Αμαλία Αντωνίου (ένα λουλούδι της Βορείου Ηπείρου)

Βρισκόμαστε στα 1943. Δεκέμβριος μήνας, με βαρύ χειμώνα εκείνη την χρονιά και πολλές βροχές. Μέσα στη μαυρίλα της εποχής, αλλά και της γερμανοϊταλικής κατοχής, οι Βουνιώτες ζούσαν με την προσδοκία της ελευθερίας.

Ένα πρωινό όμως το χωριό αναταράχθηκε από πυροβολισμούς. Σε λίγο ο τελάλης ανακοίνωνε πως όλοι οι κάτοικοι έπρεπε να συγκεντρωθούν στην πλατεία του χωριού, όπως και έγινε. Εκεί εμφανίστηκε ο Σερό Αγκάι (Shero Agaj), Διοικητής Αυλώνας της Αλβανικής Χωροφυλακής, που είχε ιδρύσει ο περιβόητος Κοσοβάρος φασίστας και εγκληματίας πολέμου Τζαφέρ Ντέβα [3], και ζήτησε από τους κατοίκους την παράδοση των όπλων που είχαν κρυμμένα αλλιώς θα τους τουφέκιζε όλους. Οι κάτοικοι δεν πτοήθηκαν και ο Αγκάι με τον υπαρχηγό του Αχμέτ Λούλι, άρχισαν να βασανίζουν ποικιλοτρόπως τον δάσκαλο του χωριού Γιάννη Κόκκα, ο οποίος υπέμεινε τα βασανιστήρια με σφραγισμένα τα χείλη.

Τελικώς μετά από συνεννόηση με τους Γερμανούς, έδωσε στους κατοίκους προθεσμία εικοσιτεσσάρων ωρών και τους διέταξε να φιλοξενήσουν τους άντρες του.

Οι Βουνιώτες είχαν στη μνήμη τους μια προφητεία του Αγίου Κοσμά, ο οποίος τους είχε πει πως όταν περάσουν βάρβαροι από το χωριό να τους δώσουν ότι θέλουν εκτός από τα όπλα.

Το πρωί της επομένης ο στρατός άρχισε να ερευνά τα πάντα εντός και εκτός χωριού.

Μια ομάδα χωροφυλάκων έφθασε στην περιφέρεια Μαυριόνι, χειμαδιό [4] των τσοπαναραίων, όπου συνάντησε την δεκαεπτάχρονη Αμαλία Αντωνίου, που έβοσκε το κοπάδι του πατέρα της.

Οι χωροφύλακες κινήθηκαν εναντίον της με ανήθικους σκοπούς, αλλά η Αμαλία κατάφερε και έτρεξε στο μαντρί. Τα «παληκάρια» του Σέρο Αγκάι την κυνήγησαν, αλλά σαν πλησίασαν μια ντουφεκιά τράνταξε το Μαυριόνι και η φωνή της Αμαλίας ακούστηκε: «Όποιος πλησιάσει θα πεθάνει!».

Οι χωροφύλακες επιτέθηκαν όλοι μαζί και ακολούθησε μάχη. Τρεις Αλβανοί έπεσαν νεκροί από τις ντουφεκιές της Αμαλίας, πριν την βρει κι εκείνη μια σφαίρα στο μέτωπο…

Έτσι έπεσε η Αμαλία Αντωνίου, σώζοντας την τιμή της, άξια Ελληνίδα της Βορείου Ηπείρου.

Μόλις μαθεύτηκε το γεγονός οι Βουνιώτες πήραν τα όπλα και παρουσιάστηκαν στον Αλβανό διοικητή, απαιτώντας αμέσως την απομάκρυνση της χωροφυλακής, γιατί θα τους χτυπούσαν και θα τους φόνευαν όλους.

Και πράγματι έτσι και έγινε. Ο Αγκάι πήρε το τάγμα του και έφυγε νύχτα.

Οι Βουνιώτες κήδεψαν την ηρωϊκή κόρη που έσωσε την τιμή της και το χωριό της και άλλη μια χρυσή σελίδα είχε προστεθεί στο μεγάλο βιβλίο της ρωμαίικης λεβεντιάς…

Ν.Μ.
ΚΥΡΙΑ ΠΗΓΗ
Λάμπρος Σπύρου, Η Χειμάρρα, Αθήναι 1966.

ΠΗΓΗ.ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

This entry was posted in Χωρίς κατηγορία. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s