Μακαρισμοί του Αγίου Γέροντος Παϊσίου

Osios-Paisios-o-Agioreitis-Ieron-Hsyhasterion-Timiou-Prodromou-Metamorfosis-Halkidikis2

Μακάριοι όσοι αγαπήσανε τον Χριστό περισσότερο απ’ όλα τα του κόσμου και ζούν μακριά του κόσμου και σιμά στον Θεό, με τις παραδεισένιες χαρές, επί της γης.
Μακάριοι όσοι κατόρθωσαν να ζούν στην αφάνεια και απέκτησαν μεγάλες αρετές και δεν απέκτησαν ούτε και μικρό όνομα.
Μακάριοι όσοι κατόρθωσαν να κάνουν τον παλαβό και με αυτόν τον τρόπο προφύλαξαν τον πνευματικό τους πλούτο.
Μακάριοι όσοι δεν κηρύττουν με λόγια το Ευαγγέλιο, αλλά το ζούνε και κηρύττουν με την σιωπή τους, με την Χάρη του Θεού, η οποία και τους προδίδει.
Μακάριοι όσοι χαίρονται, όταν τους κατηγορούν αδίκως, παρά όταν τους επαινούν δικαίως για τον ενάρετο βίο τους. Εδώ είναι τα σημάδια της αγιότητος και όχι στον ξερό αγώνα των σωματικών ασκήσεων και τον μεγάλο αριθμό των αγώνων, που όταν δεν γίνονται με ταπείνωση και με σκοπό την απέκδυση του παλαιού μας ανθρώπου, μόνον ψευδαισθήσεις δημιουργούν.
Μακάριοι αυτοί που προτιμούν να αδικούνται παρά να αδικούν και δέχονται ήρεμα και σιωπηλά τις αδικίες, διότι αυτοί φανερώνουν και εμπράκτως με αυτό ότι πιστεύουν εις ένα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα και από Αυτόν περιμένουν να δικαιωθούν και όχι από ανθρώπους, για να εξοφλήσουν εδώ με ματαιότητα.
Μακάριοι όσοι έχουν γεννηθεί ανάπηροι ή έγιναν από απροσεξία τους, αλλά δεν γογγύζουν και δοξολογούν τον Θεό. Αυτοί θα έχουν την καλύτερη θέση στον Παράδεισο μαζί με τους Ομολογητάς και Μάρτυρας που δώσανε για την αγάπη του Χριστού τα χέρια και τα πόδια τους, και τώρα φιλούν με ευλάβεια στον Παράδεισο συνέχεια τα πόδια και τα χέρια του Χριστού.
Μακάριοι όσοι γεννηθήκανε άσχημοι και είναι περιφρονημένοι εδώ στην γη, διότι αυτοί δικαιούνται το ομορφότερο μέρος του Παραδείσου, όταν δοξολογούν τον Θεό και δεν γογγύζουν.
Μακάριες οι χήρες που φορέσανε τα μαύρα σ’ αυτήν την ζωή, έστω και ακούσια, και ζούν άσπρη πνευματική ζωή και δοξολογούν τον Θεό, χωρίς να γογγύζουν, παρά οι δυστυχισμένες που φορούν παρδαλά και ζούν παρδαλή ζωή.
Μακάρια και τρις μακάρια τα ορφανά που έχουν στερηθεί την μεγάλη στοργή των γονέων τους, διότι αυτά κατόρθωσαν να κάνουν Πατέρα τους τον Θεό από τούτη την ζωή και έχουν παράλληλα και την στοργή που στερηθήκανε των γονέων τους στο Ταμιευτήριο του Θεού, η οποία τοκίζεται.
Μακάριοι οι γονείς που δεν χρησιμοποιούν την λέξη «μη» στα παιδιά τους, αλλά τα φρενάρουν από το κακό με την αγία τους ζωή, την οποία μιμούνται τα παιδιά, και ακολουθούν τον Χριστό με πνευματική λεβεντιά χαρούμενα.
Μακάρια τα παιδιά που έχουν γεννηθεί «εκ κοιλίας μητρός» άγια, αλλά μακαριότερα είναι αυτά που γεννηθήκανε με όλα του κόσμου τα κληρονομικά πάθη και αγωνισθήκανε με ιδρώτες και τα ξεριζώσανε και κληρονομήσανε την Βασιλεία του Θεού εν ιδρώτι του προσώπου.
Μακάρια τα παιδιά που έζησαν από μικρά σε πνευματικό περιβάλλον και έτσι ακούραστα προχωρήσανε στην πνευματική ζωή. Τρις μακάρια όμως είναι αυτά τα αδικημένα παιδιά που δεν βοηθηθήκανε καθόλου (αντιθέτως τα σπρώχνανε στο κακό), αλλά μόλις ακούσανε για τον Χριστό, γυαλίσανε τα μάτια τους, και με μια στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών γυαλίσανε απότομα την ψυχή τους και βγήκανε και από την έλξη της γης και κινηθήκανε στην πνευματική τροχιά.
Καλότυχοι, λένε οι κοσμικοί, οι αστροναύτες που γυρίζουν στον αέρα άλλοτε απ’ έξω και άλλοτε από μέσα στο φεγγάρι. Μακάριοι όμως είναι οι εξαϋλωμένοι του Χριστού Παραδεισοναύτες που ανεβαίνουν στον Θεό και γυρίζουν στον Παράδεισο στην μόνιμή τους κατοικία, ταχτικά, με το πιο ταχύτερο μέσο και δίχως πολλά καύσιμα παρά με ένα παξιμάδι.
Μακάριοι όσοι δοξάζουν τον Θεό και για το φεγγάρι που τους φέγγει, και περπατούν την νύχτα. Μακαριότεροι όμως είναι αυτοί που το έχουν καταλάβει ότι ούτε το φως του φεγγαριού είναι του φεγγαριού, αλλά ούτε το δικό τους πνευματικό φως είναι δικό τους αλλά του Θεού. Μα είτε σαν καθρέφτης γυαλίζουν είτε σαν απλό γυαλί γυαλίζουν είτε σαν καπάκι από κονσερβοκούτι γυαλίζουν, εάν δεν πέσουν οι ακτίνες του ηλίου, δεν είναι δυνατόν να γυαλίσουν.
Καλότυχοι, λένε οι κοσμικοί, αυτοί που ζουν στα κρυστάλλινα παλάτια και έχουν όλες τις ευκολίες. Μακάριοι όμως είναι αυτοί που κατορθώσανε να απλοποιήσουν την ζωή τους και ελευθερωθήκανε από την θηλιά της κοσμικής αυτής εξελίξεως των πολλών ευκολιών (=των πολλών δυσκολιών) και απαλλαχτήκανε από το φοβερό άγχος της σημερινής εποχής μας.
Καλότυχοι, λένε οι κοσμικοί, αυτοί που μπορούν και απολαμβάνουν τα αγαθά του κόσμου. Μακάριοι όμως είναι αυτοί που τα δίνουν όλα για τον Χριστό και στερούνται και κάθε ανθρώπινη παρηγοριά πάλι για τον Χριστό, και έτσι κατορθώνουν να βρίσκονται κοντά στον Χριστό μέρα νύχτα, με την θεία Του παρηγοριά που είναι πολλές φορές τόσο πολλή, που λέει κανείς στο Θεό: «Θεέ μου, η αγάπη σου δεν υποφέρεται, διότι είναι πολλή και στην μικρή μου καρδιά δεν χωράει».
Καλότυχοι αυτοί που έχουν τις μεγαλύτερες δουλειές και τα μεγαλύτερα μέγαρα, λένοι οι κοσμικοί, διότι αυτοί έχουν όλες τις δυνατότητες και κινούνται άνετα. Μακάριοι όμως είναι αυτοί που έχουν μια φωλιά, για να κουρνιάζουν, και λίγα τρόφιμα και σκεπάσματα, κατά τον θείο Παύλο, και με αυτόν τον τρόπο κατόρθωσαν και αποξενώθηκαν από τον μάταιο κόσμο, και την γη την χρησιμοποιούν ως υποπόδιο, σαν παιδιά του Θεού, και ο νους τους βρίσκεται συνέχεια κοντά στον Καλό Πατέρα τους Θεό.
Καλότυχοι αυτοί που γίνονται στρατηγοί και υπουργοί και με το οινόπνευμα (έστω για λίγες ώρες), και το χαίρονται αυτό οι κοσμικοί. Μακάριοι όμως είναι αυτοί που έχουν απεκδυθεί τον παλαιό τους άνθρωπο και έχουν εξαϋλωθεί και κατόρθωσαν να είναι επίγειοι Άγγελοι με το Άγιο Πνεύμα και βρήκανε την παραδεισένια θεία κάνουλα και πίνουν και μεθούν συνέχεια από το παραδεισένιο κρασί.
Μακάριοι όσοι έχουν γεννηθεί τρελοί και θα κριθούν και ως τρελοί και έτσι θα εισαχθούν στον Παράδεισο χωρίς διαβατήριο. Μακάριοι είναι όμως και τρις μακάριοι οι πολύ γνωστικοί που κάνουν τον τρελό για την αγάπη του Χριστού και κοροϊδεύουν όλη την ματαιότητα του κόσμου, που η διά Χριστόν αυτή τους τρέλα αξίζει περισσότερο απ’ όλη την γνώση και την σοφία των σοφών όλου του κόσμου τούτου.

«Τά Σά ἐκ τῶν Σῶν» – ( Πρωτοπρεσβυτέρου Στεφάνου Ἀναγνωστόπουλου )


Στά Τίμια Δῶρα δέν ἔχουμε κρυμμένον τόν Χριστό (δέν ὑποκρύπτεται, δέν εὐρίσκεται ἁπλᾶ μέσα, οὔτε εἶναι ἁπλᾶ σύμβολα ὁ ἄρτος καί ὁ οἵνος αὐτοῦ τοῦ Σώματος καί τοῦ αἷματος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἰσχυρίζονται οἱ προτεστάντες) καί, πολύ περισσότερο, δέν ἔχουμε ἁπλή μυστική ἕνωσι τῆς ψυχῆς τοῦ κάθε πιστοῦ μετά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὄχι! Θά μποροῦσα νά φωνάξω χίλιες φορές: ὄχι! Στήν πραγματική καί ἀληθινή Μεταβολή βρίσκεται Ο ΧΡΙΣΤΟΣ! καί μόνον ὁ Χριστός. Γι᾿ αὐτό λέμε «ἐσθίομεν καί πίνομεν», καί ἔτσι γινόμεθα σύσσωμοι καί σύναιμοι καί χριστοφόροι καί ἀποτελοῦμε μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό, πού λαμβάνουμε μέσα μας, ἕνα σῶμα καί ἕνα αἷμα. Ἔχουμε τόν Θεάνθρωπο Κύριο Ἰησοῦ Χριστό «κατοικοῦντα καί μένοντα σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι», ὅπως μᾶς βεβαιώνει ὁ Μέγας Βασίλειος σέ μιά Λειτουργική του Εὐχή.Βέβαια, τά μάτια μας βλέπουν ἄρτο καί οἵνο, καί ἡ γλῶσσα μας ἔχει γεῦσι ψωμιοῦ καί κρασιοῦ, ἀλλά δέν εἶναι ἔτσι. Καί θά τολμήσω νά πῶ: πολλοί ἥταν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δέν ἐμάσησαν, δέν ἔφαγαν, δέν κατάπιαν ψωμί καί κρασί, ἀλλά Σῶμα καί αἷμα, Σάρκα καί αἷμα Χριστοῦ, γιά νά ἀκολουθήση ἀπέραντη εὐφροσύνη τῆς ψυχῆς τους καί γενικά ψυχοσωματική ἀλλοίωσις διά Πνεύματος Ἁγίου.

Ἀπό τή στιγμή, πού κατέρχεται τό Ἅγιο Πνεῦμα καί ἱερουργεῖται τό Μυστήριο, δέν ἔχουμε πλέον μπροστά μας ὅ,τι βλέπουν τά μάτια μας, ἤ ὅ,τι αἰσθάνεται ἡ γλῶσσα μας, ἀλλά ἔχουμε Αὐτό πού πιστεύουμε, Αὐτό πού προσκυνοῦμε, Αὐτό πού λατρεύουμε· ἔχουμε Αὐτό τό θεωμένο Σῶμα καί αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Τό ἀληθινό, τό πραγματικό.

Ζοῦσε σ᾿ ἕνα μοναστήρι τῆς Ρουμανίας, ἕνας κεχαριτωμένος ἱερεύς, ὁ πατήρ Μηνᾶς, ὁ μετέπειτα Ὄσιος Μηνᾶς. Αὐτός, μετά τή Θεία Λειτουργία, γιά νά ξεκουραστῆ, ἔβγαινε στό δάσος, διότι τό μοναστήρι ἥταν μέσα σέ δάση, κι ἐκεῖ ἔψελνε καί δοξολογοῦσε τόν Θεό μέ ἀναστάσιμα τροπάρια καί μέ πολλά ἄλλα.

Τότε μαζεύονταν τά πουλιά τοῦ δάσους γύρω του: στό κεφαλάκι του, στούς ὤμους του, στά χέρια του, αὐτός δέ τρυφερά τά χάϊδευε. Τίς περισσότερες φορές, ὅταν ὁ πατήρ Μηνᾶς ἔψελνε, τά πουλιά βουβαίνονταν καί τόν ἄκουγαν.

Ἐπειδή οἱ Λειτουργίες ἄρχιζαν νύχτα καί τελείωναν μέ τό χάραμα, ὤσπου νά κάνη Κατάλυσι καί νά ξεντυθῆ, ξημέρωνε, ἔβγαινε ὁ ἥλιος κι ἔτσι ἔβγαινε πρωΐ – πρωΐ μέσα στό δάσος καί χαιρόταν τή φύσι καί τήν παρουσία τῶν πουλιῶν. Κι ἐκεῖ ὅλοι μαζί αἰνοῦσαν καί δοξολογοῦσαν τόν Θεό.

Παρατηρήθηκε, λοιπόν, στά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του, ὅτι, ὅταν εἶχαν πανηγυρική Θεία Λειτουργία καί ἀργοῦσε νά τελειώση, καί μάλιστα ἀργοῦσε πολύ μετά τήν ἀνατολή τοῦ ἡλίου, τά πουλιά μαζεύονταν πάνω στήν Ἐκκλησία!

Τήν ὥρα τῆς Μεταβολῆς τῶν Τιμίων Δώρων, πού ὁ ἱερεύς ἔλεγε «τά Σά ἐκ τῶν Σῶν», τότε ὅλα τά πουλιά πάνω στήν Ἐκκλησία βουβαίνονταν! Καί στό «ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας, Ἀχράντου…», στά Ρουμανικά βέβαια, καί ἐνῶ ἡ χορωδία ἔψαλλε τό «Ἄξιόν ἐστι», τότε πάλι τά πουλιά ἄρχιζαν νά κελαηδοῦν!

Παρόμοιο γεγονός μοῦ ἀφηγήθηκε κάποιος πιστός, πού συνέβη καί στόν Ναό τῆς Παναγίας τῆς Ἑκατονταπυλιανῆς στήν Πάρο, κατά τήν Θεία Λειτουργία τῆς παραμονῆς τῶν Θεοφανείων τοῦ ἔτους 1998.

Δεκάδες σπουργίτια καί ἄλλα πουλιά, φτερουγίζοντας μέσα κι ἔξω ἀπό τόν Ναό, ἀπό τά ἀνοικτά παράθυρα τοῦ τροῦλλου, κελαηδοῦσαν καί τιτίβιζαν ζωηρά. Τήν ὥρα, ὅμως, τοῦ Καθαγιασμοῦ τῶν Τιμίων Δώρων βουβάθηκαν καί ἀκινητοποιήθηκαν ὅλα, γιά νά ξαναρχίσουν μετά τό » Ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας Ἀχράντου… »

Τήν πραγματικότητα αὐτή τῆς Μεταβολῆς τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου σέ Σῶμα καί Αἴμα Χριστοῦ μαρτυροῦν καί τά ἴδια τά λόγια τοῦ Κυρίου στό Μυστικό Δεῖπνο, τό βράδυ τῆς Μεγάλης Πέμπτης: «Τοῦτο ἐστι τό σῶμά μου… τοῦτο ἐστι τό αἵμά μου…» Θεία λοιπόν εἶναι ἡ σύστασις τοῦ Μυστηρίου. Τό συνέστησε ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός.

Πρωτοπρεσβυτέρου Στεφάνου Ἀναγνωστόπουλου

Ἀπό τό βιβλίο: «ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ»