Ελλάδα χωρίς σύνορα, Πατρίδα χωρίς μέλλον!

Έκανα αρκετή υπομονή. Με όλα και κυρίως με τον εαυτό μου. Άκουσα πολλά τις τελευταίες μέρες που με πλήγωσαν βαθειά σαν Έλληνα. Και πάλι έκανα υπομονή. Έζησα πολλά, είδα με τα μάτια μου πολλά τις τελευταίες μέρες. Από την πρώτη στιγμή ήθελα να μιλήσω, να διαμαρτυρηθώ, να φωνάξω… Έκανα υπομονή. Περίμενα να περάσει μία ακόμα μέρα. Πίστευα πως ο παράξενος αυτός εφιάλτης που ζούσα, θα τελείωνε. Λάθος μου. Όχι μόνο δεν τελείωσε, αλλά χειροτέρεψε. Και το πιο σημαντικό, ή καλύτερα το πιο τραγικό, είναι πως δεν είναι εφιάλτης αλλά πραγματικότητα.
Ψάχνω στο κορυφαίο κείμενο της Ελληνικής Πολιτείας. Στο πολύτιμο και εν ισχύ – ακόμα τουλάχιστον – Σύνταγμα της Ελλάδος. Κείμενο μοναδικό και (τολμώ να πω) σε αρκετά σημεία του πλήρως Πατριωτικό! Ως Ορθόδοξος Έλληνας Χριστιανός στέκομαι στο προοίμιο. Σε όσα οι πρόγονοί μας έθεσαν προμετωπίδα. Για όσα οι ήρωες μας αγωνίστηκαν. Και επειδή κάποιοι μπορεί να πικραθούν στη συνέχεια, να ξεκαθαρίσω πως στο κείμενο αυτό, στο προσωπικό μου αυτό ψυχικό ξέσπασμα, ο λόγος θα είναι πέρα για πέρα πολιτικός. Με την πλήρη και αρχαιοελληνική του έννοια. «Φύσει μέν ἐστιν ἄνθρωπος ζῷον πολιτικόν», δηλαδή ο άνθρωπος είναι από τη φύση του πολιτικό ον (Αριστοτέλης, Πολιτικά Γ, 1278.b9).

Πριν συνεχίσω τη σκέψη μου και την αρχική αναφορά στο Σύνταγμα της Ελλάδος, ανατρέχω σε ένα αγαπημένο κείμενο που μας διέσωσε ο Θουκυδίδης. Είχα μάλιστα το προνόμιο, τότε μαθητής στην Γ’ Λυκείου, συνομήλικος του πρώην Πρωθυπουργού, να διδαχτώ αυτό τον ύμνο στη Δημοκρατία στον Κεραμεικό, στο σημαντικότερο νεκροταφείο της Αρχαίας Αθήνας. Εκεί ανάμεσα στα μνήματα των αγωνιστών, ο καθηγητής μας μάς είχε διαβάσει τον περίφημο Επιτάφιο του Περικλέους. Έξοχο κείμενο. Εκείνη την μέρα ξεκινήσαμε την διδασκαλία του κειμένου, προετοιμαζόμενοι για τις Πανελλήνιες Εξετάσεις, ως υποψήφιοι της τότε τρίτης Δέσμης. Αυτό το κείμενο δεν είχαν τη δυνατότητα να το διδαχθούν οι συνομήλικοι μας που ακολουθούσαν άλλες δέσμες και έτσι έχασαν την ευκαιρία να απολαύσουν αυτόν τον πλούτο. Κάποιοι στην αγωνία τους να εισαχθούν στο Πολυτεχνείο και προσπαθώντας να εξαργυρώσουν τις προσωπικές φιλοδοξίες που ένα χρόνο νωρίτερα είχαν δημιουργηθεί μέσα στις καταλήψεις, ενδεχομένως να μην άκουσαν και ποτέ αυτό το κείμενο. Για την ιστορία και μόνο να θυμίσω πως κατά τη σχολική χρονιά 1990-1991, επί υπουργού Εθνικής Παιδείας Βασ. Κοντογιαννόπουλου, εξαιτίας ενός νομοσχεδίου που εφαρμοζόταν στη Μέση Εκπαίδευση, όλα σχεδόν τα Λύκεια και τα Γυμνάσια της χώρας για περισσότερο από δύο μήνες τελούσαν υπό κατάληψη από τους ίδιους τους μαθητές που εναντιώνονταν στην εφαρμογή αυτού του νόμου. Τότε είχαν σχηματιστεί συντονιστικές επιτροπές σε όλες τις περιοχές και στην Αττική ένας από τους εκπροσώπους των καταληψιών-μαθητών ήταν και ο μικρός Αλέξης. Καλεσμένος σε εκπομπή της Άννας Παναγιωταρέα είχε γίνει τότε το πρόσωπο των ημερών και φυσικά δεν άργησε η ανάμειξή του με τα κοινά και την ενεργό πολιτική της αντίδρασης και της Αριστεράς. Ο μικρός αυτός θα γινόταν 24 χρόνια αργότερα Πρωθυπουργός της χώρας… Συνέχεια

Αν θες να γλιτώσεις, φύγε… αν θέλεις να αγιάσεις, μείνε!

~ Το 1933 ο περίφημος γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης σε ηλικία 21 ετών πήρε την μεγάλη απόφαση της ζωής του να εγκαταλείψει τον κόσμο και να γίνει μοναχός στο άγιο Όρος.

Έχοντας σαν οδηγό του την ανεπιφύλακτη πίστη και εμπιστοσύνη του στο Θεό έφτασε σε μια από τις πιο απομακρυσμένες και απαράκλητες περιοχές του Άθωνα, τα Καυσοκαλύβια. Εκεί η πρόνοια του Θεού τον οδήγησε στο ασκητικό Ησυχαστήριο του Οσίου Εφραίμ του Σύρου. Εκεί ζούσανε τρεις γέροντες, πολύ αυστηροί και τραχείς, κατά γενική ομολογία.

Έζησε κοντά τους με πολύ υπακοή, ταπείνωση και… υπομονή. Και τονίζουμε την υπομονή διότι οι γέροντες του (τους οποίους όλους γηροκόμησε και φρόντισε μέχρι την τελευταία τους πνοή), ήταν πάρα πολύ αυστηροί μαζί του. Του συμπεριφέρονταν απάνθρωπα. Το όνομά του δεν το άκουσε ποτέ να το λένε, παρά τον αποκαλούσαν πάντα με τα χειρότερα λόγια και πολλές φορές έφταναν και να τον χτυπούν.

Μια μέρα σαν άνθρωπος λύγισε και αγανακτισμένος πήρε την απόφαση να φύγει. Διστάζοντας όμως να εμπιστευτεί τον λογισμό του, σκέφτηκε να πάει πρώτα να τον εξομολογηθεί σε έναν πνευματικό στην Ιερά Μονή της Σιμωνόπετρας.

Με ειλικρίνεια εξέθεσε στον πνευματικό του όλη την αλήθεια και περιέγραψε τα γεγονότα. Αφού λοιπόν εξέθεσε όλα του δεινά που υφίστατο κοντά σε αυτούς τους ανθρώπους στο τέλος είπε: «Πάτερ δώσ’ μου ευλογία να φύγω να γλιτώσω…». Ο διακριτικός πνευματικός αφού σκέφτηκε για λίγο του απάντησε: «Πάτερ Εφραίμ, αν θες να γλιτώσεις, φύγε, αν θέλεις να αγιάσεις μείνε… σκέψου και αποφάσισε». Ο Γέροντας Εφραίμ σκέφτηκε… και έμεινε….

Πέρασαν έτσι 45 ολόκληρα χρόνια. Ο τελευταίος από τους γέροντές του ο π. Νικηφόρος, ήταν ο χειρότερος απ’ όλους… Μάλιστα τα τελευταία χρόνια αρρώστησε και έγινε ακόμα πιο δύστροπος και επιθετικός. Ο π. Εφραίμ, πιστός στην απόφασή του -γιατί αυτή είναι η λεβεντιά στη ζωή, να έχεις το θάρρος να την αντιμετωπίζεις και να σηκώνεις τον Σταυρό που σου οικονόμησε για τη σωτηρία σου η πρόνοια του Θεού- υπέμενε τα πάντα σαν νέος Ιώβ.

Το 1973 όταν κατάκοιτος πια ο γέροντας Νικηφόρος ψυχορραγούσε, ο π. Εφραίμ νύχτα και ημέρα καθόταν στο προσκέφαλό του και τον υπηρετούσε, ενώ συνέχισε να δέχεται «βροχή» τις ύβρεις και τις ταπεινώσεις.

Λίγο πριν το τέλος ο π.Νικηφόρος του είπε: «Σήκωσέ με. Σκύψε να σου πω…» Ο π.Εφραίμ πέρασε το χέρι του πίσω από την πλάτη του κατάκοιτου γέροντά του και έσκυψε το κεφάλι. Ξαφνικά το πρόσωπο του π. Νικηφόρου αλλοιώθηκε, έχασε την τραχύτητά του και πήρε την πιο ιλαρή έκφραση που μπορούσε να έχει ανθρώπινο πρόσωπο. Με όση δύναμη μπορούσε να επιστρατεύσει ο γέροντας άρπαξε το χέρι του π. Εφραίμ και του είπε: «Παιδί μου, εσύ δεν είσαι άνθρωπος, είσαι άγγελος… ευλόγησον…» του φίλησε το χέρι και ξεψύχησε στην αγκαλιά του…

Ανάμνηση του π. Διονυσίου Ανθόπουλου, από διήγηση του γέροντος Αθανασίου Σιμωνοπετρίτου, στην αδελφότητα της Ιεράς Μονής Παναγίας Δοβρά.

πηγή: http://imverias.blogspot.gr/

https://simeiakairwn.wordpress.com

Πρόβλεψη – σοκ για το μέλλον της Ελλάδος!

ellas

*Πολλοί στην Ελλάδα ανησυχούν για μια επερχόμενη οικονομική χρεοκοπία. Η Ελλάδα, όμως, έχει ήδη καταστραφεί και χρεοκοπήσει σε δημογραφικό επίπεδο, αλλά ΚΑΝΕΝΑΣ δεν ενδιαφέρεται από την πολιτική και οικονομική ηγεσία του τόπου…

Αποκαρδιωτικά είναι τα στοιχεία της Eurostat για το μέλλον της Ελλάδος. Η χώρα μας αναμένεται να αντιμετωπίσει τεράστιο δημογραφικό πρόβλημα τα επόμενα 50 χρόνια.

Σύμφωνα με την έκθεση η Ελλάδα μέχρι το 2080 η Ελλάδα θα καταγράψει μια τρομακτική μείωση πληθυσμού. Υπολογίζεται, σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, ότι ο πληθυσμός της χώρας θα μειωθεί στα 7,7 εκατομμύρια!

Ο αριθμός αυτός προκύπτει με βάση τα στατιστικά των γεννήσεων και των θανάτων από το 2011 και μετά, αλλά και με βάση τη μαζική μετανάστευση νέων και οικογενειών στο εξωτερικό, κυρίως λόγω της οικονομικής κρίσης, με την Ελλάδα να βρίσκεται στο χείλος δημογραφικής κατάρρευσης.

Η μελέτη της Eurostat εκτιμά τη διαμόρφωση του πληθυσμού των ευρωπαϊκών χωρών έως το 2080 και την έδωσε στην δημοσιότητα η Ευρωπαϊκή Στατιστική Αρχή.

Ο χάρτης της μελέτης αποκαλύπτει πως ο μεγαλύτερος αριθμός πληθυσμού θα είναι συγκεντρωμένος στη Γαλλία και την Βρετανία, με τον αριθμό των πολιτών να φτάνει τα 78,84 εκατομμύρια και 85,14 εκατομμύρια αντίστοιχα, ενώ η Γερμανία, η μεγαλύτερη σήμερα οικονομία της Ευρώπης, θα έχει πληθυσμό 65,37 εκατομμυρίων ανθρώπων.

Να σημειώσουμε ότι μέχρι τις 6 Μαρτίου 2015 το ισοζύγιο συνεχίζει να είναι αρνητικό, με τους θανάτους περίπου στις 26.000 και τις γεννήσεις στις 15.500, σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία.

πηγή: http://www.crashonline.gr/

δείτε σχετικό άρθρο:  ΕΔΩ  και ΕΔΩ με τα στοιχεια του υπ. εσωτερικων

Για το «Πάντα-βρέχει» της Ευρυτανίας …

Το καταπληκτικό βίντεο του Ανδρέα Κουτσοθανάση μας ταξιδεύει στις φυσικές ομορφιές στην Ευρυτανία σε τοπία μοναδικά όπως καταρράκτες, ορμητικά ποτάμια και εντυπωσιακά φαράγγια.

Μία από τις πιο εντυπωσιακές και όμορφες περιοχές του νομού Ευρυτανίας είναι το φαράγγι Πάντα Βρέχει που βρίσκεται μεταξύ των χωριών Ροσκά και Δολιανά ή διαφορετικά Στουρνάρα (Δολιανά και Στουρνάρα είναι το χωριό) νότια του νομού.

Η ονομασία του οφείλεται στο ότι σε μία περιοχή του φαραγγιού η οποία δεν ξεπερνά σε μήκος τα 80m παγωμένα νερά που έρχονται από το απόκρημνο βουνό της Καλιακούδας στην προσπάθεια τους να γίνουν ένα με τα νερά του Κρικελιώτη ποταμού βρίσκουν διέξοδο από πηγές στις κορυφές του φαραγγιού δημιουργώντας όμορφους καταρράκτες, λόγο του μεγάλου ύψους τους όμως η ροή τους δεν συνεχής και συμπαγής αλλά διασπάται σε μία μεγάλη ακτίνα σε μικρές και μεγάλες σταγόνες δημιουργώντας μία συνεχή τεχνητή βροχή μετατρέποντας το ήδη πανέμορφο τοπίο σε μαγευτικό.

Σ’ αυτούς τους λίγους που απέμειναν στην Πόλη…

Του αρχιμ. Δοσιθέου,
Ηγουμένου Ιεράς Μονής Τατάρνης Ευρυτανίας

Όταν οι Ιουδαίοι ηττήθησαν και απήχθησαν βιαίως στην Βαβυλώνα, η γη τους δεν ερημώθηκε τελείως. Έμειναν αρκετοί.
Άλλοι απ’ αυτούς σκορπίσθηκαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντος και απετέλεσαν την Ιουδαϊκή διασπορά. Στο τέλος, στην γη των πατέρων τους έμειναν ελάχιστοι, το ‘λείμμα’.  Αυτοί οι ολίγοι τηρούσαν με πείσμα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Καίτοι ο Ναός του Σολομώντος είχε δηωθή. Καίτοι τα ιερά του σκεύη είχαν απαχθή. Καίτοι η Αγία Γη γέμισεν από αλλοφύλους και αλλοθρήσκους. Εδουλώθηκαν διοικητικώς  αλλά πνευματικώς έμειναν αδούλωτοι. Ποτέ δεν μετριόνταν. Αγνοούσαν πόσοι είναι. Ήξεραν ότι είναι λίγοι αλλ΄ αυτό δεν παρέλυε την θέλησί τους.
       Κάποτε, κάποιος εδώ [στη Πόλη] στην επαρχία όπου εκμετρώ το ζην, όπου ωσαύτως έχουμε μείνει ελάχιστοι, με ρώτησε: ‘Πόσοι είναι οι κάτοικοι της Αθήνας;’ ‘Εκατό με εκατόν πενήντα’ απήντησα. ‘Με  κοροϊδεύεις;’ ήταν η πρώτη αντίδρασις. ‘Δεν σε κοροϊδεύω καθόλου. Μπορεί να είναι πολλά εκατομμύρια, αλλά εγώ τόσους γνωρίζω. Οι υπόλοιποι είναι για μένα σαν να μην υπάρχουν’.
       Το ίδιο συμβαίνει και στη Πόλη. Αυτοί οι λίγοι, οι απροσδιόριστοι σε αριθμούς Ρωμηοί, ζουν σ’ ένα περιβάλλον πολυπληθές. Εγγίζει τα είκοσι εκατομμύρια. Και όμως αυτοί οι λίγοι υπάρχουν, ζουν, κινούνται σαν να μην υπάρχουν αυτά τα εκατομμύρια. Η Κωνσταντινούπολις είναι γι’ αυτούς ένα χωριό με δύο, τρεις χιλιάδες κατοίκους.  Κι αυτοί οι λίγοι ζουν σαν να είναι πολλοί. Με όλα τα έθιμά τους. Έχουν επίγνωση της ευγενούς καταγωγής των. Γνωρίζουν ότι οι ‘άγγλοι’ [άλλη ονομασία των ‘λεγάμενων’] βλέπουν τον κάθε Ρωμηό σαν γίγαντα. Γνωρίζουν ότι είναι από μια ράτσα ανθρώπων με δυνάμεις και διαστάσεις απεριόριστες.  Γι’ αυτό και οι ‘λεγάμενοι’ στέκονται με δέος, με σέβας θα μπορούσε να πη κανείς μπροστά τους.
       Συνάντησα στα νησιά μια Ρωσσίδα. Παντρεμένη με Ρωμηό αρχιμουσικό, εδώ και χρόνια πολλά. Χήρα τώρα αλλ΄ όχι και απαρηγόρητη. Τα ελληνικά της άψογα και καθαρώς πολίτικα. Έχει ‘λέγειν’ ραπτομηχανής και δη ηλεκτρικής. Μας μιλούσε για ώρα πολλήν για τους ‘άγγλους’ και δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε για ποιούς μιλούσε. Αφού μας είπε πολλά κατέληξε [δηλαδή το ‘κατέληξε’ είναι τρόπος του λέγειν. Σφύριξε το καράβι και έπρεπε να βιαστούμε].. ‘Δεν θέλω να πηγαίνω στην Ελλάδα. Εκεί όλο Χριστό και Παναγία βρίζουν. Εδώ εσείς με το σεις και με το σας μας φέρονται’.
       Και πράγματι οι νουν έχοντες ΄΄λεγάμενοι” συμπεριφέρονται καλώς τους εναπομείναντες. Ίσως γιατί τους θεωρούν ακίνδυνους πια…και δεν είναι όλοι οι ”νουν έχοντες”. Θα ήθελα να μπω στο μυαλό ενός Τούρκου, ενός συγχρόνου, σοβαρού Τούρκου για να μάθω πώς σκέπτεται. Πώς αισθάνεται σε μια Πόλι όπου η ιστορία, μνημεία, κτίρια είναι όλα Ρωμαίικα. Αισθάνεται ντόπιος; Αισθάνεται ότι ο τόπος αυτός είναι δικός του; Αισθάνεται ιδιοκτήτης ή νοικάρης; Όχι να μου πη πώς σκέπτεται γιατί ξέρω καλά το τι θα μου πή. Θέλω να είμαι στο μυαλό του, ώστε να μη, μπορή να με ξεγελάση με ανατολίτικες διπλωματικές πονηριές.
       Πάντως εγώ περπατώντας στα σοκάκια του Beyoglu και του  Cihangir αισθάνομαι σαν να είμαι στην Ελλάδα. Σε μια συνοικία των Αθηνών όπου Αλβανοί, Βούλγαροι, Πακιστανοί, Κούρδοι και Μαύροι δίνουν άλλο χρώμα, εκτός από ελληνικό. Βλέπω παντού ελληνικές επιγραφές. Κυρίως εκεί που δεν φθάνουν για να τις αφανίσουν. Βλέπω χρονολογίες από Χριστού [έχει σημασία αυτό γιατί οι Τούρκοι χρησιμοποιούν την Εγείρα, 641 χρόνια μετά], του ΙΘ΄ αιώνος. Βλέπω πολυκατοικίες χτισμένες σε εποχή που στην Αθήνα τα διώροφα θεωρούνταν ουρανοξύστες. Περπατώ και αισθάνομαι ότι είμαι στον τόπο μου. Η γλώσσα άλλαξε. Η πίστις άλλαξε. Αλλά τα κτίρια μένουν. Κι αν ”οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού, ποίησιν δε χειρών Αυτού αναγγέλλει το στερέωμα”. Δόξαν Ρωμηοσύνης και ποίησιν Ρωμηών αρχιτεκτόνων και μαστόρων αναγγέλλουν αυτά τα μεγαλοπρεπή οικοδομήματα.
       Όπως δεν είναι η Ακρόπολις που χαρακτηρίζει την Αθήνα, αλλ’ είναι και η Πλάκα, έτσι και την Πόλι δεν την χαρακτηρίζει μόνο η Αγία Σοφία ή τα κάστρα της, αλλά κι αυτές οι συνοικίες, αυτά τα κτίρια που αποπνέουν άρωμα Ρωμηοσύνης.
       Είναι αυτά τα κτίρια που χαμογελούν και αγάλλονται όταν βλέπουν κάποιο περαστικό να τ’ αποθαυμάζει και να τους μιλάη στη γλώσσα τους, στα ελληνικά. Είναι αυτά τα κτίρια που σε χαιρετούν εγκάρδια όταν κοντοστέκεσαι και τα δείχνεις με το δάχτυλο. Ήταν κι αυτό ρωμαίικο. Είναι αυτά τα κτίρια που κλαίνε όταν τα αντιπαρέρχεσαι, φεύγεις και χάνεσαι. Είσαι ο οικείος, ο δικός τους άνθρωπος. Είσαι αυτός που τα καταλαβαίνει. Αυτός που τον καταλαβαίνουν. Αν τα άψυχα είχαν ψυχή, στεναγμοί και δάκρυα θα έρρεαν από τα παράθυρα και τους εξώστες που δεν τα στολίζει πια βασιλικός και μαντζουράνα. Αυτοί οι ετοιμόρροποι τοίχοι δεν καταρρέουν γιατί περιμένουν τον ρωμηό τον μάστορα. Αυτές οι σαραβαλιασμένες πόρτες που χέρι στοργικό δεν τις έβαψε ποτέ από τότε..στέκουν ορθές και περιμένουν..Να έλθη ο νοικοκύρης. Να ‘ρθουν αυτοί που τα πονούσαν γιατί ήταν ο ιδρώτας τους, το αίμα τους, η ζωή τους. Παρακαλώ σας όταν περάσετε απ’ εκεί μη πείτε ότι οι νοικοκυραίοι δεν θα ξανάρθουν πια. Αφίστε να περιμένουν. Η προσμονή τα κρατάει όρθια.
       Αυτοί οι λίγοι δεν είναι οι κακομοίρηδες, αυτοί που δεν έφυγαν γιατί δεν μπορούσαν να φύγουν. Όχι! Οι περισσότεροι έμειναν γιατί δεν θέλησαν να φύγουν.. Στο προαύλιο του Πατριαρχικού ναού μια Πολίτισσα συζητεί με δυο κοπέλλες, πνευματικά μου τέκνα. Είναι κι αυτές ερωτευμένες με τη Πόλι. Λέγει λοιπόν η ελαφρώς ηλικιωμένη Πολίτισσα: ”Είδατε πώς κατήντησαν την Πόλι μας; Έπρεπε να την γνωρίζατε παληά, στις δόξες της. Εγώ είμαι απ’ εδώ. Εδώ γεννήθηκα, εδώ θα πεθάνω. Δεν έφυγα ποτέ απ’ εδώ. Ούτε που μ’ ενδιαφέρει να πάω πουθενά. Όταν με ρωτούν, δεν λέγω ότι είμαι Πολίτισσα, λέγω ότι είμαι Κωνσταντινουπολίτισσα. Κωνσταντινούπολις λέγεται η Πόλι μας. Ας λένε ότι θέλουν οι ΄λεγάμενοι’. Δεν λέγεται Ισταμπούλ. Κωνσταντινούπολις λέγεται”.
       Έχουν επίγνωσι αυτοί οι λίγοι. Έχουν πνευματική ταυτότητα.. Η συζήτησις στην Ρωμαίικη ψαροταβέρνα είχε ανάψει. Όσο να ψηθούν τα ψάρια. Τι σημαίνει Ρωμηός, τι Ρωμηοσύνη. Ποιοί είναι οι Ρωμηοί. Προσπαθούσα να βγάλω τους συνομιλητές μου απ’ τη στενότητα του ελλαδισμού. Αγωνιζόμουν να τους κάνω να καταλάβουν την Οικουμενικότητα της Ρωμηοσύνης. ”Και εμείς τί είμαστε;” επιμένει ο ελλαδικός. ΄΄Εμείς είμαστε Ρωμηοί, κάτοικοι της Ελλάδος. Και εφόσον είμαστε υπήκοοι αυτού του κράτους είμαστε, ή μάλλον λεγόμαστε και Έλληνες.” Ο ”Ρωμηός” έχει ευρύτερη έννοια από τον ΄΄Έλληνα”. Όπως ο Ρουμελιώτης ή ο Μωραΐτης είναι Έλληνας. Αλλά το ‘Ρουμελιώτης’ και το ‘Μωραΐτης’ είναι έννοιες στενότερες από το ‘Ελληνας’. ”Οι εδώ τί είναι;” ερωτά ο αεί επιμένων. ”Αυτοί εδώ είναι Ρωμηοί, το ίδιο με μας. Μόνο που έχουν τουρκικήν υπηκοότητα, εφ’ όσον μένουν εδώ”. Είμαστε όλοι το ίδιο. Ρωμηοί της Ελλάδος, Ρωμηοί της Κύπρου, Ρωμηοί της Πόλης. Δεν μπορούσε να καταλάβη. Εν τω μεταξύ έρχεται η πιατέλα με τα ψάρια. Ακούει ο εστιάτωρ τη συζήτησι. ‘Επεσε πάνω στην ερώτησι: ”Και ποιοί είναι οι Ρωμηοί”, απαντά ο εστιάτωρ αυτόκλητος: ”Εμείς είμαστε οι Ρωμηοί”. Η απάντησις εδόθη. Η συζήτησις τελείωσε. Primun edere, deide philosophare.
       Παρευρέθην σε δύο εκδηλώσεις: Η μία στα τέλη Φεβρουαρίου 2000. Στο Ελληνικό Προξενείο. Στο Πέραν. Ένα κτίριο του ΙΘ΄ αιώνος, πλήρως ανακαινισμένο, χάρμα οφθαλμών. Παλαιό μετόχι του Παναγίου Τάφου. Έχει μέσα παρεκκλήσιον του οσίου ημών Σάββα του Ηγιασμένου. Θα τιμούσαν την έξοδο από την υπηρεσία της γνωστής τοις πάσι διδασκαλίσσης Σουλτάνας Αμπατζή. Παρών ο Πατριάρχης, ιεράρχαι, λοιποί κληρικοί και το κυριώτερο, κόσμος πολύς. Κόσμος σοβαρός. Άνθρωποι απ’ όλα τα μέρη της Πόλης. Μέχρι στην σκάλα. Ομιλία του Προξένου, η ομιλία της τιμωμένης, η ομιλία του Πατριάρχου. Λόγια θερμά, ατμόσφαιρα ζεστή, άνθρωποι ζωντανοί, ανθοδέσμες, χαρά, συγκίνησις, δάκρυα, γέλια. ‘Ολα για τη δασκάλα που για πάνω από σαράντα χρόνια προσέφερε την καρδιά της, το είναι της, την ύπαρξί της για τα παιδιά της Ρωμηοσύνης. Για την γλώσσα, την πίστι, την ταυτότητα. Και μετά τα κεράσματα, ο μπουφές, τα παπιγιόν των γκαρσονιών. Τα αναψυκτικά, οι περιφερόμενοι [και αμέσως αδειάζοντες] δίσκοι. Χαιρετούρες, συστάσεις, χειροφιλήματα. Η Ρωμηοσύνη ζη και το χαίρεται…
        Η άλλη φορά ήταν στα Νοσοκομεία μας.  Στο Μπαλουκλή. Κυριακή των Μυροφόρων. Πρώτα Πατριαρχική και Συνοδική Θ. Λειτουργία στη Μονή. Μετά δεξίωσις. Τρισάγιον υπό του Πατριάρχου στο παρακείμενο κοιμητήρι. Κατόπιν στα Νοσοκομεία. Μια αίθουσα καινούργια, φρεσκαρισμένη ίσως, αλλά φαίνεται σαν καινούργια. Χωράει πάνω από τριακόσια άτομα. Τραπέζια, καρέκλες, τραπεζομάνδηλα. Τραπέζωμα πολυτελείας. Τα φαγητά ακόμη καλύτερα. Η ομογένεια παρούσα. Μια χαρμόσυνη αναστάσιμη ομήγυρις. Με ομιλίες, ευχές και..μπηχτές. Πώς θα ήταν ρωμαίικο πανηγύρι..  Διερωτώμαι: Πώς καταφέρνουν αυτοί οι άνθρωποι να διοργανώνουν τέτοιες συνεστιάσεις, να ξενίζουν τόσα άτομα και να σε κάνουν να ξεχνιέσαι ότι βρίσκεσαι σε τόπο πολλές φορές εχθρικό; Και τα γέλια, τα πειράγματα, τα αστεία είναι αυθόρμητα, γεμάτα ζωντάνια. Ζωντάνια που εκπλήσσει.  Τ’ ακούς γοργόνα;  Δεν σου είπα ψέματα..
       Νομίζω ότι την αγάπη του ”λείμματος” για την Πόλι του, όχι απλώς την Πόλι , την Πόλι ”του” εκφράζει κατά κάποιον μοναδικό τρόπον ένας γηραιός Μητροπολίτης του Θρόνου: ”Αρρώστησα βαρειά. Πήγα στην Αθήνα. Νοσηλεύθηκα σε Νοσοκομείο. Έφθασα μέχρι το θάνατο. Ένα μόνο σκεπτόμουν, ένα έλεγα στους συγγενείς μου. Για ένα προσευχόμουν. Να γυρίσω ζωντανός, να πεθάνω στη Πόλι, στην Πόλι μου”…
       Είχα μια ενδόμυχη επιθυμία. Να μπώ σε ρωμαίικο σπίτι. Δεν το είχα πει σε κανένα. Έλεγα εν εαυτώ: Θάρθη η ώρα που κι’ αυτό θα γίνη. Η επιθυμία μου αυτή δεν ήταν από περιέργεια. Ήθελα μόνον και μόνον να νοιώσω τη χαρά ότι υπάρχει στην Πόλι ρωμαίικο σπίτι. Ανοιχτό, πρόσχαρο, γεμάτο αισιοδοξία. Είχα δει σε βιβλία φωτογραφίες από κάποια ερείπια και κάποιες αχνές μορφές να κατοικούν μέσα σ’ αυτά. Είχα διαβάσει λεζάντες ”ο τελευταίος Ρωμηός ή Ρωμηά” και τα παρόμοια.  Μ’ αξίωσεν ο Θεός και μπήκα. Προσκεκλημένος. Δεν ξέρετε πόσο χάρηκα. Ήταν σαν να μπήκα στο Άγιο Βήμα. Ένα διαμέρισμα ολόφωτο. Με εικονοστάσι, με το καντήλι αναμμένο. Με ωραία κάδρα στους τοίχους από τα νησιά τα δικά μας, τα ελληνικά νησιά. Με γέλια, με κεράσματα, με καφεδάκι. Με τους αναπαυτικούς καναπέδες, με μπαλκονάκι γεμάτο λουλούδια. Στο τραπέζι του μπαλκονιού το πλεχτό, το κέντημα για τις ώρες της αναμονής. Του άντρα, του γιού. Η τηλεόρασι σε ειδήσεις ελληνικές. Μεγάλη ευλογία για τους ομογενείς. Ακούν την γλώσσα μας, μαθαίνουν τι γίνεται στον έξω κόσμο. Γελούν με τα παληά ελληνικά έργα. Με την Βασιλιάδου, τον Αυλωνίτη, τον Λογοθετίδη που ήταν και πατριώτης τους.  Η..θεία απ’ το Σικάγο γίνεται η δασκάλα της ελληνικής γλώσσης. Πού να το ήξερε η μακαρίτισσα..
        Τι κι αν στο πάνω πάτωμα μένει εβραϊκή οικογένεια; Τι κι αν στο κάτω πάτωμα μένουν Αρμένιοι; Τί κι αν στο διπλανό μένουν Τούρκοι; Μόλις με το ”καλώς ορίσατε, περάστε”, κλείνει και η πόρτα πίσω σου, όλα αλλάζουν, όλα ξεχνιούνται. Ζης, αναπνέεις άλλον αέρα. Αέρα ζείδωρο, ρωμαίικο.  Μεγάλη ευλογία να πιης καφέ σε σπίτι ρωμαίικο, εκεί στην καρδιά της Ρωμηοσύνης, στην Πόλι. Κι’ ακόμη όταν σε καλούν σε δείπνο. Με λακέρδα και γαράτα φτιαγμένα απ’ τον νοικοκύρη. Με γιαλαντζή ντολμάδες και σπανακόπιττα στο τέλος, για να φύγη το ψάρι’, φτιαγμένα απ’ την νοικοκυρά. Κι η τηλεόρασι να παίζει έργο με τον Λ. Κωνσταντάρα.  Σκέτη απόλαυσις.
       Έθιμα διατηρούνται πολλά. Βεβαίως όχι όλα. Ιδίως τα συλλογικά έθιμα, πανηγύρια, γλέντια, εξοχές και ξέφωτα. Διατηρούνται αυτά που δεν απαιτούν  ΄΄πολυκοσμία”…

                          ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ ΣΤΟΥΣ 1.830

        350.000. Τόσοι ήσαν κατά τους μετριωτέρους υπολογισμούς οι Ρωμηοί της Πόλης στις αρχές του εικοστού αιώνος. Και ήσαν τόσοι, όταν οι Τούρκοι ήσαν μόλις εξακόσιες χιλιάδες και οι υπόλοιποι, Αρμένιοι, Εβραίοι και Φραγκολεβαντίνοι εκατόν πενήντα χιλιάδες, όλοι μαζί. Τα χρόνια πέρασαν. Πέρασαν και οι δόξες. Πιέσεις, φόροι, στρατεύσεις, καταστροφές, απελάσεις. Φόβος και τρόμος έπεσε στην ομογένεια. Και συνεχώς αιμορραγούσε. Διαρκής συρρίκνωσις που άλλην όμοιά της η ιστορία δεν θα επιδείξη.
       Και εφέτος ήλθεν η είδησις. Εγράφη σε πολίτικες εφημερίδες που εκδίδονται στην Αθήνα: Οι ομογενείς στην Πόλι αριθμούνται σε 1.830. Δυσάρεστος η είδησις. Και την ώρα που ήλθε η εφημερίδα κρατούσα στα χέρια μου την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Διάβαζα το τελευταίο κεφάλαιό της. Την άμυνα της Ελλάδος απέναντι στον πανίσχυρο Άξονα. Γραμμή Μεταξά, οχυρά Ρούπελ. Απρίλιος του 1941. Η επίθεσις των Γερμανών ήτο λυσσαλέα. Αλλά και η άμυνα αποτελεσματική. Τέτοιαν άμυνα δεν την περίμεναν. Τα οχυρά ξερνούσαν φωτιά και σίδερο. Οι απώλειες μεγάλες. Η προέλασις καθυστερούσε. Οι Γερμανοί βιάζονταν να κάμψουν την αντίστασι. Να φθάσουν ως το Ταίναρο, ως την Κρήτη. Η Θεσσαλονίκη είχεν ήδη καταληφθή αλλ’ οι αμυνόμενοι στα οχυρά  συνέχιζαν απτόητοι την μάχη. Ώσπου η Γιουγκοσλαβία κατέρρευσε μέσα σε τρεις ημέρες. Τα οχυρά κυκλώθηκαν. Τα πυρομαχικά, τα τρόφιμα σώθηκαν. Και άρχισεν ένας άνισος αγώνας μέσα στις στοές, μέσα στα σκοτάδια, σώμα με σώμα. Οι λίγοι που απέμειναν αποκαμωμένοι από την  αϋπνία, νηστικοί, ψειριασμένοι, καταπληγωμένοι ,παραδόθηκαν. Και έκπληκτοι οι Γερμανοί αξιωματικοί είδαν να βγαίνουν απ’ τα οχυρά φαντάσματα. Και ήλθεν η διαταγή από το Βερολίνο: Τιμήστε αυτούς τους αγωνιστές. Τους πρέπει κάθε σεβασμός. Είναι ήρωες. Και έτσι αυτοί οι ηρωικοί μαχητές παρήλασαν με τον οπλισμό τους μπροστά στο γερμανικό σύνταγμα που απέδιδε τιμές.
       Συλλογίζομαι:  Σ’ αυτούς τους λίγους που απέμειναν στην Πόλι, σ’ αυτούς τους εκατόν πενήντα του Γηροκομείου, τους πενήντα του φρενοκομείου, σ’ αυτούς που μάχονται σε κάποια οχυρά, στο Κουρτουλούς, στο Τζιχανγκίρ, στον Άγιο Στέφανο και όπου αλλού, χωρίς βοήθεια ουδενός, χωρίς στοργή, χωρίς αγάπη, χωρίς συναίσθησι καθήκοντος, δεν τους πρέπει τιμή, δόξα, σεβασμός;
       Αν δεν μπορούμε να μιμηθούμε τον Χριστό μας γιατί τα πάθη μας μάς εμποδίζουν, ας μιμηθούμε τουλάχιστον εκείνους που απέδωσαν τιμές στους μαχητές του Ρούπελ!!

*[Αποσπάσματα από το βιβλίο  ”Μια γοργόνα στον Κεράτιο”, έκδοσις τρίτη. Του αρχιμ. Δοσιθέου, Ηγουμένου Ιεράς Μονής Τατάρνης Ευρυτανίας]

ΠΗΓΗ

Προσκύνημα στο Άγιον Όρος – Αύγουστος 1963 1000 χρόνια από την ίδρυση της μοναστικής πολιτείας στο Όρος Άθως.

Δείτε ένα ενδιαφέρον ντοκουμέντο από την μοναστική πολιτεία του Αγίου Όρους, το οποίο κινηματογραφήθηκε το 1963 και ψηφιοποιήθηκε το 2013 από τον Γιατρό Μανώλη Αρ. Χριστουλακη.
Eπεξεργασία και συναρμογή: Αντώνης-Κωνσταντίνος Χατζηδούλη