Θα σωθούν οι αλλόδοξοι και οι ετερόδοξοι;

Η παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας στο νάρθηκα του Καθολικού της Μονής του Αγίου Στεφάνου Μετεώρων, από τον αγιογράφο – ψηφιδογράφο Βλάσιο Τσοτσώνη (1998)

Πολλοί άνθρωποι αναρωτιούνται: «Καλά, εμείς οι Χριστιανοί, έχουμε την πίστη μας, την ορθή πίστη, την Εκκλησία μας, την Αποκάλυψη του Κυρίου, είμαστε μέσα στο αυλάκι της σωτηρίας, της Βασιλείας των Ουρανών – εάν βέβαια είμαστε προσεκτικοί στη ζωή μας. Όμως τι γίνεται με τους ανθρώπους που ανήκουν σε κάποιο άλλο θρήσκευμα; Τι γίνεται με τους Βουδιστές, τι γίνεται με τους Μουσουλμάνους, για να μην πάω σε άλλες Ομολογίες Χριστιανικές, ας μιλήσουμε γι’ άλλες θρησκείες. Αυτοί δεν θα πάνε στον Παράδεισο; Τι κριτήρια θα ‘χει ο Θεός γι’ αυτούς; Μόνον εμείς θα κριθούμε και ανάλογα ή θα προαχθούμε, να το πω έτσι ή θα… κοπούμε; Μ’ αυτούς τι γίνεται; Δεν υπάρχει σωτηρία;»
Η απάντηση είναι ότι βεβαίως και μπορεί να υπάρξει σωτηρία.
Το θέμα τοποθετείται ως εξής: Κάποιος που γνώρισε το Χριστιανισμό και βαπτίσθηκε, θα κριθεί βάσει του νόμου του Ευαγγελίου, του νόμου της Χάριτος. Κάποιος όμως που ζει στη Μαδαγασκάρη, για παράδειγμα, στη Σουμάτρα ή στο Βόρνεο, στη Νότιο Αμερική, στο Β. Πόλο, οπουδήποτε δεν έχει κηρυχθεί το Ευαγγέλιο, αυτός θα κριθεί σύμφωνα μ’ αυτό το οποίο αναφέρει ο Απ. Παύλος στην προς Ρωμαίους Επιστολή: θα κριθεί βάσει του νόμου της συνειδήσεώς του: «Όταν οι εθνικοί —δηλαδή όλοι αυτοί που δεν έχουν γραπτό ηθικό νόμο— τηρούν εκ φύσεως τις διατάξεις τού νόμου, σ’ αυτούς, μολονότι δεν έχουν γραπτό νόμο, νόμος είναι ο εαυτός τους. Αυτοί αποδεικνύουν ότι έχουν το έργο του νόμου γραπτό στις καρδιές τους» (β’ 14-15).
Ο Θεός έχει βάλει, λοιπόν, σε όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, οπουδήποτε και αν βρίσκονται πάνω στην γη, αυτό το αδέκαστο δικαστήριο, τον έμφυτο ηθικό νόμο, και βάσει αυτού θα κριθούν. Αν πορεύθηκαν σύμφωνα με τον έμφυτο ηθικό νόμο σωστά, θα μπουν στον Παράδεισο, αν όχι, δεν θα μπουν στον Παράδεισο.
Βέβαια θα υπάρχει —σύμφωνα με το «αστήρ αστέρος διαφέρει εν δόξη» (Α’ Κορ. ιε’ 41)— διαβάθμιση στον Παράδεισο, όπως εξάλλου και στην Κόλαση. Οι άνθρωποι άλλων θρησκευμάτων, λόγω των καλών πράξεων τις όποιες θα πράξουν, θα μπουν στον Παράδεισο, αλλά δεν θα απολαύσουν αυτά τα όποια θα απολαύσει π.χ. ο Απ. Παύλος ή ο Άγιος Μακάριος.
Κάποιοι ίσως να σκεφτούν: Δεν είναι «άδικο» αυτό γι’ αυτούς; Όχι, δεν είναι άδικο γι’ αυτούς, διότι κρίνονται και ευκολότερα. Ό Χριστιανισμός είναι πολύ δύσκολος με τις εντολές τις οποίες έχει. Αυτό εξάλλου —για να κάνουμε μια παρέκβαση— αποδεικνύει λόγω και της πληθύος των πιστών και την αλήθεια του. Αν κάποιος θέλει να τραβήξει οπαδούς, δεν τους λέει αρνητικά πράγματα. Αντιθέτως, τους τάζει «λαγούς με πετραχήλια», τους κολακεύει, τους κανακεύει. Αυτά, όμως, τα οποία είπε ο Χριστός στους μαθητές Του ήταν: «Εν τω κοσμώ θλίψιν έξετε»(Ιω. ις’ 33), «Ει εμέ έδιωξαν και υμάς διώξουσιν» (Ιω. ιε’ 20) κι ένα σωρό τέτοια πράγματα, που είναι αποτρεπτικά να τραβήξεις τον κόσμο κοντά σου. Το ότι λέει τέτοια πράγματα και παρ’ όλα αυτά έρχονται οι άνθρωποι κοντά του, αυτό αποδεικνύει ότι είναι αλήθεια ο Χριστιανισμός.
Αλλά για να επανέλθουμε στο θέμα μας σχετικά με τους αλλόθρησκους. Δεν είναι τόσο «τυχερός» ο Χριστιανός, διότι από τους Χριστιανούς ζητάει πολύ περισσότερα ο Χριστός! Και θα πάνε σε κατώτερη θέση από τους αλλόθρησκους, αν δεν πράττουν αυτά τα όποια ζητάει ο Χριστός. Οι άλλοι δεν θα κριθούν σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, αλλά ευκολότερα.
Δείτε τη διαφορά ενός ανθρώπου, ο όποιος θα κριθεί σύμφωνα με τον έμφυτο ηθικό νόμο, το πολύ-πολύ να του καταλογίσει ο Θεός, την πράξη της μοιχείας, για παράδειγμα. Ενώ ο Χριστιανός θα κριθεί πολύ πιο αυστηρά, ακόμα και για ένα πονηρό βλέμμα π.χ., θα κριθεί «εν λόγω, έργω και εν διανοία»). Θα είναι περισσότερα τα οφέλη για τον Χριστιανό, αλλά θα είναι και αυστηρότερο το κριτήριο και δυσκολότερος ο αγώνας του. Όλα είναι δίκαια. Ο Θεός είναι ακριβοδίκαιος. Όπως έλεγε ο Γέρων Παΐσιος ο Αγιορείτης, «ο Θεός δεν έχει ούτε δυο ζυγαριές όμοιες. Τον κάθε άνθρωπο θα τον ζυγίσει με την δική του ζυγαριά». Ανάλογα με το πού γεννήθηκε, σε τι περιβάλλον βρέθηκε, τους γονείς δηλαδή, το σχολείο, το κράτος, το θρήσκευμα, την ιδιαιτερότητα του καθενός προσώπου. Ο Θεός δεν κάνει λάθη.

Ο μακαρίτης ο Χρήστος Ανδρούτσος, καθηγητής της Δογματικής, έλεγε ότι η Ορθοδοξία είναι η μόνη ασφαλής οδός σωτηρίας. Δεν είναι η μόνη οδός σωτηρίας, αλλά είναι η μόνη ασφαλής οδός.
Και ο π. Ιωήλ Γιαννακόπουλος μας δίνει ένα παράδειγμα, για να κατανοήσουμε καλύτερα τη ρήση αυτή του Ανδρούτσου. Μας λέει: Στον πόλεμο υπήρχε μία ασφαλής οδός πού ένωνε την Καλαμάτα με την Αθήνα: εκείνη με την τεθωρακισμένη φάλαγγα. Υπήρχαν βέβαια και άλλα μονοπάτια, από τα όποια μετέβαιναν οι άνθρωποι απ’ τη μια πόλη στην άλλη. Δεν ήσαν όμως ασφαλή. Έτσι ακριβώς και με την Ορθόδοξη Εκκλησία και τους αλλόδοξους και ετερόθρησκους.
Να τονίσουμε, όμως, ότι, αν κάποιος έχει βαπτισθεί Ορθόδοξος και γίνει εκ των υστέρων αιρετικός ή, πολύ περισσότερο, αλλόθρησκος, αυτός δεν πρόκειται επ’ ουδενί να σωθεί παραμένοντας στη νέα αυτή πίστη, όσα καλά έργα κι αν κάνει. Άλλο πράγμα να είσαι Βουδιστής ή Μουσουλμάνος και να μη γνωρίσεις το Χριστό κι άλλο πράγμα να αρνηθείς το Χριστό, για χάρη του Βούδα ή του Σίβα ή του Αλλάχ.
Αυτά, σχετικά με τη σωτηρία των άλλων. Το κύριο, ωστόσο, είναι να προσέξουμε πώς θα σωθούμε ΕΜΕΙΣ… Το «ούτος δε τι;» που είπε ο Πέτρος για τον Ευαγγελιστή Ιωάννη (Ιω. κα’ 21) —τι θα γίνει, δηλαδή, μ’ αυτόν;— το είπε «δεικνύων το φιλόστοργον», εξωτερικεύοντας την αγάπη του γι’ αυτόν. Εμείς, όμως, το παίρνουμε και το χρησιμοποιούμε απλώς πληροφοριακά, γνωσιολογικά: «Τι θα γίνει με τους αλλόδοξους ή τους αλλόθρησκους;», χωρίς να ενδιαφερόμαστε ούτε για την δική μας σωτηρία! Η σωστή τοποθέτηση, λοιπόν, είναι: Με κάθε επιμέλεια να φροντίζουμε να σώσουμε την ψυχή μας και παράλληλα να ενδιαφερόμαστε να σωθούν και οι άλλοι εισερχόμενοι (ελεύθερα) στην Ορθόδοξη Εκκλησία, και όχι απλώς να μάθουμε εγκεφαλικά τι θα γίνει μ’ αυτούς.

Πηγή: π. Ιωάννη Κοστώφ: «Πίστη και Λογική».

http://oodegr.co/oode/swthria/allodoxoi1.htm

Για το ηλεκτρονικό χρήμα

Με ρωτάνε για τις κάρτες και το ηλεκτρονικό χρήμα, και τί να πώ;
Βαδίζουμε σε μια αχρήματη κοινωνία, η οποια δυστυχώς δεν είναι ο αχρήματος κοινωνιστικός παράδεισος, πού ονειρεύτηκαν κάποιοι, αλλά η αποθέωση του δαιμονικού νεοφιλελευθερισμού.
Να μην πιάνει ο άλλος χρήμα στα χέρια του για να μην είναι κύριος του εαυτού του, αλλά ένα καλύτερα ελεγχόμενο πιόνι, ένας εξαρτημένος απρόσωπος αριθμός.
Πολλοί λένε πώς θα πάρουν τα βουνά και όλοι δίνουν εσχατολογικό χρώμα στο συμβάν.Να σας πώ όμως πώς εγώ έχω δεί ήδη την εσχατολογία και την τυρρανία του αντιχρίστου στην κοινωνία μας πολύ πριν από κάθε κάρτα. 
Πιστεύετε πώς ο φτωχούλης του Θεού, για τον οποίο δεν υπάρχει σήμερα και αύριο, ενδιαφέρεται αν θα εξασφαλίσει το σιτηρέσιο του με χρήμα ή κάρτα ή σε άλλη προοπτική με δραχμή ή με ευρώ; 
Ανάμεσα μας πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι πού θα στερούνται το ψωμί, είτε με κάρτα είτε με μάρκες, είτε με ευρώ, είτε με δουβλόνια. Άνθρωποι ισοπεδωμένοι και ενδεείς, πού δεν θα πάει κανένας φωτισμένος γέροντας ή ιεροκήρυκας να ταΐσει τα παιδιά τους όταν λιμοκτονήσουν και δεν ενδιαφέρονται αν οι συναλλαγές γίνονται με κάρτες ή νομίσματα, πολύ απλά γιατί δεν έχουν πρόσβαση πια στις συναλλαγές. 
Τετοια ψευτοδιλήμματα αφορούν εμάς τους μικροαστούς χριστιανούς πού έχουμε ένα κομμάτι ψωμί και το μόνο πού μας αφορά είναι αν θα έχουμε χρήματα στο πορτοφόλι ή αν θα παραβιαστεί η πολύτιμη ελευθερία μας. Αγνοούμε πώς η ελευθερία μας είναι ήδη κατηργημένη γιατί υπάρχουν επαίτες του αρτου γύρω μας και από κάτω μας.
Οσο υπάρχει ένας πεινασμένος, εμείς μιλάμε ακόμα για ελευθερία και δικαιώματα;
 Η φιλοσοφία και η θεολογία εν πολλοίς είναι πολυτέλεια αυτών πού έχουν στέγη και ψωμί, ενίοτε και μέγαρα. Ο φτωχός άνθρωπος δεν έχει τον χρόνο και την διάθεση να ασχοληθεί με τον Θεό και τις μεγάλες ιδέες, αλλά ζει στην κόλαση του επιούσιου.
Και όλη αυτή την κόλαση την συντηρούμε εμείς οι άνθρωποι της καλής πρόθεσης και των μεγάλων ιδανικών.
Για αυτό ο θυμόσοφος λαός έλεγε πώς εμείς οι φτωχοί αμαρτάνουμε κάθε μέρα.
Θα δώσουμε λόγο, όλοι μας, άρχοντες και μικρομεσαίοι για τους ελαχίστους αδελφούς του Χριστού γιατί δεν τους δώσαμε χώρο να σκεφτούν και τα πνευματικά, αλλά τους καταδικάσαμε σε ισόβια μέριμνα για τον κόσμο.
Εξαιρούνται βεβαια οι εκούσια και αυτοθέλητα φτωχοί της ασκητικής μας παράδοσης. Εκεί έχουμε θυσία και ασκηση.Αυτοί έχουν εγκαταλείψει τα εν κόσμω, αλλά όχι τους εν κόσμω.

Οι γενιές που θρέφουν αγίους

ΤΟΥ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ,

ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ

ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Μα εκείνο που ομόρφαινε τα βράδια τα νησιά μας ήταν οί λεγόμενες βεγγέρες. Οι νύχτες στο σκοτεινό χωρίο το χειμώνα ήταν ατέλειωτες και οι λάμπες με το 5 νούμερο γυαλί λίγο φέγγανε στο εσωτερικό του σπιτιού. Κι αυτές ήταν πάντα χαμηλωμένες, να μην κάψουν πολύ πετρέλαιο. Οικονομία παντού. Στο νερό, στα ξύλα, στο φαγητό, στα ρούχα. Πιο παλιά μήτε λάμπες δεν υπήρχαν. Ό βενετσιάνικος λύχνος έφεγγε στη μάννα να εργοχειρήση. Εκεί, μπροστά στη βενετσιάνικη λουσέρνα, όπως την έλεγαν, συναγμένοι παππούδες, γονείς και παιδιά, διάβαζαν τα συναξάρια των Αγίων, αφηγούνταν θαύματα, θαλασσινές περιπέτειες, τυραγνίες του γένους μας, πειρατικές επιδρομές στο νησί μας, όπως τίς άκουσαν από τους παλιούς.

Κι ήταν όλα μυσταγωγία για μας τα παιδιά. Από μικρός άκουγα το βίο του άγιου Ιωάννου του Καλυβίτου, τους πειρασμούς του Μεγάλου Αντωνίου, τα μαρτύρια της Αγίας Βαρβάρας. Έτσι το πρωί, αν ζητούσα κάτι άλλο, έκτος από το παρατιθέμενο, για φαγητό, ή γιαγιά: -Δεν άκουσες, παιδί μου, πόσα υπέφερε ή αγία για την αγάπη του Χριστού, κι εμείς λίγη νηστεία δε θα κρατήσουμε; Κι έτσι όχι μόνο νηστεύαμε, αλλά ποθούσαμε τη νηστεία. Μ’ αυτό τον τρόπο οί απέραντες νύχτες του χειμώνα γινότανε οί ωραιότερες ώρες της ζωής. Με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση μνημονεύω όλους αυτούς που συγκροτούσανε αυτή την πνευματική πανδαισία και τους θυμάμαι έναν – έναν και τα ονόματα και τίς φυσιογνωμίες τους, αν και πέρασαν πολλά χρόνια από τότε.

Ίσως επεκτείνω το κείμενο πέραν του δέοντος, αλλά θεωρώ τον εαυτό μου χρεώστη απέναντι στις ταπεινές αυτές ψυχές, που πολλές φορές διηγούνταν κάποια διήγηση ως κομμάτι αναπόσπαστο από τον εαυτό τους. Σαν να είναι ή ίδια ή ζωή τους. Άλλωστε όλα αυτά τα θαυμάσια παραμένουν ακατάγραφα και με την πάροδο του χρόνου και τη σημερινή ψυχρότητα και αδιαφορία, σίγουρα θα λησμονηθούνε από τους επιγόνους.

Ή γριά Στυλιανή, που ‘χε υπό τη φροντίδα της το δισυπόστατο ναό του Αγίου Σπυρίδωνα, διακρινόταν για την ευλάβεια της, τη σοβαρότητα και τη σεμνότητα του ήθους της. Είχε ζήσει για χρόνια στην ξενιτιά, μα τίποτα δεν είχε αλλάξει πάνω της, μήτε ή κόμμωση, μήτε ή ενδυμασία. παλιακιά γυναίκα και στην εμφάνιση και στους τρόπους. Πολλά χρόνια χήρα, μύριζε λιβάνι και κερί. Στις βεγγέρες είχε το δικό της λόγο, που δεν τον άκουσε, αλλά τον έζησε.

Διηγείτο λοιπόν: Την εποχή που ή ελονοσία μάστιζε τον κόσμο, βγήκα μια φεγγαρόλουστη νύχτα προς νερού μου. Βλέπω μπρος στα χαλάσματα του σπιτιού μας γέροντα με ψάθινο σκουφάκι να μαζεύει σκουπίδια και κάθε άχρηστο και βρώμικο πράγμα. Τον πλησίασα και σεβαστικά τον ρώτησα: «-Τι κάνεις αυτού, Γέροντα;». Και μου αποκρίθηκε: «-Καθαρίζω τον τόπο, γιατί όλοι θα απολεστείτε από τη βρομισιά. Πες στον πρόεδρο, στα στάσιμα νερά να φυτέψει ευκαλύπτους, να καθαρίση το χωριό και να ρίξει παντού άφθονο ασβέστη». «-Ποιος είσαι συ, που τόσο πολύ μας αγαπάς, που και τη νύχτα εργάζεσαι για τη ζωή μας»; «-Είμαι αυτός που φροντίζεις και κάθε απόβραδο μου ανάβεις το καντήλι. Γείτονας σαν είμαι και δε με γνωρίζεις;». Κι έγινε άφαντος. Πράγματι ή κυρά Στυλιανή είπε στον πρόεδρο ότι της συνέστησε ό Άγιος Σπυρίδων. Πολλοί από τους ευκαλύπτους υπάρχουν και σήμερα εις μαρτύριο του θαύματος του Αγίου.

Ή οσιότατη Γερόντισσα Παρθενία Άνδρομανάκου κατέθετε την πνευματική της παρηγοριά: Όταν μόναζα στη Μονή του Χριστού ένα μεγάλο πρόβλημα με απασχολούσε. Δεν ήθελα να προχωρήσω, χωρίς να λάβω πληροφορία. Πήγα στον τάφο του οσίου Αρσενίου. άφησα την- καρδιά μου να ξεχειλίσει και τα μάτια μου να λούσουνε την πλάκα του τάφου του. Στο τέλος της δέησης μου πρόσθεσα, όπως πάντοτε: «-Δι’ ευχών του οσίου πατρός ημών Αρσενίου». Ευθύς άκουσα φωνή από τον τάφο: «-Αμήν, Παρθενία μου». Συνέχεια

«ΤΑ ΣΦΑΛΜΑΤΑ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ ΤΑ ΠΛΗΡΩΝΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ» (Ἅγ. Παΐσιος)

Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου
Λόγοι Δ´- Οἱκογενειακὴ ζωή,

ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος»,
Σουρωτὴ Θεσ/νίκης 2005, σελ. 98-100

c53f25829892c0b7e3423bf8b79a31f8_XL

– Γέροντα, μιὰ μητέρα μᾶς ρώτησε τί νὰ κάνη ποὺ ἡ κόρη της βρίζει τὴν Παναγία.

– Νὰ ἐξετάση ἀπὸ ποῦ ξεκινάει τὸ κακό. Μερικὲς φορὲς σὲ τέτοιες περιπτώσεις φταῖνε οἱ γονεῖς. Ὅταν οἱ ἴδιοι δὲν συμπεριφέρωνται καλά, δὲν βοηθοῦν τὰ παιδιὰ καὶ ἐκεῖνα μιλοῦν μὲ ἀναίδεια. Τότε δέχονται μιὰ ἐπήρεια δαιμονικὴ καὶ ἀντιδροῦν ἄσχημα. Ἄλλοτε πάλι οἱ γονεῖς νομίζουν ὅτι μὲ τὸ ζόρι θὰ κάνουν καλὰ παιδιά. Μπαίνει καὶ ὁ ἐγωισμὸς καὶ τοὺς μιλοῦν μὲ ἀγανάκτηση, ἐνῶ πρέπει νὰ τοὺς φέρωνται πάντα μὲ τὸ καλό.
.                 Σήμερα μιὰ γυναίκα μὲ ἔσκασε! Ἔχει ἕνα παιδάκι καὶ τὸ δέρνει ἀλύπητα. Ἀπὸ τὴν φοβία τὸ κακόμοιρο τρέμει· δὲν μπορεῖ νὰ μιλήση· ἔπαθαν τὰ νεῦρα του. «Ἔχει δαιμόνιο», τῆς λένε καὶ αὐτὴ τὸ ἀφήνει νηστικό, γιὰ νὰ φύγη δῆθεν τὸ δαιμόνιο. «Δὲν τοῦ δίνω νὰ φάη, μοῦ εἶπε, γιὰ νὰ φύγη τὸ δαιμόνιο». «Βρέ, εἶσαι στὰ καλά σου; τῆς λέω. Δῶσε στὸ παιδὶ νὰ φάη. Κοίταξε, τὰ δικά σου δαιμόνια νὰ φύγουν. Ἐσὺ ἔγινες ἀφορμὴ καὶ σακατεύτηκε τὸ παιδί. Τὸ παιδὶ δὲν ἔχει δαιμόνιο· τρέμει, γιατὶ φοβᾶται ἐσένα ποὺ τὸ δέρνεις! Τὸ κοινωνᾶς τακτικά;». «Ὄχι», μοῦ λέει. Ἄντε νὰ συνεννοηθῆς!

– Γέροντα, μήπως, ἐπειδὴ μερικὲς φορὲς βρίζει, γι᾿ αὐτὸ λένε ὅτι ἔχει δαιμόνιο;

– Βρίζει! Ὅταν μὲ τὸ ζόρισμα ποὺ τοῦ κάνει ἡ μάνα πάη νὰ τὸ πνίξη, δὲν ξέρει κι ἐκεῖνο τί κάνει μετά. Κρίμα τὸ καημένο! Δαιμονισμένη εἶναι ἡ μάνα του, δὲν εἶναι τὸ παιδί.
.                Πάντως θὰ δοῦμε παράξενα πράγματα τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως! Στὰ χρόνια τῆς εἰδωλολατρίας οἱ μητέρες ἔκαιγαν τὰ παιδιά τους μπροστὰ στὸ ἄγαλμα τοῦ Μολόχ, γιὰ νὰ συμμετάσχουν στὴν δοξολογία πρὸς τὸν Θεό! Ἂν γνώριζαν τὸν πραγματικὸ Θεό, τί θυσίες θὰ ἔκαναν! Αὐτὲς θὰ ἔχουν ἐλαφρυντικὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, γιατὶ παρασύρθηκαν. Οἱ σημερινὲς ὅμως μητέρες μὲ τὴν ἀδιαφορία ποὺ ἔχουν γιὰ τὰ παιδιά τους τί ἐλαφρυντικὰ θὰ ἔχουν; Θὰ τὶς πῆ ὁ Θεός: «Ἐσεῖς γνωρίζατε τὸν ἀληθινὸ Θεό, βαπτιστήκατε, τόσα ἀκούσατε, τόσα μάθατε, ὁ Ἴδιος ὁ Θεὸς σταυρώθηκε γιὰ νὰ σᾶς σώση, καὶ τί κάνατε; Βαριόσασταν νὰ πᾶτε τὰ παιδιά σας νὰ τὰ κοινωνήσετε στὴν ἐκκλησία! Ἐκεῖνες νόμιζαν ὅτι ὁ Μολὸχ εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ πρόσφεραν θυσία ἀκόμη καὶ τὰ παιδιά τους. Ἐσεῖς τί κάνατε;».
.             Τὰ σφάλματα τῶν γονέων τὰ πληρώνουν τὰ παιδιά! Μερικοὶ γονεῖς καταστρέφουν τὰ παιδιά τους, ἀλλὰ ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἄδικος· ἔχει μεγάλη καὶ ἰδιαίτερη ἀγάπη γιὰ τὰ παιδιὰ ποὺ ἔχουν ἀδικηθῆ στὸν κόσμο αὐτὸν εἴτε ἀπὸ τοὺς γονεῖς τους εἴτε ἀπὸ ἄλλους ἀνθρώπους. Ὅταν οἱ γονεῖς γίνωνται αἰτία νὰ πάρη τὸ παιδὶ στραβὸ δρόμο, ὁ Θεὸς δὲν θὰ τὸ ἀφήση, γιατὶ δικαιοῦται τὴν θεία βοήθεια. Θὰ οἰκονομήση ἔτσι τὰ πράγματα, ὥστε νὰ βοηθηθῆ. Νά, βλέπουμε μερικοὺς νέους, ἀλλὰ καὶ ἡλικιωμένους ἀκόμη, πῶς κάποια στιγμὴ παίρνουν ἀπότομα μιὰ καλὴ στροφή. Θυμᾶμαι μιὰ περίπτωση: Σὲ μιὰ οἰκογένεια μὲ δυὸ παιδιά, ὁ πατέρας, ἡ μάνα καὶ ἡ κόρη ἦταν ἄθεοι. Τὸ ἀγόρι ἔμπλεξε πρῶτα μὲ τὸν μαρξισμό. Δὲν ἀναπαύθηκε, πῆγε στὸν Ἰνδουισμό. Δὲν ἀναπαύθηκε κι ἐκεῖ, καὶ ἦρθε στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἐρχόταν συχνὰ στὸ Καλύβι, πήγαινε καὶ σὲ ἄλλα Κελλιά. Οἱ γονεῖς του ὅλον αὐτὸν τὸν καιρὸ «Χριστέ μου, Παναγία μου, φύλαξε τὸ παιδί μας», ἔλεγαν. Ἀφοῦ κάθησε ἕνα διάστημα στὸ Ὄρος καὶ κάπως συνῆλθε καὶ δυνάμωσε πνευματικά, γύρισε στὸ σπίτι του – γιατὶ δὲν ἦταν γιὰ τὸν Μοναχισμό ‐, καὶ βοήθησε πνευματικὰ καὶ τὸν πατέρα καὶ τὴν μάνα του. Τώρα, βλέπω, ὁ πατέρας του πρῶτος‐πρῶτος στέκεται στὴν ἀγρυπνία. Λέει τὸν Προοιμιακὸ στὴν ἐκκλησία, διαβάζει στὸ σπίτι τὸν ἑσπερινό, τὸ ἀπόδειπνο, τὴν παράκληση. Πῶς τὰ οἰκονόμησε ὁ Θεός! Πῆγε ὁ διάβολος νὰ κάνη κακό, ἀλλὰ ὁ Θεὸς τὰ ᾿φερε ἀπὸ ᾿δῶ‐ἀπὸ ᾿κεῖ καὶ τοὺς ἔφερε ὅλους σὲ λογαριασμό.

– Καὶ τὸ κορίτσι, Γέροντα;

– Κι αὐτὸ σιγὰ‐σιγὰ ἔρχεται σὲ λογαριασμό. Δίνει εὐκαιρίες ὁ Θεός.

– Γέροντα, μερικοὶ γονεῖς ποὺ ἀρχίζουν νὰ ζοῦν πνευματικὰ σὲ μεγάλη ἡλικία στενοχωριοῦνται ποὺ δὲν ἔδωσαν χριστιανικὴ ἀγωγὴ στὰ παιδιά τους, ὅταν ἦταν μικρά.

– Ἂν ἔχουν εἰλικρινῆ μετάνοια καὶ παρακαλέσουν τὸν Θεὸ νὰ βοηθήση τὰ παιδιά τους, ὁ Θεὸς κάτι θὰ κάνη γι᾿ αὐτά· θὰ τοὺς ρίξη κανένα σωσίβιο, γιὰ νὰ σωθοῦν ἀπὸ τὴν φουρτούνα στὴν ὁποία βρίσκονται. Ἀκόμη καὶ ἂν δὲν παρουσιασθοῦν ἄνθρωποι, γιὰ νὰ τὰ βοηθήσουν, μπορεῖ καὶ κάτι ποὺ θὰ δοῦν νὰ συντελέση, ὥστε νὰ πάρουν μιὰ καλὴ στροφή. Νὰ ξέρετε, αὐτοὶ οἱ γονεῖς εἶχαν καλὴ διάθεση, ἀλλὰ δὲν βοηθήθηκαν μικροὶ ἀπὸ τὴν οἰκογένειά τους καὶ δικαιοῦνται τὴν θεία βοήθεια.

https://christianvivliografia.wordpress.com/