Ο Άγιος Σιλουανός συνομιλεί με τα Παιδιά

 Τα αγαπημένα παιδιά τρέχουν στα λιβάδια, κόβουν λουλούδια , τραγουδούν και χαίρονται , γιατί τα κάνει και χαίρονται η χάρη του Θεού. Αλλά, να, είδαν τα παιδιά κάποιον μοναχό και του λένε…

-Κοίτα, ο Κύριος στόλισε τον ουρανό με αστέρια και την γη με ποτάμια και κήπους. Οι αετοί πετούν πάνω στα σύννεφα και απολαμβάνουν το κάλλος της φύσεως. Τα πουλιά κελαηδούν εύθυμα στα δάση και στις πεδιάδες και εσύ, μοναχέ, κάθεσαι στο κελλί σου και δεν βλέπεις όλη την ωραιότητα του Θεού. Κάθεσαι και κλαις. Γιατί κλαις στο μικρό κελλί σου, όταν ο ήλιος λάμπει και ο κόσμος όλος στολίζεται με ομορφιά , και όλοι πάνω στη γη χαίρονται;
Έτσι ρωτούσαν τα παιδιά τον μοναχό και αυτός αποκρίθηκε:
-Παιδιά, εσείς δεν καταλαβαίνετε τον θρήνο μου. Η ψυχή μου κλαίει για εσάς, γιατί δεν γνωρίζετε τον Θεό , που δημιούργησε αυτή την ωραιότητα. Η ψυχή μου τον γνωρίζει και ποθώ αυτή την γνώση για όλους σας, και γι΄αυτό  θλίβομαι και παρακαλώ τον Θεό για εσάς ώστε και εσείς να γνωρίσετε τον Κύριο εν Πνεύματι Αγίω.

-Τι σημαίνει να γνωρίσουμε τον Κύριο εν Πνεύματι Αγίω;
-Με τον νου, παιδιά, είναι αδύνατο να γνωρίσετε τον Κύριο, αλλά διαβάστε την θεία Γραφή. Σε αυτή ζει η χάρη που θα σας γλυκάνει και έτσι θα γνωρίσετε τον Κύριο και με χαρά θα Τον υπηρετείτε ημέρα και νύχτα. Και όταν γνωρίσετε τον Κύριο, τότε θα σας φύγει η επιθυμία να βλέπετε αυτόν τον
κόσμο , αλλά η ψυχή σας θα ορμά να βλέπει την δόξα του Κυρίου στους ουρανούς.


-Μας αρέσουν, όμως, τα λουλούδια, μας αρέσει να περπατούμε και να χαιρόμαστε.
-Σας  αρέσει να περπατάτε στους αγρούς και να μαζεύετε λουλούδια, σας αρέσει να τραγουδάτε και να ακούτε το κελάηδημα των πουλιών, αλλά υπάρχει στον ουρανό κάτι πιο ευχάριστο απ΄αυτά, ο Παράδεισος, όπου ζει ο Κύριος με τους Αγγέλους και τους Αγίους. Εκεί υπάρχει αγαλλίαση και ψάλλουν ύμνους, αλλά άλλους καλύτερους. Και όταν η ψυχή ακούει τους ύμνους αυτούς, δεν μπορεί ποτέ να τους ξεχάσει, και οι ύμνοι της γης δεν την ελκύουν πλέον.

-Αλλά μας αρέσει να τραγουδάμε.
-Ψάλλατε, παιδιά, στον Κύριο με το Άγιο Πνεύμα, ψάλτε με ταπείνωση και αγάπη.

-Εσύ, όμως, γιατί θρηνείς; Δεν καταλαβαίνουμε.
–Θρηνώ, για εσάς, μικρά παιδιά. Σας βλέπω, σας αγαπώ και προσεύχομαι στον Κύριο να  σας φυλάξει, ώστε να γνωρίσετε τον Δημιουργό και Κύριό σας. Σας βλέπω και, να, είστε όμοιοι με το Παιδί Ιησού, και θέλω, να μην χάσετε την χάρη του Θεού και γίνετε, όταν μεγαλώσετε στην ηλικία, σαν τον εχθρό εξαιτίας των κακών λογισμών. Θέλω πάντα να μοιάζετε με τον Υιό της Πανάγνου Θεομήτορος. Αυτό εύχεται η ψυχή μου για εσάς. Γι΄αυτό προσεύχομαι. Λυπάμαι όλα τα παιδιά της γης και γι΄αυτό θρηνώ για όλα τα αθώα παιδιά και τα ορφανά. Πενθώ, παιδιά, για τον κόσμο, και θρηνώ για όλο τον λαό του Θεού.

“Κύριε, εξαπόστειλε το έλεός Σου στα παιδιά της γης , που εσύ αγαπάς, και ΄δώσε σε αυτά να Σε γνωρίσουν με το Άγιο Πνεύμα,και δίδαξέ τα να σε δοξάζουν.Με δάκρυα σε ικετεύω, άκουσε την προσευχή μου και δώσε σε όλα αυτά να γνωρίσουν την δόξα Σου με το Άγιο Πνεύμα.

-Παιδιά, αγαπάτε τον Θεό, όπως Τον αγαπούν οι Άγγελοι στον ουρανό.
-Ποτέ δεν είδαμε τον Θεό. Πώς μπορούμε να Τον αγαπάμε;
-Αγαπημένα μου παιδιά, να σκέφτεστε για τον Θεό πάντα ότι Αυτός  σας αγαπά και έδωσε σε σας ζωή, ώστε να ζείτε αιώνια μαζί Του και να ευφραίνεσθε με την αγάπη Του.
-Πώς μπορούμε να γνωρίσουμε ότι μας αγαπά ο Θεός;
-Από τους καρπούς, παιδιά, γνωρίζετε την αγάπη.Όταν μένουμε στην αγάπη του Θεού, τότε φοβόμαστε την αμαρτία και έχουμε στην ψυχή χαρά και ειρήνη, και θέλουμε συνέχεια να θυμόμαστε τον Θεό και να προσευχόμαστε αδιάλειπτα, και τότε στην ψυχή θα υπάρχουν αγαθοί λογισμοί.

-Πώς θα γνωρίσουμε ποιοι λογισμοί ζουν μέσα μας και ποιοι απ΄αυτούς είναι καλοί και κακοί;
– Για να διακρίνετε τους καλούς λογισμούς από τους κακούς, πρέπει να διατηρείτε το νου σας καθαρό εν τω Θεώ.
-Δεν καταλαβαίνουμε με ποιο τρόπο μπορούμε να κρατούμε το νου σπο Θεό, αφού δεν είδαμε τον Θεό και δεν Τον γνωρίσαμε. Και τι σημαίνει “καθαρός νους”;
-Παιδιά, να σκέφτεστε ότι ο Θεός σας βλέπει, παρ΄όλο που εσείς δεν Τον βλέπετε. Έτσι πάντοτε θα βαδίζετε ενώπιον του προσώπου του Κυρίου. Αν και αυτό είναι μικρή αγάπη, εν τούτοις, αν ακούσετε το λόγο μου, τότε αυτός θα σας οδηγήσει σε μεγαλύτερη  αγάπη, και τότε με το Άγιο Πνεύμα θα γνωρίσετε όλα  όσα σας είπα, και που τώρα ακόμα δεν καταλαβαίνετε.

Σημείωση: ο άγιος διηγούνταν τις πολύ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις του από τις συνομιλίες και την συναναστροφή του με τα
παιδιά, όταν κατά την διάρκεια του Ρωσοϊαπωνικού πολέμου, κλήθηκε να υπηρετήσει στην οπισθοφυλακή και έζησε για κάποιο διάστημα στο χωριό του. Έλεγε ότι η ψυχή του ανθρώπου, από την παιδική ηλικία, μπορεί να προσδιορισθεί στην σχέση της με τον θεό.
Οι συνομιλίες που αναφέρονται εδώ, αποτελούν επεξεργασία εκείνων, που είχε αυτός με τα παιδιά. Ενδέχεται στις αγνές ψυχές των παιδιών να  αντικατοπρίζεται η φωτεινή εικόνα του “αγαπώντος” μοναχού, αλλά είναι αδύνατον να μην παρατηρήσουμε ότι ,κατά το περιεχόμενό τους, οι λόγοι του Γέροντα είναι προσιτοί μόνο σε ενήλικες.

Πηγή: ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, αρχ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, εκδόσεις Ι. Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, σ. 575-577 – εικόνες από: Διακόνημα και Συναξαριστή

Θερμή προσευχή απομακρύνει φιλενάδα

Μέσα σε γαληνεμένο λιμάνι βουλιάζει, κινδυνεύει κανένα καράβι; Αν μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον επικρατεί μπονάτσα, δύσκολα συμβαίνουν ναυάγια!


Κάποτε ένας Κρητικός, παντρεμένος με πέντε «κοπέλια» (=παιδιά) , όλα του Δημοτικού, μπλέκει με μια ωραία ύπαρξη. Ο Πέτρος Βασιλάκης αγαπά πολύ την οικογένειά του και την προσέχει σαν τα μάτια του. Επειδή είναι πολύ πλούσιος, έχει τέσσερα θερμοκήπια, θέλει να περάσει μια όμορφη περιπέτεια. Θέλει να γλεντήσει λίγο με τη Λιλίκα και μετά να την παρατήσει. Μα η Λιλίκα είναι διάολος! Πιέζει αφόρητα τον Πέτρο.

– Πετράκη τι γίνεται; Θα μείνουμε «αστεφάνωτοι»; Ίντα δα κάμεις; Σκέφτεσαι να με παντρευτείς;
– Θα σε παντρευτώ!
– Πότε;
– Σύντομα! Θέλω να τσακωθώ με τη Μάρω, τη γυναίκα μου! Να βρω μια αφορμή να φύγω. Να περιμένεις λίγο καιρό.
– Πόσο;
– Τουλάχιστο ένα χρόνο!
– Όϊ, όϊ! Πολύ ‘ναι! Χωρίζομε! Εγώ φεύγω!
– Στάσου! Να το συζητήσουμε…
– Αν σ’ έξι μήνες δεν φύγεις από το σπίτι σου, εγώ ούτε σε ξέρω, ούτε με ξέρεις!
Ο Πέτρος βρίσκεται ανάμεσα σε δύο μυλόπετρες. Μια κρητική μαντινάδα τριβελίζει το μυαλό του:
Καινούρια αγάπη με παλιά με βάλανε στη μέση,
γυρίζω, βλέπω προς τη νια, μα η παλιά
μ’ αρέσει!
Η σάρκα όμως ουρλιάζει, θολώνει την ορθή σκέψη. Τώρα αρχίζει να πιλατεύει (να ενοχλεί) ποικιλότροπα, χωρίς λόγο, τη γυναίκα του. Ξύνει τα νύχια του, «σέρνει» το ζωνάρι του, για να γίνει κανένα καυγαδάκι!
– Αμάν, γυναίκα! Είναι πουκάμισο αυτό; Ασιδέρωτο!
– Πωπώ! Έκαψες πάλι τις πατάτες! Σαλαμούρα έκαμες το φαγητό! Κρίμα το κατσίκι! Πέτα το! Να το φας αμοναχή σου! Να μη δώσεις στα κοπέλια!
Μια μέρα λέει στη Μάρω:
– Μάρω, μου κάνεις έναν καφέ;
– Αμέ; Αμέσως!
Η γυναίκα ετοιμάζει γρήγορα ένα περιποιημένο καφεδάκι, βάζει και μερικά μπισκοτάκια, δίπλα στο δίσκο.
– Ορίστε, το καφεδάκι σας!
Ο Πέτρος πίνει μια ρουφηξιά .
– Είναι καφές αυτός, Μάρω; Νεροζούμι σκέτο! Ούτ’ έναν καφέ δεν κατέεις να κάνεις.
Αρπάζει το φλιτζάνι και το πετά στα ρούχα της.
– Φτιάξε άλλο, τεμπέλα, καϊμακλίδικο! Άστον να βράσει αρκετά!
Η ανυποψίαστη , καλόκαρδη Μαρία, «κοιμάται» με τα τσαρούχια. Δεν βάζει κακό στο νου της. Οι τελευταίες αδικαιολόγητες επικρίσεις την προβληματίζουν όμως λίγο. Ρωτά μια φίλη της , εκείνη ρωτά έναν φίλο του Πέτρου και μαθαίνει την αλήθεια.
– Ο Πέτρος έχει φιλενάδα κάποια όμορφη εργάτριά του!
Κεραυνός στο κεφάλι της πιστής, καλής συζύγου. Τρέχει φουρτουνιασμένη στον πνευματικό της, τον παπά-Μανώλη.
– Πάτερ μου, χάθηκα! Ο άνδρας μου έχει φιλενάδα! Τι κάνω τώρα; Τον χωρίζω; Και τα πέντε μικρά παιδιά μας;
– Γόνατα κόρη μου! Γόνατα! Ο τρισκατάρατος έχει κάτσει πάνω στον άνθρωπό σου και θέλει να σας χωρίσει!
– Το βλέπω! Κάθε μέρα με βρίζει μπροστά στα παιδιά μας, με προσβάλει, μου πετά στα ρούχα καφέδες, νερό, κάνει τα πάντα για να νευριάσω, να φωνάξω κι εγώ!
– Κι εσύ τι κάνεις;
– Υπομονή! Κλείνω το στόμα μου και προσεύχομαι!
– Άκου, κυρά Μαρία. Αν κρατάς σταθερά γαλήνη στο σπίτι σου, αν δεν δημιουργείς φουρτούνες ζηλοτυπίας, αν προσεύχεσαι θερμά για τον άνθρωπό σου, γρήγορα θα δεις θαύμα στη ζωή σου.
Αναχωρεί αρκετά ανακουφισμένη η κυρά Μαρία από την εξομολόγηση. Μόλις φτάνει στο σπίτι της, γονατίζει ευλαβικά μπροστά στο εικονοστάσι.
– Ω! Κύριε, ο διάβολος θέλει να μου διαλύσει το σπίτι μου. Χριστέ μου, φώτισέ με τι να κάνω.
Το βράδυ επιστρέφει «μουτρωμένος» ο Πέτρος.
– Καλώς τον! Τι έχεις Πέτρο;
– Πράμα! Εσύ ίντα κάμεις;
– Εγώ προσεύχομαι για σένα!
– Γιάντα;
– Για να μη διαλύσεις, χρυσέ μου, το σπίτι μας, το δικό σου το σπίτι, για να μην ορφανέψεις τα παιδιά μας!
Η Μαρία σιωπά, κλαίει απαρηγόρητα.
– Σώπα! Όλα τελειώσανε με τη Λιλίκα. Όλα!
– Πώς έγινε αυτό;
– Επέμενε να τη στεφανωθώ! Εγώ δεν ήθελα και χωρίσαμε.
– Δόξα τω Θεώ! Ο παπα-Μανώλης είχε απόλυτο δίκιο! Η προσευχή υπήρξε κεραυνοβόλα!

Από το βιβλίο: «ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΤΡΕΙΣ ΟΜΙΛΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΕΞΙΚΑΚΙΑ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΩΦΕΛΙΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΕΞΙΚΑΚΙΑ»
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΒΓΟΝΤΖΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ 13ΟΝ
Αθήνα

ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΛΥΧΝΙΑ»

Στρατευομένη και θριαμβεύουσα Εκκλησία

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου
Αποτέλεσμα εικόνας για ιερόθεος βλάχοςΣυνήθως λέγεται ότι μέσα στην λατρεία της Εκκλησίας και ιδιαιτέρως στην θεία Λειτουργία γίνεται ένωση και κοινωνία μεταξύ της στρατευομένης και της θριαμβευούσης Εκκλησίας. Χρειάζεται μια επεξήγηση αυτού του γεγονότος, για να δούμε αν ευσταθή από θεολογικής προοπτικής αυτή η έκφραση.
Ο όρος στρατευομένη και θριαμβεύουσα Εκκλησία προέρχεται από τα πρόσφατα δογματικά εγχειρίδια χωρίς όμως να αναφέρονται πατερικά χωρία στα οποία φαίνεται ότι οι Πατέρες σαφώς ομιλούν για στρατευομένη και θριαμβεύουσα Εκκλησία.
Με τους όρους αυτούς (στρατευομένη και θριαμβεύουσα Εκκλησία) χαρακτηρίζονται οι ζώντες και οι κεκοιμημένοι άγιοι, η “αόρατη πλευρά της Εκκλησίας”, η οποία εξαρτάται «εκ της εν ουρανώ αοράτου Κεφαλής αυτής και εμψυχουμένη υπό του αοράτου Αγίου Πνεύματος» και η λεγομένη «καθαρώς ορατή πλευρά» της Εκκλησίας.
Καίτοι υπάρχει στενή σχέση μεταξύ αγγέλων και ανθρώπων, κεκοιμημένων αγίων και ζώντων και οι μεν άγιοι πρεσβεύουν υπέρ των ζώντων και οι ζώντες προσεύχονται στους αγίους και τους αγγέλους, εν τούτοις η ορολογία στρατευομένη και θριαμβεύουσα Εκκλησία όζει σχολαστικισμού.
Δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι μέσα στην θεία Λειτουργία γίνεται μια κοινωνία Θεού και ανθρώπων, αγγέλων και ανθρώπων, ζώντων και κεκοιμημένων, κλπ. Αλλά η φράση κοινωνία στρατευομένης και θριαμβευούσης Εκκλησίας είναι προβληματική από θεολογικής πλευράς, διότι η Εκκλησία είναι μία και αδιαίρετη, μία είναι η κεφαλή της Εκκλησίας, ο Χριστός, και όλοι, ζώντες και κεκοιμημένοι, είναι ενεργεία και δυνάμει μέλη Του. Επομένως, δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για μια στρατευομένη και για μια θριαμβεύουσα Εκκλησία, όπως δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για μια ποιμαίνουσα και μια ποιμαινομένη Εκκλησία, για μια διδάσκουσα και μια διδασκομένη Εκκλησία, για μια θεολογούσα και μια διοικούσα Εκκλησία.
Συνήθως λέγεται ότι στην στρατευομένη Εκκλησία ανήκουν όλοι οι ζώντες και αγωνιζόμενοι εναντίον της αμαρτίας και του διαβόλου, προκειμένου να εισέλθουν στην Βασιλεία του Θεού μετά τον θάνατο και κυρίως μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Και στην θριαμβεύουσα Εκκλησία ανήκουν οι άγιοι που έφυγαν από τον κόσμο αυτό και υπάρχει βεβαιότητα από διάφορα τεκμήρια ότι δικαιώθηκαν και ήδη προγεύονται της Βασιλείας του Θεού που θα δοθή μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού.
Πρέπει δε εδώ να σημειωθή ότι, η διάκριση μεταξύ στρατευομένης και θριαμβευούσης Εκκλησίας με αυτό το περιεχόμενο που διέγραψα προηγουμένως, είναι πρόσφατη. Στην Αγία Γραφή δεν υπάρχει πουθενά αυτή η διάκριση, δηλαδή δεν γίνεται λόγος για στρατευομένη Εκκλησία που αγωνίζεται επί της γης και για θριαμβεύουσα Εκκλησία που βρίσκεται στους ουρανούς.
Βεβαίως, μέσα στις Επιστολές του Αποστόλου Παύλου γίνεται λόγος για “στρατεία”, που προέρχεται από την εικόνα των στρατευμάτων της εποχής εκείνης. Ο Απόστολος Παύλος παραγγέλλει στον Απόστολο Τιμόθεο: «ίνα στρατεύη εν αυταίς την καλήν στρατείαν, έχων πίστιν και αγαθήν συνείδησιν…» (Α´ Τιμ. α´, 18-19). Στους Χριστιανούς της Κορίνθου παραγγέλλει: «τά όπλα της στρατείας ημών ου σαρκικά, αλλά δυνατά τω Θεώ προς καθαίρεσιν οχυρωμάτων» (Β´ Κορ. ι´, 4).
Εξ άλλου η λέξη θρίαμβος δεν υπάρχει στην Καινή Διαθήκη ως ουσιαστικό, αλλά υπάρχει το ρήμα θριαμβεύειν και αναφέρεται κυρίως στον θρίαμβο που επετέλεσε ο Χριστός επάνω στον διάβολο, την αμαρτία και τον θάνατο. Και ο όρος αυτός είναι Παύλειος. Αναφερόμενος ο Απόστολος Παύλος στην νίκη του Χριστού επάνω στον Σταυρό γράφει: «απεκδυσάμενος τας αρχάς και τας εξουσίας εδειγμάτισεν εν παρρησία, θριαμβεύσας αυτούς εν αυτώ» (Κολ. β´, 15). Και αναφερόμενος στην βίωση του θριάμβου αυτού του Χριστού και από εκείνους που συνδέονται μαζί Του, αναφωνεί: «Τω δε Θεώ χάρις τω πάντοτε θριαμβεύοντι ημάς εν τω Χριστώ και την οσμήν της γνώσεως αυτού φανερούντι δι’ ημών εν παντί τόπω» (Β´ Κορ. β´, 14).
Το εκπληκτικό, όπως φαίνεται και από το προηγούμενο χωρίο, είναι ότι, ο Απόστολος Παύλος χρησιμοποιεί την εικόνα της στρατείας, αλλά ταυτοχρόνως ομιλεί και για βίωση του θριάμβου του Χριστού από τους Χριστιανούς, όσο ακόμη ζούν. Και σε άλλα σημεία των Επιστολών του ο Απόστολος Παύλος αναφέρεται στο ότι, από την ζωή αυτή έζησε τον θρίαμβο του Χριστού, την νίκη του Χριστού πάνω στον θάνατο, την αμαρτία και τον διάβολο, και αισθάνθηκε τον δοξασμό στην ύπαρξή του.
Ο όρος δοξασμός, που δηλώνει την συμμετοχή των πιστών στον θρίαμβο του Χριστού, χρησιμοποιείται σε πολλά χωρία. Για παράδειγμα γράφει ο Απόστολος Παύλος: «καί είτε πάσχει έν μέλος, συμπάσχει πάντα τα μέλη, είτε δοξάζεται έν μέλος, συγχαίρει πάντα τα μέλη» (Α´ Κορ. ιβ´, 26). Γι’ αυτό και συνιστά στους Χριστιανούς: «δοξάσατε δη τον Θεόν εν τω σώματι υμών και εν τω πνεύματι υμών, άτινά εστι του Θεού» (Α´ Κορ. στ´, 20). Αν κανείς μελετήση και άλλα χωρία του Αποστόλου Παύλου, στα οποία φαίνεται ότι βίωσε τον δοξασμό, ότι ανέβηκε μέχρι τρίτου ουρανού και εισήλθε στον Παράδεισο, τότε θα διαπιστώση ότι ο Απόστολος Παύλος δεν κατατάσσει τους Χριστιανούς που ζούν, στην λεγομένη στρατευομένη Εκκλησία, και τους αγίους που εκοιμήθησαν στην λεγομένη θριαμβεύουσα Εκκλησία. Η όραση του Θεού, καίτοι έχει διαφόρους βαθμούς, είναι ενιαία.
Χαρακτηριστικό είναι το χωρίο: «βλέπομεν γαρ άρτι δι’ εσόπτρου εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον· άρτι γινώσκω εκ μέρους, τότε δε επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην» (Α´ Κορ. ιγ´, 12). Αυτό το «επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην» δείχνει ότι, η συμμετοχή του ανθρώπου στον θρίαμβο του Χριστού αρχίζει από την ζωή αυτή. Οπότε δεν υφίσταται διαλεκτικός χωρισμός μεταξύ στρατευομένης και θριαμβευούσης Εκκλησίας.
Οι άγιοι της Εκκλησίας έζησαν από την ζωή αυτήν την δόξα του Θεού, και συμμετείχαν στον θρίαμβο Του επάνω στον θάνατο, την αμαρτία και τον διάβολο. Θα παρουσιάσω στην συνέχεια ένα σημαντικό χωρίο του αγίου Ισαάκ του Σύρου.
Ο άγιος Ισαάκ αναφέρεται σε κάποιο μοναχό, και προφανώς εννοεί τον εαυτό του, ο οποίος αγαπούσε «τήν αγρυπνίαν της νυκτός». Όταν αγρυπνούσε, και μετά από μια μικρή ανάπαυση, ξυπνούσε το πρωΐ, τότε καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας ήταν άλλος άνθρωπος, αισθανόταν ωσάν να μη ζούσε στον κόσμο και δεν είχε καθόλου γηΐνους λογισμούς στην καρδιά του, ούτε είχε ανάγκη των ορισμένων κανόνων αλλά όπως λέγει: «εν τη εκπλήξει γίνομαι όλην την ημέραν εκείνην».
Στην συνέχεια αναφέρεται σε μια καταπληκτική εμπειρία που είχε κατά την διάρκεια της “τών εσπερινών λειτουργίας”. Ενώ βρισκόταν στην αυλή του κελλίου του, και ο ήλιος ήταν πολύς, και άρχισε να λέγη «μίαν δόξαν» τότε, όπως λέγει, «ησθήθην της λειτουργίας μου, και έκτοτε έμεινα, μη γινώσκων όποι τυγχάνω, και ήμην ούτως, έως του ανατείλαι πάλιν τον ήλιον εις την επιούσαν ημέραν, και θερμάναι το πρόσωπόν μου». Γράφει ότι, όταν ο ήλιος κατέκαυσε το πρόσωπό μου, «εστράφη ο νούς μου προς εμέ, και ιδού είδον, ότι άλλη ημέρα εστί, και ηυχαρίστησα τω Θεώ, ότι πόσον η χάρις αυτού υπερεκχείται επί τον άνθρωπον, και εις ποίαν μεγαλοσύνην αξιοί τους καταδιώκοντας αυτόν».
Το σημαντικό είναι ότι ο άγιος Ισαάκ κάνει λόγο για την “τών εσπερινών λειτουργίαν” που γίνεται με ψαλμούς και ευχές και για την αρπαγή του σε μια άλλη νοερά και πνευματική λειτουργία.
Έχοντας αυτήν την πνευματική εμπειρία ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος πολλές φορές στα κείμενά του κάνει λόγο για την ένδυση της στολής της δόξης, δηλαδή τον Ίδιο τον Χριστό, για την βαθεία μέθη που βιώνει ο άνθρωπος και στην πραγματικότητα δεν ζη στον κόσμο αυτό κλπ.
Στον άγιο Συμεών τον νέο Θεολόγο μπορούμε να συναντήσουμε πληθώρα λόγων του, στους οποίους φαίνεται ότι βίωνε το άκτιστο Φώς από την ζωή αυτή, και όλο του το σώμα έλαμπε όπως το σώμα του Χριστού του οποίου ήταν μέλος και ότι το κελλί μετατρεπόταν σε Παράδεισο.
Αναφερόμενος ο άγιος Συμεών στην σύναψη του νοός του ανθρώπου με τα νοητά και την έξοδό του από τα αισθητά, γράφει ότι τότε ο νούς «καταλάμπεται, φωτίζεται και καθ’ εκάστην αυξάνει την πνευματικήν ηλικίαν, καταργών μεν του νηπιώδους φρονήματος προκόπτων δε επί την ανδρικήν τελειότητα». Συγχρόνως αλλοιώνεται πνευματικώς και κατά την αναλογίαν της εργασίας του «έτι καθαίρεται αύθις, λαμπρύνεται, φωτίζεται και μυστηρίων μεγάλων αποκαλύψεις καταξιούται οράν, ών ουδείς ποτέ είδε το βάθος». Τότε ο άνθρωπος αποκτά καινές αισθήσεις, δεν ακούει ανθρώπου φωνή «αλλά μόνον του ζώντος Λόγου». Αυτού ακούει και κατασπάζεται, «τούς δε γε λοιπούς των ανθρώπων άπαντας λόγους ακούει μεν ου προσδέχεται δέ» και παραμένει ως προς αυτούς «ωσεί κωφός ουκ ακούων –καίτοι γε ακούων αυτών». Σε αυτήν την κατάσταση αξιούται της ενοικήσεως του Θεού, αφού «ευθύς οικεί ο Θεός εν αυτώ και γίνεται αυτώ πάντα όσα αν θέλοι, μάλλον δε και υπέρ ά θέλει».
Στα ποιήματά του με τίτλο «θείων ερώτων ύμνοι» περιγράφει πολλές καταστάσεις εμπειρίας του ακτίστου φωτός, που αξιώθηκε να έχη, στις οποίες φαίνεται ότι δεχόταν την δόξαν του Θεού και όλο του το σώμα λαμπρυνόταν, καθώς επίσης ότι μέσα στην καρδιά του και σε όλο του το σώμα αισθανόταν μια ολόκληρη ζωή που υπερέβαινε τον θάνατον.
Ο άγιος Συμεών έχει την βαθυτάτη αίσθηση ότι η εμπειρία που απολάμβανε ήταν η ίδια εμπειρία που είχαν ο Αρχιδιάκονος Στέφανος και ο Απόστολος Παύλος. Ευχαριστεί τον Θεόν γιατί με την εμπειρία του ακτίστου φωτός που του έδωσε τον κατέστησε «ίσον τοις αποστόλοις σου (Του) και πάσι τοις αγίοις». Κατά την διάρκεια της θεωρίας του φωτός λάμπει το πρόσωπό του και όλα τα μέλη του σώματος του γίνονται φωτοφόρα. Έχοντας δε τον Θεό μέσα του ο άγιος Συμεών αποκτά το αίσθημα της αθανασίας, γι’ αυτό διαβεβαιώνει:
«Εγώ δεν πάλιν, ο βροτός και μικρός εν τω κόσμω,
εντός μου όλον καθορώ τον ποιητήν του κόσμου,
καί οίδα, ως ου θνήξομαι ένδον ζωής τυγχάνων,
καί όλην έχω την ζωήν βλυστάνουσαν εντός μου·
εν τη καρδία μου εστίν, εν ουρανώ δ’ υπάρχει,
ώδε κακεί οράταί μοι επίσης απαστράπτων».
Φαίνεται καθαρά από τα κείμενα των φορέων της αποκαλύψεως, των θεουμένων, ότι δεν υφίσταται διάκριση μεταξύ στρατευομένης και θριαμβευούσης Εκκλησίας από απόψεως χρόνου, ότι δηλαδή, η λεγομένη στρατευομένη Εκκλησία συνδέεται με τους Χριστιανούς που ζουν πριν τον θάνατό τους, και η λεγομένη θριαμβεύουσα Εκκλησία είναι εκείνη στην οποία εισέρχονται οι άγιοι μετά τον βιολογικό θάνατό τους. Η αποδοχή μιας τέτοιας διακρίσεως, σύμφωνα με την οποία η ψυχή ενός αγίου εισέρχεται στην λεγομένη θριαμβεύουσα Εκκλησία, ενώ το σώμα που βρίσκεται θαμμένο στην γη και δεν συμμετέχει στην λεγομένη θριαμβεύουσα Εκκλησία, στην πραγματικότητα υιοθετεί την πλατωνική διάκριση μεταξύ φύσει αθανάτου ψυχής και φύσει θνητού σώματος.
Το γεγονός είναι ότι, όσοι βιώνουν κατά διαφόρους βαθμούς την θέωση από την ζωή αυτήν, συμμετέχουν στον θρίαμβο του Χριστού εναντίον του θανάτου, της αμαρτίας και του διαβόλου, τον οποίο θρίαμβο θα ζήσουν σε μια πληρότητα μετά την ανάσταση των σωμάτων τους. Μέσα στην θεία Λειτουργία ζη κανείς αυτόν τον θρίαμβο και πολλές φορές η λατρεία και ιδίως η θεία Λειτουργία, γίνεται ένα παράθυρο για μέθεξη μεγαλύτερης δόξας. Γι’ αυτό ο αείμνηστος π. Πορφύριος, ένας εξαγιασμένος σύγχρονος ιερομόναχος, έκανε πολλές φορές λόγο για την άκτιστη Εκκλησία στην οποία ζουν οι άγιοι.

Η ταπεινή αγάπη τού Αγίου Πνεύματος

Όταν η Χάρη μάς επισκέπτεται κατά την προσευχή

 

Γέροντα Σωφρόνιου (του έσσεξ)

 

Το ζωοποιόν Πνεύμα του Θεού επισκέπτεται ημάς, όταν ημείς διαμένωμεν εν καταστάσει ταπεινού ανοίγματος προς Αυτόν. Δεν παραβιάζει την ελευθερίαν ημών· περιβάλλει ημάς τοσούτον ιλαρώς, ώστε δυνάμεθα και να μη παρατηρήσωμεν Αυτό παραχρήμα. Δεν πρέπει να αναμένωμεν ότι ο Θεός θα εισβάλη εντός ημών δια της βίας, άνευ της ημετέρας συγκαταθέσεως. Ώ, ουχί: Σέβεται τον άνθρωπον, ταπεινούται ενώπιον αυτού: Η αγάπη Αυτού είναι ταπεινή· αγαπά ουχί αφ’ υψηλού, αλλ’ ως στοργική μήτηρ το εαυτής πάσχον βρέφος. Όταν ανοίγωμεν εις Αυτό την καρδίαν ημών, τότε επικρατεί το δυνατόν αίσθημα ότι Τούτο είναι «οικείον» και η ψυχή προσπίπτει μετά θαυμασμού ενώπιον Αυτού εν ταπεινή αγάπη.

Η θεία αγάπη ήτις είναι ο βαθύτερος χαρακτήρ της ζώσης αιωνιότητος, δεν δύναται να μη πάσχη εν τω κόσμω τούτω. Εις την απαλυνθείσαν δια της ασκήσεως και της επισκέψεως της χάριτος καρδίαν δίδεται συχνάκις να βιώση, έστω και εκ μέρους, την αγάπην του Χριστού, την περιπτυσσομένην άπασαν την κτίσιν εν ατελευτήτω συμπαθεία προς παν υπαρκτόν. Νυν είμαι αιχμάλωτος του Χριστού-Θεού. Εγνώρισα εμαυτόν κληθέντα εκ του μηδενός· κατά την φύσιν αυτού ο άνθρωπος είναι μηδαμινότης. Παρα ταύτα όμως αναμένομεν από του Θεού συμπάθειαν και σεβασμόν. Και αίφνης, ο Παντοδύναμος αποκαλύπτεται εις ημάς εν τη απεριγράπτω Αυτού ταπεινώσει. Η όρασις αύτη κατανύσσει την ψυχήν, καταπλήττει τον νουν. Αυθορμήτως κλίνομεν το γόνυ ενώπιον Αυτού. Όσον δε και αν αγωνιζώμεθα να ομοιάσωμεν προς Αυτόν εν ταπεινώσει, βλέπομεν ότι είμεθα ανίσχυροι να φθάσωμεν το απόλυτον Αυτού.

Η ταπείνωσις του Χριστού είναι δύναμις τα πάντα νικώσα. Εν τη κενώσει και τη προς ημάς διακονία αυτής δεν γνωρίζει εξουθένωσιν· αναλλοιώτως διαμένει θεοειδώς μεγαλειώδης εν τη φύσει αυτής. Εκφραζομένη δια των λέξεων ημών παρουσιάζεται αντιφατική. Η ταπείνωσις είναι κατηγόρημα της Θείας Αγάπης, Ήτις, εν τω ανοίγματι αυτής προς την κτίσιν, πράως δέχεται παντοίας πληγάς εκ των υπ’ Αυτής κτισθέντων όντων.

Πηγή: «Περί Προσευχής» Αρχιμανδρίτου ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ (Σαχάρωφ). Μετάφρασις εκ του Ρωσικού Ιερομονάχου Ζαχαρίου. Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου. Έσσεξ Αγγλίας 1993.

trelogiannis.