«Κύριε , το στόλισμα μιας πόρνης, είναι περισσότερο από το στόλισμα της ψυχής μου.» Εκτύπωση

metanoia 2


euxh.gr

Κατά τη διάρκεια των εργασιών της Τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου στη Χαλκηδόνα ορισμένη επίσκοποι της συνόδου ζήτησαν να ακούσουν κάποιον εποικοδομητικό λόγο από τον Επίσκοπο Αντιοχεία Νόνο, που είχε μετακληθεία από ένα μοναστήρι της Ταβεννησίας για να γίνει επίσκοπος Αντιοχείας. Ο Νόνος, ανταποκρινόμενος στο αίτημα των συνεπισκόπων του , άρχισε να τους μιλάει. Καθώς οι επίσκοποι άκουγαν τα σοφά λόγια του Νόνου, περασε έφιππη η διασημότερη εταίρακαι χορεύτρια της Αντιοχείας, που ίππευε με τόση χάρη και με τόση πολυτέλεια, ώστε δεν έβλεπε κανείς παρά χρυσάφι, μαργαριτάρια και πολύτιμους λίθους. Ακόμη κι αυτών των ποδιών της η γυμνότητα , ήταν καλυμμένη με χρυσάφι και μαργαρητάρια και τη συνόδευε μεγαλοπρεπή ακολουθία από νέους και νέες ντυμένους με βαρύτιμα ενδύματα και χρυσά περιδέραια γύρω στο λαιμό τους. Μερικοί απ’αυτούς προηγούνται και μερικοί ακολουθούσαν αλλά την ομορφιά και τη θελτικότητα εκείνης δεν μπορούσε να την φθάσει ένας ολόκληρος κόσμος. Περνώντας μπροστά από τη σύναξη των επικόπων γιόμισε τον αέρα με την ευωδία ενός υπέροχου αρώματος. Όταν οι επίσκοποι την είδαν να περνάει με ακάλυπτο το πρόσωπο, τους ώμους και τα μέλη του σώματος της , με μια πομπή τόσο μεγαλοπρεπή και χωρίς ούτε ένα πέπλο στο κεφάλι αναστέναξαν και σιωπηρά έστρεψαν το κεφάλι από την άλλη μεριά για να αποφύγουν βαριά αμαρτία.

Αλλά ο μακάριος Νόνος την κουτούσε επίμονα και αδιάκοπα και αφού είχε περάσει, ακόμα εξακολουθούσε να την ακολουθεί το βλέμμα του. Ύστερα, γυρνώντας κοίταξε τους άλλους επισκόπους που κάθονταν γύρω του και τους είπε, «δεν σας συγκίνησε η τόσο σπάνια ομορφιά της;». Εκείνοι δεν έδωσαν καμμιά απάντηση. Τότε αυτός κατέβασε το κεφάλι του, άφησε το ιερό βιβλίο που κρατούσε και ενώ δάκρυα κυλούσαν στο στήθος του, αναστενάζοντας βαριά, ξανάπε στους επισκόπους: «Δεν σας συγκίνησε η σπάνια ομορφιά της;». Αλλά εκείνοι και πάλι δεν απάντησαν. Τότε εκείνος είπε «Στ’αλήθεια συγκινήθηκα πολύ από την ομορφιά αυτής της γυναίκας , που ο Θεός θα την καλέσει μπροστά στον τρομερό θρόνο Του, για κρίση δική μας και της επισκοπικής μας ευθύνης». Και συνέχισε «Πόσες ώρες νομίζετε πως ξόδεξε αυτή η γυναίκα στα διαμερίσματα της, φροντίζοντας και στολίζοντας μόνη το σώμα της και τη μορφή της, έτσι που να μην υπάρχει το παραμκρό στίγμα και η παραμικρή ατέλεια στην ομορφιά του σώματος της και την εμφάνιση της, για να ευχαριστήσει τα μάτια των ανδρών και να μην απογοητεύσει τους αξιοθρήνητους εραστές της, που είναι σήμερα και αύριο δεν θα είναι; Κι εμείς που έχουμε έναν παντοδύναμο Πατέρα κι έναν αθάνατο εραστρή , με υποσχέσεις αιωνίων θυσαυρών και ευεργεσίες ανεκτίμητες που οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επι καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσι Αυτόν (Α. Κορ. 2,9) αλλά τι να λέω; Με τέτοιες υποσχέσεις για τη θέα του Νυμφίου αυτή την υπέροχη και θεσπέσια μορφή, που δεν τολομούν να κοιτάξουν τα Χερουβειμ, εμείς για χάρη αυτού του θείου εραστή ούτε στολίζουμε τις άθλιες ψυχές μας ούτε τις φροντίζουμε και ουτε καν ξεπλένουμε απ’αυτές τον ρύπο αλλά τις αφήνουμε στη βρωμιά».

Αφού είπε αυτά τα λόγια ο Νόνος έφυγε, πήγε στο κελί, στο οποίο έμενε με το διάκονο του και μαζί μ΄αυτόν έπεσε κάτω, με το πρόσωπο πάνω στη γή και κτυπώντας το στήθος άρχισε να κλαίει λέγοντας «Κύριε , Ιήσου Χριστέ ελέησον με τον αμαρτωλό και ανάξιο γιατί και μόνο μιας ημέρας το στόλισμα μιας πόρνης, είναι περισσότερο από το στόλισμα της ψυχής μου. Με τι όψη να σε κοιτάξω; Πώς να παρουσιαστώ μπροστά σου; Δεν μπορώ να κρύψω την καρδιά μου από σένα, εσύ ξέρεις τα μυστικά της. Αλίμονο, τον ανάξιο και αμαρτωλό, που στέκομαι στο θυσιαστήριο σου και δεν σου προσφέρω την καθαρή καρδιά που έχεις ζητήσει. Αυτή, έχει υποσχεθεί να ευχαριστήσει τους άνδρες και έχει κρατήσει την υπόσχεση της, εγώ έχω υποσχεθεί να ευχαριστήσω εσένα και μένα στη ραθυμία. Είμαι γυμνός στον ουρανό και στη γη, γιατί δεν έχω τηρήσει τις εντολές σου. Η ελπίδα μου δεν είναι σε κανένα καλό που έκανα αλλά στον οίκτο σου απ΄τον οποίο περιμένω τη σωτηρία μου».

Με τέτοιο πάθος ο μακάριος Νόνος λάτρευε τον γλυκύκατο του Κύριο. Με τέτοιο πάθος λάτρεψαν όλοι οι άγιοι τον Κύριο τους. Τέτοιο σφοδρό πάθος εκφράζει κι ο Παπαδιαμάντης με την περίφημη αποστροφή του στον Λαμπριάτικο Ψάλτη «το επ’εμοι, ενόσω ζω και αναπνέω και σωφρωνώ, δεν θα παύσω πάντοτε…να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστό μου».

Από το Βιβλίο του π.Φιλόθεου Φάρου
«Πρίν και μετά το Πάσχα» σελ 94-96

This entry was posted in Χωρίς κατηγορία. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s