΒ, με την ομάδα του οποίου είχε συνταξιδέψει στα Γιάννενα, ώστε να παρακολουθήσει αγώνες πρωταθλήματος.
Σημερινή κατοικία του είναι ένα μικρό κτίσμα έξω από το πολεοδομικό συγκρότημα του Βόλου, κοντά στη φύση και μακριά από τον θόρυβο της πόλης. Γύρω γύρω στο δωμάτιο, το μάτι πέφτει σε διάφορες εικόνες Αγίων, αλλά και σε αφίσες όπως αυτή από παλαιότερη έκθεση βιβλίου ή εκείνη που δείχνει τον Ελβις Πρίσλεϊ, τον θρύλο της ροκ μουσικής.
Μου διηγείται την ιστορία με έναν Ολλανδό ο οποίος είχε βρεθεί περιπλανώμενος και άνεργος στον Βόλο μετά τον θάνατο του παιδιού του. Ο Φώτης είχε προσφερθεί να του παραχωρήσει το σπίτι του, για να μείνει εκείνος. Σε κάποιο τραπέζι υπάρχουν φυλλάδια της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος, παλιά βιβλία του Βαγγέλη Σκουβαρά, φιλόλογου και λαογράφου, που έγραψε λαογραφικές μελέτες για τη Θεσσαλία.
Παπαδιαμάντης
«Αγαπώ πολύ τον Παπαδιαμάντη, αφού και αυτός μιλά για τον Θεό και την πατρίδα. Γεμίζει η καρδιά μου από ομορφιά. Πιο παλιά, διάβαζα περισσότερο, δεν κουραζόμουν. Είχα σκεφτεί να αξιοποιήσω όλα όσα ήξερα και γι’ αυτό είχα ζητήσει να μιλήσω στο δημαρχείο του Βόλου με θέμα «Ο προορισμός του ανθρώπου». Τότε που κάνανε ομιλίες και φέρνανε καθηγητές από την Αθήνα…»

Παρατηρεί τη φύση και ταΐζει όσα πουλιά επισκέπτονται την αυλή του. Στις εφημερίδες αφιερώνει λιγότερο χρόνο, δεν πολυσκοτίζεται με τα τεκταινόμενα στην πολιτική. Μόνο κάποιες πληροφορίες φροντίζει να παίρνει για τα τοπικά γεγονότα. Επισκευάζει μόνος του τη δεξαμενή με την οποία συγκεντρώνει το βρόχινο νερό και διαχωρίζει προσεκτικά τα υλικά που προορίζονται για τον κάδο της ανακύκλωσης.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι δεν έχει αρρωστήσει ποτέ και σπάνια συμβουλεύεται γιατρούς: «Αισθάνομαι νέος, τα γηρατειά δεν είναι για μένα, αφού μέσα μου κατοικεί ο Θεός. Κάνω και γυμναστική, αναπνέω καθαρό αέρα εδώ έξω, στα περιβόλια. Ποιος άλλος περπατά κάθε μέρα τόσα χιλιόμετρα όσα εγώ; Δεν έχω προβλήματα ούτε με κυνηγά κάποιο άγχος».
Οταν είμαι έτοιμος να τον χαιρετήσω και να φύγω, βγάζει από το μπουφάν του μια εικόνα της Παναγίας. «Κράτησέ τη, για να σε φυλάει. Είναι λίγο τσαλακωμένη, αλλά μη με παρεξηγείς…» Εχει τη διάθεση να μιλήσει κι άλλο, τον διακρίνει ο ενθουσιασμός ενός μικρού παιδιού. «Νιώθω χαρά που βρίσκομαι στον Βόλο και έχω δίπλα μου τόσο πολλούς καλούς ανθρώπους. Οσοι ζούνε στην Αθήνα δεν έχουν την ευκαιρία να συναντούν καλούς χριστιανούς. Είναι χαμένοι μέσα στα μιλιούνια της πόλης…»
Τον ρωτώ στα γρήγορα εάν πέρασε ποτέ από το μυαλό του η σκέψη να ζήσει ως μοναχός σε ένα μοναστήρι. «Ποτέ δεν θα το ήθελα. Μου αρέσει να ζω δίπλα στους ανθρώπους, για να τους έχω όλους στην αγκαλιά μου και να βοηθώ όσους έχουν ανάγκη».
Φωτογραφίες: Παναγιώτης Ανδριώτης (μέλος της Φωτογραφικής Λέσχης Βόλου)
πηγή: Ορθόδοξη Αλήθεια

Άγιον Όρος: Τα οστά που ευωδίαζαν (Αληθινή Ιστορία)

Κάποιος πήγε για επίσκεψη στο Άγιο Όρος. Επίσκεψη και όχι προσκύνημα! Σχεδίαζε να παραμείνει στον Άθωνα έξι μέρες, μόλις όμως γνώρισε από κοντά τη μοναστική ζωή των αγιορειτών μοναχών άλλαξε γνώμη και δεν έβλεπε την ώρα να επιστρέψει στον πολιτισμό, όπως ο ίδιος το έθετε και το διαλαλούσε με μεγάλο θράσος.

Έφτασε στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα, η οποία θα ήταν και ο τελευταίος σταθμός της αρχικά εξαήμερης (και εν τέλει τριήμερης) περιήγησής του. Μάλιστα, κορόϊδευε την παρέα του, διότι όπως έλεγε, έβλεπαν τα πράγματα διαφορετικά και όχι όπως εκείνος, που μέτραγε τις ώρες για να βγει στον έξω κόσμο και επιτέλους να ελευθερωθεί.

Στην είσοδο της Μονής, τους υποδέχτηκε ο καλόγερος με λουκούμι και ρακί, έδειξε στους επισκέπτες-προσκυνητές τα δωμάτιά τους και τους ενημέρωσε για το πρόγραμμα των ακολουθιών. Η ώρα ήταν 12.00 το μεσημέρι και στις 16.00 είχε εσπερινό. Ο φίλος μας την προηγούμενη μέρα είχε παραστεί σε αγρυπνία που διήρκεσε 12 ώρες. Αμέσως λοιπόν έπεσε για ύπνο και το μόνο που άκουσε ήταν το σήμαντρο, το οποίο σήμανε στις 16.00 ακριβώς και καλούσε όλους τους παρευρισκόμενους για τον εσπερινό. Ξύπνησε και σκουντουφλώντας κυριολεκτικά, έφτασε στο Καθολικό της Μονής, όπου θέλοντας και μη παραβρέθηκε σωματικά στον εσπερινό. Και λέω σωματικά, διότι πνευματικά το μόνο που σκεφτόταν ήταν πότε θα ξεμπέρδευε, για να συνεχίσει τη δουλειά από την οποία τον έκοψε το καταραμένο σήμαντρο, έτσι έλεγε συνέχεια μέσα του.

Επιτέλους, τελείωσε ο εσπερινός, ο κόσμος όμως δεν έφευγε, καθώς περίμεναν να θέσουν σε προσκύνημα τα Ιερά Λείψανα Αγίων, που φυλάσσονται στη Μονή. Μέσα στο τσούρμο πήγε και αυτός. Καθώς έλεγε είχε πάρει το κολάϊ, αφού και στις άλλες Μονές που είχε πάει δεν έκανε άλλη δουλειά από το να ασπάζεται νεκρά κόκαλα, που ούτε παλμό είχαν, ούτε θερμότητα, ούτε ανάβλυζαν μύρο, παρά τα όσα έλεγαν οι αγιορείτες πατέρες. Προσκύνησε λοιπόν και ετοιμαζόταν να φύγει, παρόλο που ο υπόλοιπος κόσμος παρέμενε εντός του Καθολικού, όταν ο Παππούλης που βρισκόταν εκεί είπε με σπαστή φωνή, όσο μπορούσε δυνατή: «Παιδιά μου σας παρακαλώ, σας παρακαλώ στο Όνομα του γλυκού μας Ιησού, πείτε μου ποιος από σας δεν μύρισε από τα Ιερά Λείψανα τη Θεία ευωδιά που βγάζουνε»;

Εκείνος σταματάει ξαφνιασμένος στην είσοδο, αυτό δεν το είχε ξανακούσει σε κανένα Μοναστήρι. Αμέσως, πηγαίνει μπροστά στον παπά και με ύφος προκλητικό του λέει: «Εγώ». Τότε ξεπετάχτηκαν και καμιά δεκαριά ακόμη. Ο σεβάσμιος ιερέας πηγαίνει μπροστά στα Ιερά Λείψανα και με γλυκιά φωνή αρχίζει να ψέλνει το τροπάριο του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλύτη. Το πρόσωπό του, κίτρινο από τις χημειοθεραπείες, άρχισε να λάμπει τόσο πολύ, που στο τέλος δεν μπορούσες να το κοιτάξεις.

Ο γνωστός αυτός φοβήθηκε από αυτό που είδε και τότε συνειδητοποίησε ότι την ίδια στιγμή, τα Ιερά Λείψανα άρχιζαν να ευωδιάζουν τόσο έντονα και γλυκά, που δε χόρταινες να εισπνέεις. Σε λίγο, το πρόσωπο του ιερέα σταμάτησε να φωτίζει, όμως η Θεία ευωδιά από τα οστά ήταν τόσο έντονη, που ξεχύθηκε έξω από το Καθολικό, απλώθηκε σε όλη τη Μονή και ακολουθούσε τους επισκέπτες ακόμη και στην Τράπεζα και στα δωμάτιά τους. Όσοι την είχαν αμφισβητήσει, έκλαιγαν σα μωρά παιδιά και έλεγαν ότι εξαιτίας των αμαρτημάτων τους δεν μπορούσαν να την μυρίσουν αρχικά…

πηγή

Θα γίνουν πράγματα, που θα συγκλονιστούν τα Έθνη. Δεν θα είναι η Δευτέρα Παρουσία, αλλά Θεία επέμβαση. Θα ψάχνουν οι άνθρωποι να βρουν κάποιον, να τους μιλήσει για τον Χριστό. Θα σε τραβούν από το χέρι. Έλα δω, κάτσε να μου πεις για τον Χριστό


Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης