Η άσχημη μάνα

Ένα κορίτσι είχε μια μάνα άσχημη στο πρόσωπο, ενώ ήταν υπόδειγμα φιλόστοργης μάνας, πλούσιας σε αγάπη προς την κόρη της.
Το κορίτσι όμως δεν έβλεπε τίποτε από την ψυχική ομορφιά της μάνας. Έβλεπε μόνο τις πολλές ουλές στο πρόσωπο της μάνας και αντιδρούσε πολλές φορές με ασέβεια και αντιπάθεια. Η μάνα λυπόταν, όχι για τον εαυτό της, αλλά πιο πολύ για το παιδί της, οπότε μια ημέρα αναγκάστηκε και του είπε το μυστικό.
Της διηγήθηκε την ιστορία της με δακρυσμένα μάτια:

«Αγάπη μου, παιδί μου, πάνε τώρα 14 περίπου χρόνια. Τότε ήσουν πολύ μικρό παιδί, μωρό, βρέφος. Ήσουν η χαρά μου, ο θησαυρός μου. Η παρουσία σου νοημάτιζε τη ζωή μου. Και μια ημέρα είχα βγει έξω από το σπίτι, για να αγοράσω γάλα και άλλα τρόφιμα για σένα.

Επιστρέφοντας στο σπίτι είδα να βγαίνουν καπνοί από το σπίτι μας, που το είχαν τυλίξει φλόγες. Εσύ ήσουν μέσα στο σπίτι και κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει. Ήξερα πως κινδύνευε η ζωή σου και σαν τρελή ρίχτηκα μέσα στη φωτιά. Όλοι προσπάθησαν να με εμποδίσουν, αλλά τους απώθησα και αψηφώντας τους καπνούς και τις φλόγες έφθασα στο κρεβάτι σου. Λίγο ακόμη και θα είχες καεί. Σε άρπαξα στην αγκαλιά μου και σε έβγαλα έξω. Εσύ, ευτυχώς, δεν έπαθες τίποτα. Εγώ όμως κάηκα στο πρόσωπο και από τότε παραμορφώθηκα. Εμένα δεν με πείραξε ποτέ αυτό, αφού έσωσα εσένα. Βλέπω μόνο ότι πειράζει εσένα…».
Η κόρη της δεν άντεξε…
Συγκινήθηκε, αγκάλιασε τη μάνα της και έκλαιγε ασταμάτητα. Τη γέμισε με δάκρυα συγκίνησης και ευγνωμοσύνης και της είπε: «Συγχώρησέ με, μανούλα, ανεκτίμητη μάνα. Δεν είμαι άξια να λέγομαι παιδί σου!».
Κι από την ώρα εκείνη άλλαξε συμπεριφορά κι έζησαν αρμονικά και ευτυχισμένα.

Α­πό­δει­πνο στο νε­κρο­τα­φεί­ο


Α­πό­δει­πνο στο νε­κρο­τα­φεί­ο. Ο ή­λιος ε­τοι­μά­ζε­ται για βου­τιά πί­σω α­π’ το βου­νό κι εί­ναι τό­σο θελ­κτι­κό το φως του την ώ­ρα τού­τη που με προ­κα­λεί να κοι­τά­ξω α­πό το πλα­ϊ­νό μι­σο­γερ­μέ­νο πορ­τά­κι της εκ­κλη­σιάς. Φως ι­λα­ρόν πλημ­μυ­ρί­ζει τα μά­τια μου, δε­ή­σεις για τους α­δερ­φούς μου χα­ϊ­δεύ­ουν τ’ αυ­τιά μου. «Υ­πέρ των εν α­σθε­νεί­ας κα­τα­κει­μέ­νων…», η θύ­μη­ση στον πα­τέ­ρα μου και τους πο­λυ­ά­ριθ­μους κα­τοί­κους των νο­σο­κο­μεί­ων. Δά­κρυ­α στην ψυ­χή μου. «Δι’ ευ­χών» κι ό­σο να κοι­τά­ξω λί­γο ψη­λό­τε­ρα στα σύν­νε­φα χά­νε­ται κι η τε­λευ­ταί­α κου­κί­δα του η­λι­ά­το­ρα. Μέ­ρα α­κό­μα και οι λι­γο­στοί πι­στοί σκορ­πί­ζουν γρή­γο­ρα. Μό­νο η κυ­ρά Α­λε­ξάν­δρα, παίρ­νει τον κά­τω δρό­μο.
Που πας για­γιά; την ρω­τά­ω.
Ε­μέ­να μ’ α­ρέ­σει α­πό ‘δω, μου α­παν­τά­ει. Να περ­νά­ω α­πό τον άν­τρα μου.
Κι ε­μέ­να μ’ α­ρέ­σει α­πό ‘δω, συμ­φω­νώ μα­ζί της. Να θυ­μά­μαι πως θα πε­θά­νω κι ε­γώ μί­α μέ­ρα.

Κα­τη­φο­ρί­ζει στο κοι­μη­τή­ριο πί­σω α­πό το να­ό, φτά­νει στο μνή­μα. Το βή­μα της στα­θε­ρό, τα μά­τια της γε­μά­τα γλύ­κα κι η­ρε­μί­α. Ού­τε έ­να δά­κρυ. Το πα­ρα­μι­κρό τρε­μό­παιγ­μα στη φω­νή της. Μό­νο χα­ϊ­δεύ­ει και φι­λά­ει την φω­το­γρα­φί­α του α­γα­πη­μέ­νου της στο μαρ­μά­ρι­νο σταυ­ρό. «Να προ­σέ­χεις τα παι­διά», τού λέ­ει κι εί­ν’ η φω­νή της σί­γου­ρη πως ο άν­τρας της εί­ναι κον­τά στο Θε­ό και πρε­σβεύ­ει γι’ αυ­τούς με­τά των α­γί­ων. Ά­γιος άν­θρω­πος ο παπ­πούς, ξε­χω­ρι­στός. Πολλοί μι­λά­νε α­κό­μα γι’ αυ­τόν, χω­ρίς να βρί­σκουν α­κρι­βώς λό­για για να πε­ρι­γρά­ψουν τις α­ρε­τές του.

Ύ­στε­ρα την ρω­τά­ω για την Βαγ­γε­λι­ώ που έ­φυ­γε λί­γες μέ­ρες τώ­ρα κι ό­σοι την α­γά­πα­γαν μνη­μο­νεύ­ουν τα χω­ρα­τά και την κα­λή της την καρ­διά. Μου δεί­χνει το φρέ­σκο μνή­μα κι ό­πως κά­νου­με να φύ­γου­με με μπά­ζει στην κά­μα­ρα με τα λεί­ψα­να ό­λων των κε­κοι­μη­μέ­νων.
Ε­σύ ποι­ούς έ­χεις ε­δώ για­γιά;
Ε­δώ εί­ν’ ο πα­τέ­ρας μου κι η μά­να μου μα­ζί. Ε­δώ ο γιος μου, ο Στέ­λιος μου. Ε­δώ ο α­δερ­φός μου. Ε­δώ εί­ναι η τε­λευ­ταί­α κα­τοι­κί­α, ο Θε­ός να μας σχωρ­νά­ει, ο­λο­νών μας. Ε­δώ θ’ α­να­παυ­τεί η ψυ­χού­λα μας.

Τό­σο φυ­σι­κά μου τα λέ­ει ό­λα. Κι ό­μως μι­λά­ει για το φο­βε­ρό­τε­ρο γε­γο­νός, την ση­μαν­τι­κό­τε­ρη στιγ­μή της ζω­ής της, την πιο α­κα­τα­νό­η­τη και πα­ρά­λο­γη, που δεν εί­ναι άλ­λη α­πό το ξαφ­νι­κό πέ­ρα­σμα α­πό το κα­τώ­φλι του θα­νά­του και της ζω­ής. «Έ­σχα­τος ε­χθρός κα­ταρ­γεί­ται ο θά­να­τος…» Σί­γα­σε μέ­σα της ο πό­νος της χα­ρο­κα­μέ­νης μι­κρο­μά­νας τό­σα χρό­νια τώ­ρα, στέ­ρε­ψαν τα δά­κρυ­α α­π’ τα σκαμ­μέ­να της μά­γου­λα, μέ­ρε­ψε κι ο πό­νος του χα­μού των γο­νι­ών της. Κι η α­βά­στα­χτη θλί­ψη για την α­πώ­λεια του α­γα­πη­μέ­νου της συν­τρό­φου έ­γι­νε πα­ρη­γο­ριά κι ελ­πί­δα α­να­στά­σι­μη και για το δι­κό της τέ­λος που πλη­σιά­ζει.

«Χρι­στός α­νέ­στη εκ νε­κρών θα­νά­τω θά­να­τον πα­τή­σας και τοις εν τοις μνή­μα­σι ζω­ήν χα­ρι­σά­με­νος», θα ψελ­λί­σου­με σε λί­γες μέ­ρες. Πό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο θα το πι­στέ­ψου­με αυ­τή τη φο­ρά; Χρό­νο με το χρό­νο που ο Ά­δης μας θυ­μά­ται πιο συ­χνά κα­τα­λα­βαί­νω πιο κα­λά τι πά­ει να πει «τοις εν τοις μνή­μα­σι». Εί­ναι μου φαί­νε­ται οι μυ­ριά­δες στρα­τι­ές α­πο­λύ­τως μο­να­δι­κών και α­νε­πα­νά­λη­πτων προ­σω­πι­κο­τή­των στην αγ­κα­λιά του Θε­ού, πλά­ι στους αγ­γέ­λους. Κι ό­σο κα­τα­λα­βαί­νω το «τοις εν τοις μνή­μα­σι», άλ­λο τό­σο με­γα­λώ­νει η ελ­πί­δα μου για την α­πέ­ραν­τη α­γά­πη του ου­ρά­νιου πα­τέ­ρα μας που πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τον κα­θέ­να μας α­γα­πά­ει και πο­νά­ει το κά­θε πλά­σμα του ξε­χω­ρι­στά. Άλ­λο τό­σο με­γα­λώ­νει η ελ­πί­δα μου για το υ­πέρλογο γε­γο­νός της Α­να­στά­σε­ως.

«Άν­τε παι­δί μου, την ευ­χή μου, την ευ­χή του Χρι­στού και της Πα­να­γί­ας»

Γεια σου κυ­ρά-Α­λε­ξάν­δρα! Μαυ­ρο­φο­ρε­μέ­νη ό­πως μα­κραί­νεις, με τη με­γά­λη σου καρ­διά που την λεί­α­νε ο πό­νος, βάλ­σα­μο έ­γι­νες στη ρου­τί­να της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τάς μου. Γεύ­ση αι­ω­νι­ό­τη­τας η μορ­φή σου σή­με­ρα. Άγ­γε­λος Κυ­ρί­ου το πέ­ρα­σμά σου απ το διά­βα μου. Άμ­πο­τε ν’ αν­τα­μω­θού­με με το κα­λό μί­α μέ­ρα και στον Πα­ρά­δει­σο… Α­μήν!

http://www.paterikiorthodoxia.com/2015/05/ep-elpidi-anastasews.html

«΄Επεσα πάτερ. Τι να κάνω;»

΄Ενας μοναχός εξωμολογήθηκε στον Αββά Σισώη:

«΄Επεσα πάτερ. Τι να κάνω;»
«Σήκω», του είπε, με τη χαρακτηριστική του απλότητα ο άγιος Γέροντας.
«Σηκώθηκα Αββά μα πάλι έπεσα στην καταραμένη αμαρτία», ομολόγησε με θλίψη ο αδελφός.
«Και τι σε εμποδίζει να ξανασηκωθείς;»
«Ως πότε Αββά» ρώτησε ο αδελφός.
«΄Εως ότου να σε βρή ο θάνατος ή στην πτώση ή στην έγερση. Δεν είναι γραμμένο όπου ευρώ σε, εκεί και κρινώ σε; Μόνο εύχου στο Θεό να βρεθείς την τελευταία σου στιγμή σηκωμένος με την αγία μετάνοια.» του εξήγησε ο Αββάς Σισώης.

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΕΔΙΝΕ

«Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια μηλιά που αγαπούσε ένα αγοράκι». Έτσι αρχίζει αυτό το όμορφο παραμύθι που το διαβασμά του αφήνει τη γεύση μιας αξέχαστης ευαισθησίας. Κάθε μέρα το αγόρι πήγαινε στη μηλιά κι έτρωγε τα μήλα της, έκανε κούνια απ τα κλαδιά της, σκαρφάλωνε στον κορμό της… κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη. Μα όσο το αγόρι μεγάλωνε, τόσο περισσότερα ζητούσε απ το δέντρο και το δέντρο έδινε, έδινε, έδινε αδιάκοπα…

Πόλη, Κωνσταντινόπολη, του Κωνσταντίνου Πόλη»

Όντε τη θεμελιώνανε οι άγγελοι την Πόλη,
 
που τ’ Άγιον Όρος το νερό κι απού τη Χιο το χώμα
 
κι απού την Αντριανόπολη παίρνουν τα κεραμίδια.
 
Κι απείς την αποχτίσανε οι άγγελοι την Πόλη,
 
στέκου και συντηρούν τηνε κι αποθαμάζουνταί τη:
 
«Και πώς να τήνε βγάλωμε, και πώς να τήνε λέμε; 
 
Πόλη, Κωνσταντινόπολη, του Κωνσταντίνου Πόλη»
[Κρητικά Δημοτικά Τραγούδια των βυζαντινών χρόνων]http://proskynitis.blogspot.gr/

ΙΕΡΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΑΓΙΩΝ ΣΤΗΝ ΒΕΝΕΤΙΑ: Η ΑΓΙΑ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΛΕΝΗ.

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗ ΨΗΦΙΔΩΤΟ ΤΟΥ 13ου ΑΙΩΝΑ ΣΤΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΒΕΝΕΤΙΑ

ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΕΛΕΝΗΣ.

Ή παρουσία του σκηνώματος της αγίας Ελένης της Ισαποστόλου στη Βενετία εναλλάσσεται με τις παραδόσεις και αξιώσεις της μίας και της άλλης Ρώμης, δηλαδή της Ρώμης και της Κωνσταντινουπόλεως, πού είναι έμμεσα αντιμέτωπες, επειδή δέχθηκαν το λείψανο της πρώτης ήγεμονίδος της Ρωμαϊκής Χριστιανικής αυτοκρατορίας. Όντως ή Βενετσιάνικη παράδοση χαρακτηρίζεται ως πολιτιστική και λατρευτική συνέχεια της Κωνσταντινουπολίτικης. Ό Νικηφόρος Κάλλιστος μας μαρτυρεί όντως την Κωνσταντινουπολίτικη αξίωση που αναφέρεται στη μετακομιδή του ιερού λειψάνου της βασίλισσας μαζί με την βασιλεία από την Αρχαία στη Νέα Ρώμη, δύο χρόνια μετά την κοίμησή της, για να τοποθετηθεί στο αυτοκρατορικό μαυσωλείο.

Ή παρουσία του σκηνώματος της, το έτος 1204 μ.Χ., στο ναό των Άγιων Αποστόλου Κωνσταντινουπόλεως μαρτυρείται από τον ROBERT DE CLERI και είναι διαφορετική από την μαρτυρία του Ανδρέα DANDOLO, ύ όποιος αναφέρεται σε ένα μοναστηριακό προσκυνηματικό ναό της Κωνσταντινουπόλεως, αφιερωμένο στην Άγια, από τον όποιο εκλάπη το ιερό λείψανο. Παρ` όλα αυτά ή ουσία παραμένει ή ίδια: το ιερό λείψανο φυλάσσεται στην Κωνσταντινούπολη.

Από εκεί. το όγδοο έτος εξουσίας του δόγη PIETRO ZIANI (1211-1212), κατά τα γεγονότα πού επακολούθησαν μετά την Δ’ Σταυροφορία και την Λατινική αυτοκρατορίας, οι Βενετοί πρέπει να το αφαίρεσαν διά χειρός κάποιου ΑICARDO, πού ήταν «REGULARIS CANONICUS VETETUS», για να το μεταφέρουν στο ομώνυμο Βενετσιάνικο μοναστήρι, το όποιο φαίνεται να είναι του AICARDO . Ήδη, κατά το 15ο αιώνα, ό Ρώσος προσκυνητής Ζωσιμάς μας πληροφορεί για τον τάφο της Άγιας Ελένης, χωρίς όμως να μιλάει για το λείψανο της Άγιας στους Άγιους Αποστόλους .

Επειδή, σύμφωνα με την αφήγηση του Corner, Η μεταφορά του λειψάνου στη Βενετία μαζί μ’ ένα τμήμα του Τιμίου Σταυρού πού ευρέθη από την Άγια θα αποδοθεί σ’ ένα άλλο πρόσωπο, αυτή την φορά ένα μέλος της οικογένειας moro, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι και αυτό το λείψανο, όπως και άλλα κατά την διάρκεια της Λατινοκρατίας στην Ανατολή, πρέπει να παρέμεινε για κάποιο χρονικό διάστημα σε κάποια Βενετσιάνικη εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Το υπόλοιπο της αφηγήσεως του Βενετού πατρικίου ακολουθεί τα πιο στερεότυπα πρότυπα των διηγήσεων μετακομιδής: το πλοίο πού μεταφέρει στη λιμνοθάλασσα το ιερό φορτίο δεν φθάνει στη δουκική βασιλική του Αγίου Μάρκου, όπου σ’ ένα νέο Αποστολείο ό Moro θα ήθελε να τοποθετήσει το λείψανο της βασίλισσας Ισαποστόλου, αλλά πέφτει σε μια ξέρα και δεν κινείται πια μέχρις ότου το σκήνωμα να βγει σ` εκείνο τον τόπο , τη νήσο της Άγιας Ελένης, όπου μέχρι τώρα υπάρχει ή εκκλησία πού είναι αφιερωμένη στην Αγία .

Το έτος 1807 μ.Χ., με τη Ναπολεόντεια κατάργηση του Όλιβετανού μοναστηρίου της Άγιας Ελένης, το ιερό λείψανο μετακομίσθηκε προσωρινά στον Άγιο Πέτρο του Castello, για να επιστρέψει κατόπιν στην πρωταρχική του θέση, εκεί όπου ευρίσκεται ακόμη: σε μια λάρνακα από γυαλί, κάτω από την αγία Τράπεζα του παρεκκλησίου ΒORROMEO.. Το ιερό λείψανο αποτέλεσε αντικείμενο αναγνωρίσεως το 1929 και το 1991 .

ΒΙΒΛΙΟΓ. ΙΕΡΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΑΓΙΩΝ ΤΗΣ ΚΑΘ` ΗΜΑΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΣΤΗΝ ΒΕΝΕΤΙΑ.

 

http://apantaortodoxias.blogspot.gr/2011/04/3_17.html