Είμαστε χρεωμένοι με πνευματική κληρονομιά. Δεν μας σώζει καμιά δικαιολογία

Γέροντας Βασίλειος Ιβηρίτης

…Η θέση μας είναι προνομιακή και επικίνδυνη. Έχει καθοριστεί απ΄ αυτούς που μας γέννησαν, και δεν μπορούμε να κάνωμε ότι μας κατέβει.

Δεν μπορούμε ατιμωρητί οι Ορθόδοξοι Έλληνες να παιδιαρίζωμε, στηριζόμενοι σ΄ οποιαδήποτε δικαιολογία ή, περισσότερο, να αυθαδιάζωμε.

Αν αυτοί που προηγήθηκαν ημών και έζησαν και τάφηκαν σε τούτα τα χώματα, αυτοσχεδίαζαν κάνοντας το κέφι τους, τότε θα μπορούσαμε και εμείς να συνεχίσωμε αυτοσχεδιάζοντας.
Αν όμως έζησαν διαφορετικά· αν αποφάσισαν να πεθάνουν, και έτσι έζησαν· αν ο τρόπος της ζωής τους ήταν απόφαση θανάτου· αν όλη τους η δημιουργία, το ήθος, ο λόγος, τα έργα, η μορφή, η χειρονομία, το ορατό και αόρατο εξ αυτών είναι γεννημένο εκ του θανάτου, από τη θυσία όλων, για να γεννηθεί κάτι καλύτερο, άλλης φύσεως, άλλης υφής, για τους άλλους, για μας όλους· τότε δεν μπορούμε ατιμωρητί να αυτοσχεδιάζωμε, να κάνωμε πρόβες, να παίζωμεν εν ου παικτοίς.

Αν δεν έχτιζαν την Αγια-Σοφιά όπως την έχτισαν, να χωρά τον κάθε άνθρωπο και την οικουμένη.

Αν δεν είχαν φτιάξει το Άγιον Όρος όπως το έφτιαξαν, για να σώζεται όλος ο άνθρωπος και να αδελφώνονται οι λαοί.

Αν δεν είχε θεολογήσει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς όπως θεολόγησε, ανακεφαλαιώνοντας την πείρα και τη ζωή της Ορθοδοξίας, σβήνοντας τη δίψα του σημερινού βασανισμένου νέου ανθρώπου.

Αν δεν είχαν αγωνιστεί, κλάψει, υπομείνει, προσευχηθεί, θυσιαστεί τόσοι άγνωστοι στα βουνά, στα νησιά και στις πόλεις. Αν δεν είχαν στα τραγούδια, στη ζωή και στα ήθη τους αυτή την ανθρωπιά που σε σφάζει.

Αν δεν ήσαν γενάρχες του νέου Ελληνισμού ένας άγιος Κοσμάς και ένας Μακρυγιάννης.

Αν δεν υπήρχαν όλα αυτά στο αίμα μας, τότε θα μπορούσαμε να κάνωμε ότι μας κατέβει.

Τώρα δεν είναι έτσι. Τώρα βρισκόμαστε εν τόπω και χρόνω αγίω. Δεν μπορούμε να είμαστε επιπόλαιοι. Δεν ανήκομε στον εαυτό μας. Ανήκομε σ΄ αυτούς που μας γέννησαν, και σ΄ όλο τον κόσμο. Είμαστε χρεωμένοι με πνευματική κληρονομιά. Δεν μας σώζει καμιά δικαιολογία. Και όλα να τα πετάξωμε από το σχολείο, τα αρχαία, τα νέα, τα ιερά και τα όσια, δεν μπορούμε να δικαιολογηθούμε σε κανέναν, να απαλλαγούμε, ούτε να ξεχάσωμε το χρέος μας. Δεν μπορούμε να στοιχειοθετήσωμε κανένα άλλοθι.

Θα έχωμε να αντιμετωπίσωμε αυτούς που προηγήθηκαν και αυτούς που έρχονται.

Τα ψεύτικά μας καμώματα θα μας πετάξουν κατά πρόσωπο. Γιατί κάποτε θα ξυπνήσουν αυτοί οι μικροί, που θα πούνε όχι στο ψέμα, στην επιπολαιότητα, στην παραχάραξη, στην πλαστογραφία, στην προδοσία, που χαλκεύεται εγκληματικά και θρασύδειλα με εκπαιδευτικά προγράμματα, αναγνωστικά βοηθήματα, οπτικοακουστικές εκπομπές.

Και αυτοί που θα πουν όχι θα έχουν απροσδιόριστες δυνάμεις που ξεπερνούν αυτούς τους ίδιους. Θα είναι μαζί τους τα πνεύματα των περασμένων και τα διψασμένα παιδιά όλου του κόσμου…

πηγή_

Από το βιβλίο: Το Άγιον Όρος και η παιδεία του γένους μας (Ιερά Μονή Ιβήρων Αγίου Όρους)

trelogiannis

Εγω πατήρ, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος…

7328_1063092797498_1831341672_125555_2565342_n.jpg
 
Εγώ πατήρ, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος, εγώ οικία, εγώ τροφεύς, εγώ ιμάτιον, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιος, παν όπερ αν θέλεις εγώ. Μηδενός εν χρεία καταστείς. Εγώ δουλεύσω.
Ήλθον γαρ διακονήσαι, ου διακονηθήναι. Εγώ και φίλος και ξένος και κεφαλή και αδελφός και αδελφή και μήτηρ. Πάντα εγώ.
Μόνον οικείως έχε προς εμέ. Εγώ πένης δια σέ και αλήτης δια σέ, επι σταυρού δια σέ, άνω υπέρ σου εντυγχάνω τω Πατρί κάτω υπέρ σου πρεσβευτής παραγέγονα παρά του Πατρός.
Πάντα μοι σύ και αδελφός  και συγκληρονόμος και  φίλος και  μέλος.
                                            
                                                 Τι πλέον θέλεις;

Αγιος Ιωάννης ο  Χρυσόστομος

Μπορεί η θρησκεία να γεννήσει τη βία;

Μητρ. Σισανίου και Σιατίστης Παύλος

Ἡ ματιά μου στό θέμα εἶναι ἡ ματιά ἑνός Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ καί δή ἱερωμένου. Μιά διευκρίνιση πού ἴσως βοηθήσει τήν σκέψη ὅλων. Δέν πιστεύω σέ καμμιά θρησκεία, ἀκόμη καί τήν χριστιανική. Δέν πιστεύω σέ καμμιά ἰδεολογία. Ἀγαπῶ τήν ζωή καί αὐτό μέ ὁδήγησε στήν Ἐκκλησία.

Τό ἐρώτημα γιά τό Θεό εἶναι ἕνα πανανθρώπινο ἐρώτημα. Ἡ Θρησκεία εἶναι κάτι τό ἀνθρώπινο, ἀλλά τήν ἴδια στιγμή κάτι τό πάρα πολύ σημαντικό καί ἀσφαλῶς καθόλου εὐκαταφρόνητο. Τό πλῆθος τῶν Θρησκειῶν ἐπιβεβαιώνει μιά μεγάλη ἀλήθεια. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος διαρκῶς ἀναζητᾶ τόν Θεό, δέν μπορεῖ νά ζήσει χωρίς αὐτόν γιατί ὁ Θεός συνιστᾶ δομικό στοιχεῖο τῆς ὕπαρξης του. Ἡ θρησκευτική ἀναζήτηση ἔχει τήν ἴδια ἡλικία μέ τό ἀνθρώπινο γένος. Ἡ μαρτυρία τοῦ δικοῦ μας ἱστορικοῦ Πλουτάρχου εἶναι πολύ χαρακτηριστική.

Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι κάτι ἀνθρώπινο, ἀλλά μιά Θεανθρώπινη πραγματικότητα. Εἶναι πρόσκληση γιά κοινωνία τοῦ Προσωπικοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο καί κλήση γιά μετοχή καί ἀλληλοπεριχώρηση. Τό περιεχόμενο τῆς κοινωνίας, ἡ οὐσία τῆς κοινωνίας εἶναι ἡ ἀγάπη. Ὁ Χριστός σχολιάζοντας τήν δήλωση τοῦ Πέτρου ὅτι «ἐσύ εἶσαι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» σημείωσε ὅτι ἐπάνω σέ αὐτή τήν ἀλήθεια θά οἰκοδομήσει τήν Ἐκκλησία Του, ὄχι τήν θρησκεία του, καί ὅτι οὔτε οἱ πύλες τοῦ Ἅδη δέν θά καταλύσουν αὐτήν. Ὁ Χριστός δέν μίλησε τυχαῖα, οὔτε χρησιμοποίησε τυχαῖες λέξεις.

Εἶναι πάρα πολύ εὔκολο ἡ θρησκεία ἀπό μία ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ νά μετατραπεῖ σέ ἰδεολογία, σέ ταμπέλα, σέ προσωπικό ἀνέξοδο βόλεμα, σ’ ἕνα κατεστημένο, ὁπότε κατ’ ἀρχήν παύει νά εἶναι προσωπικό ἀγώνισμα. Γίνεται προμετωπίδα γιά ἄλλους στόχους. Τότε οἱ ἄλλοι γίνονται οἱ ἀντίπαλοι πού πρέπει ἴσως καί νά ἐξαφανιστοῦν. Ἡ βία εἶναι τό ἀποτέλεσμα καί ὁ καρπός αύτῆς τῆς διαστρέβλωσης.

Ἀναμφισβήτητα καί ἡ Ἐκκλησία ἀπό δρόμος Θεώσεως μπορεῖ νά μετατραπεῖ σέ ἰδεολογία καί εἶναι ἀπολύτως σωστό αὐτό πού ἔχει λεχθεῖ ὅτι ἡ μεγαλύτερη ἁμαρτία τῶν χριστιανῶν εἶναι ἡ θρησκειοποίηση τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι εὔκολο πρᾶγμα νά εἶσαι θρησκευτικός ἄνθρωπος, εἶναι πολύ δύσκολο νά εἶσαι ἐκκλησιαστικός ἄνθρωπος. Στήν πρώτη περίπτωση αὐτοδικαιώνεσαι καί τόν Θεό τόν χρειάζεσαι γιά νά πεῖ στούς ἄλλους πόσο «καλός» εἶσαι ἐσύ. Δέν διστάζεις μάλιστα νά κάνεις καί τήν σύγκριση τή δική σου μέ τούς ἄλλους γιά νά δείξεις πόσο πολύ ὑπερέχεις ἐσύ. Πρόκειται γιά τόν κλασσικό τύπο τοῦ Φαρισαίου τῆς Παραβολῆς.

Τότε ξιφουλκεῖς ἐναντίον ὅσων δέν συμφωνοῦν μέ ἐσένα, ἀπαιτεῖς ἀπό τούς ἄλλους ὅταν ἐκφράζονται νά χρησιμοποιοῦν μόνο τή δική σου γλῶσσα καί ὁρολογία. ἐπιτηδεύεσαι ἰδιαίτερα νά τοποθετεῖς «ταμπέλες» στούς ἄλλους, εἶσαι τελικά βασικός ἐκφραστής μιᾶς λεκτικῆς κατ’ ἀρχήν βίας πού δέν ἀπέχει πολύ ἀπό τό νά ἀποκτήσει καί ἄλλες ἐκφράσεις. Ὑποτιθέμενοι ὀρθόδοξοι χριστιανοί καί δῆθεν ἀγωνιστές ἐπιδόθηκαν μέ ἰδιαίτερο ζῆλο στήν ἄσκηση μιᾶς τέτοιας συμπεριφορᾶς κατά παντός διαφωνοῦντος καί δέν δίστασαν νά ἀμφισβητήσουν τήν ὀρθότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς τους στάσεως ἀκόμη καί ἀπό μορφές ὅπως ὁ ἅγιος Πορφύριος καί ὁ μακαριστός Γέρων Ἰάκωβος γιά νά μιλήσω μόνο γιά περιπτώσεις πού τίς γνωρίζω καλά. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά στίς εὐλογημένες αὐτές μορφές τῆς Ἐκκλησίας ποτέ δέν εἴδαμε συμπεριφορές, λόγους ἐκφράσεις καί πρό παντός μιά ἀδίστακτη νοοτροπία πού φθάνει μέχρι καί τήν συκοφαντία.

Ἡ ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ ὡς δρόμος ὑπέβασης τοῦ θανάτου καί θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕνα προσωπικό ἀγώνισμα πού κατ’ἀρχήν ἀπό τήν φύση του δέν μπορεῖ ποτέ νά στραφεῖ ἐναντίον κανενός ἄλλου ἀνθρώπου, ἀσκεῖται μέσα στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί ἀναπτύσσεται μέσα σέ μιά φιλική ἤ καί ἐχθρική κοινωνία χωρίς νά ἐξαναγκάζει κανέναν καί πού ἡ ἀντίσταση εἶναι τό μαρτύριο.

Δέν μπορεῖ λοιπόν σέ καμμία περίπτωση ἡ Ἐκκλησία νά ἔχει σχέση μέ τή βία ἤ νά ἀνέχεται τή βία σάν τρόπο διεκδίκησης ἤ ἀντιμετώπισης μεταξύ προσώπων ἤ ὑπεράσπισης τῆς πίστεως τοῦ χριστιανοῦ. Ἕναν ἄπιστο, ἕναν ἄθεο δέν μπορῶ νά τόν βρίσω στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Τόν λυπᾶμαι σάν ἄνθρωπο καί προσεύχομαι γι’αὐτόν. Ἡ ἀντίσταση τῶν χριστιανῶν στούς πολεμίους τῆς πίστης τους, δέν ἦταν οὔτε ἡ λεκτική οὔτε ἡ σωματική βία, ἀλλά τό μαρτύριο.

Ἔχουμε δύο βασικά καί πολύ καθαρά δεδομένα. Οἱ μάρτυρες δέχθηκαν τό μαρτύριο, ἀλλά δέν ἄσκησαν καμμία βία ἀπέναντι στούς διῶκτες ὄχι γιατί δέν μποροῦσαν ἴσως, ἀλλά γιατί μιά τέτοια βία ἀκύρωνε τόν δικό τους ἀγῶνα γιά τήν θέωση. Ἴσως ἀκόμη πρέπει νά διερευνήσουμε μήπως ἡ ἀπαίτηση τῆς ὑπακοῆς ἀποτελεῖ σέ κάποιες περιπτώσεις μιά μορφή βίας μέ στόχο τήν ἐξουσία ἀπέναντι στόν ἄλλο. Ἡ ὑπακοή εἶναι πράξη ἐλευθερίας καί δέν ἐπιβάλλεται, ἀλλά ἐπιλέγεται κατ’ἀρχήν καί ἀσκεῖται μετ’ἐπιμελείας ἀπό τόν ἐλευθέρως ὑπακούοντα. Σήμερα στό ὄνομα τῆς ὑπακοῆς συγκροτοῦμε ὁμάδες ὑποτακτικῶν ὅπου ἡ ὑπακοή εἶναι ὑπερτέρα καί αὐτοῦ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί εὑρισκόμαστε στό κατώφλι νέων δεινῶν αἱρέσεων. Πρόκειται γιά ὁμαδοποιήσεις πού ἐπιτυγχάνονται μέσω μιᾶς βίας καί ἐξουσιαστικῆς διαθέσεως τήν ὁποία βαπτίζουμε ὑπακοή.

Οἱ νέοι Ἅγιοι καί ἀναφέρομαι μόνο σ’αυτούς γιατί τούς γνωρίσαμε, τήν μόνη βία πού ἄσκησαν ἦταν μόνο στόν ἑαυτό τους. Ἡ ἡρεμία τους ὡς καρπός κοινωνίας μέ τόν Θεό ἀπέκλειε τήν βία. Οἱ ἅγιοι δέν ἔβρισαν οὔτε τούς ἄθεους, οὔτε τοὐς ὀλιγόπιστους, οὔτε τούς ἁμαρτωλούς, οὔτε κἄν τούς διῶκτες τους. Δέν ὑπερασπίσθηκαν τόν Θεό καί τήν ἀγάπη τους πρός Αὐτόν διώκοντας τοὐς ἀπίστους.

Τή βία τή γεννάει ἡ ἀνασφάλεια, ὁ φανατισμός, πού σημαίνει ἀρρωστημένη πίστη. Ἡ ἀληθινή πίστη ἐλευθερώνει τό πρόσωπο καί γι’ αὐτό μπορεῖ νά σέβεται καί τό πρόσωπο τοῦ ἄλλου.

Ἡ βία ἐπί τῆς οὐσίας εἶναι ταυτισμένη μέ τήν ἀθεῒα γιατί ὑπερασπίζεται τόν θεοποιημένο ἐγωϊσμό τοῦ ἀνθρώπου κάτω ἀπό τό ἔνδυμα τῆς ὁποιασδήποτε ἰδεοληψίας. Ἡ βία στό ὄνομα τῆς θρησκείας εἶναι ἐπίσης καρπός ἀνασφάλειας καί ψευδοῦς σχέσης, ἀπουσία ἀληθινῆς ἐμπιστοσύνης στόν Θεό.

Ὁ Χριστός μᾶς ἔδειξε ὅτι ὁ ἀληθινός Θεός δέν ζητᾶ ὀπαδούς, ἀλλά φίλους καί οἰκείους πρός μετοχήν καί κοινωνίαν. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι καί ὁ Ἅγιος Πορφύριος καί ὁ Ἅγιος Λουκᾶς ὁ ἰατρός ἐπετίμησαν μέ αὐστηρότητα ὅσους περιφρονοῦσαν τήν πίστη ἄλλων. Μπορῶ νά καταλάβω τήν βία πού ἀσκοῦν ἄλλες θρησκεῖες, ΔΕΝ θά καταλάβω ὅμως ποτέ τήν βία λεκτική ἤ ἁποιαδήποτε ἄλλη τῶν χριστιανῶν καί δή τῶν Ὀρθοδόξων.

Ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος δίνει ἕνα ὁρισμό τῆς Θρησκείας λέγοντας: «Θρησκεία καθαρά καί ἀμίαντος παρά τῷ Θεῷ καί Πατρί αὕτη ἐστίν, ἐπισκέπτεσθαι ὀρφανούς καί χῆρας ἐν τῇ θλίψει αὐτῶν, ἄσπιλον ἑαυτόν τηρεῖν ἀπό τοῦ κόσμου». Εἶναι σημαντικό ὅτι ὁ ἅγιος Ἰάκωβος δίνει αὐτόν τόν ὁρισμό γιά νά ἐξηγήσει πόσο ἄχρηστη καί χωρίς περιεχόμενο καί πόσο κάλπικη εἶναι ἡ θρησκεία ἐκείνου πού νομίζει ὅτι θρησκεύει, ἀλλά δέν εἶναι ἱκανός νά συγκρατήσει τή γλῶσσα του. Ἀσφαλῶς ἰσχύει καί γιά ὅποιον μέ ἀσυγκράτητη γλῶσσα νομίζει ὅτι ὑπερασπίζεται τήν πίστη του ἤ τόν Θεό του. Ἀπό τήν ἄλλη τό περιεχόμενο τῆς ἀληθινῆς θρησκευτικότητας, τῆς ἀληθινῆς σχέσης μέ τόν Θεό εἶναι ἡ ἄσκηση τῆς ἀγάπης καί ἡ ταπεινή διακονία τοῦ ἄλλου, ἐφόσον σύμφωνα μέ τήν πατερική διατύπωση «εἶδες τόν ἀδελφό σου, εἶδες Κύριον τόν Θεόν σου». Ἡ ἀληθινή θρησκευτικότητα ἀσκεῖται ὡς ἀγαπητική σχέση μέ τόν προσωπικό Θεό καί στό πρόσωπο τοῦ συγκεκριμένου ἀνθρώπου πού εἶναι εἰκόνα τοῦ ζῶντος Θεοῦ. Ἡ ἀληθινή θρησκευτικότητα δέν εἶναι ἰδεολογική πίστη, ἀλλά σχέση ἀληθινῆς ἐμπιστοσύνης. Ἡ ἀληθινή ἐμπιστοσύνη στόν προσωπικό Θεό δέν μπορεῖ νἀ ἀσκεῖται ὡς τυφλή πίστη, ὡς φανατισμός καί ὡς ἰδεοληψία. Ἡ ἀγάπη μου στό Θεό μεταμορφώνει τή δική μου τή ζωή, ἀλλά ὁ ἀληθινός Θεός ΔΕΝ ἔχει ἀνάγκη ἀπό τήν ὑπεράσπιση τή δική μου ἤ τοῦ ὁποιουδήποτε ἀνθρώπου καί μάλιστα στό ὄνομα Του. Ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ στόν Πέτρο στόν κῆπο τῆς Γεσθημανή δέν ἐπιτρέπει τήν παραμικρή παρερμηνεία. Οἱ φονταμενταλιστές ἀπό ὅπου κι’ἄν προέρχονται δέν μποροῦν νά μιλοῦν στό ὄνομα τοῦ Θεοῦ.

Σήμερα ἡ θρησκευτική βία, ἡ βία στό ὄνομα τῆς θρησκείας, γιά τήν ὑπεράσπιση τῆς καθαρότητας καί αὐθεντικότητάς της κάνει ἀπειλητικά τήν ἐμφάνιση της καί βρίσκεται στό κέντρο τῆς δημόσιας ζωῆς σέ ὅλο τόν κόσμο. Στό ὄνομα τοῦ Θεοῦ διαπράττονται τά χειρότερα, τά εἰδεχθἐστερα ἐγκλήματα σήμερα, ἄν καί πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι ὑπάρχουν καί δυνάμεις πολιτικές πού χρησιμοποιοῦν τίς θρησκεῖες γιά δικό τους στόχο καί χρεώνοντάς τες μέ κάτι πού δέν τούς ἀνήκει καί δή σέ ὅλες. Κάποιοι βρῆκαν τήν ἀφορμή γιά νά κατηγορήσουν γενικά τήν θρησκεία ὡς πρόξενο βίας ἐκφράζοντας ὅμως τήν δική τους βία ἀπέναντι στή θρησκεία. Ὑπάρχουν ὅμως μελετητές τοῦ φαινομένου πού διατυπώνουν τήν ἄποψη ὅτι ἡ ἐμφάνιση συστηματικῶν μορφῶν βίας ὀφείλεται στήν ἔλευση τοῦ πολιτισμοῦ καί στήν ἀλληλοεπίδραση μεταξύ κρατικῆς ἰδεολογίας, πολιτικῆς καί θρησκείας, ἕνα περίεργο καί λίαν εὔφλεκτο μεῖγμα. Τό πρόβλημα λοιπόν εἶναι πιο σύνθετο ἀπ’ ὅτι φαίνεται.

Τελικά ἡ θρησκεία καί ἡ βία εἶναι δύο ἐκρηκτικές δυνάμεις πού ὅταν ἑνωθοῦνε μεταξύ τους καί ἐκδηλωθοῦν ἀρνητικά, δημιουργοῦν τρομακτικές καταστάσεις. Τό χειρότερο δέ, ὅπως εἴπαμε, εἶναι ὅταν οἱ δύο δυνάμεις αὐτές κατευθύνονται ἀπό ἐξωγενεῖς δυνάμεις ὅπως εἶναι ἡ πολιτική, ὁ ἐθνοφυλετισμός καθώς καί ποικίλα οἰκονομικά συμφέροντα.

Θέλω νά τελειώσω τήν σύντομη αὐτή εἰσήγησή μου μέ τόν καθαρό λόγο τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερωνύμου: «Ἀποτελεῖ αὐτονόητο καί ἀπαράγραπτο δικαίωμα κάθε ἀνθρώπου νά ἀπευθύνεται ἐλεύθερα στόν Θεό του. Νά τόν τιμᾶ καί νά τόν λατρεύει σέ χώρους πού Τοῦ πρέπουν χωρίς προσκόμματα. Τό εὐρύτερο δικαίωμα τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας, εἶναι δικαίωμα θεμελιῶδες σέ κάθε εὐνομούμενη καί δημοκρατική Πολιτεία καί πρέπει νά χαίρει πάντα ἀναγνώρισης καί σεβασμοῦ. Ὅμως κάθε ἐκδήλωση βίας στό ὄνομα τῆς ὁποιασδήποτε Θρησκείας, ἀπ’ὅπου καί ἐάν προέρχεται, εἶναι ἀπόλυτα καταδικαστέα, γιατί πρωτίστως προσβάλλει βαθύτατα τόν ἴδιο τόν πυρήμα τῆς Θρησκείας καί μετατρέπει πιστούς ἀνθρώπους σέ ἀθύρματα πάσης φύσεως φονταμεταλιστῶν καί καιροσκόπων, πού οὐδόλως σέβονται τήν ἐλευθερία τοῦ προσώπου». Μία μόνο προσθήκη δική μου. Ἄν ὁποιαδήποτε θρησκεία δέν μπορεῖ νά ἔχει τήν παραμικρή σχέση μέ τήν βία, ἄν θέλει νά εἶναι θρησκεία, αὐτό ἰσχύει ἀπόλυτα μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί πίστη καί συνιστᾶ τό ἐναντίον, δηλαδή ἀκύρωση τῆς οὐσίας Της.

Η ομιλία του Σεβασμιωτάτου στο διεθνές διεπιστημονικό συνέδριο με θέμα: «Θρησκεία και Βία» έγινε στην Θεσσαλονίκη στις 27 Απριλίου 2015.

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Φώτη Ζαχαρίου.
πηγή κειμένου: blogs.auth.gr/moschosg/2015/04/27/μητροπολίτης-σισανίου-και-σιατίστης/

Το φρούριο

Το φρούριο». Ταινία αποκάλυψη. Είναι μια δοκιμασία για την ψυχή. Αν καταφέρεις να τη δεις έως το τέλος σημαίνει πως η κάρδια σου δεν έχει σκληρύνει ακόμα, δεν αποστασιοποιήθηκες από τον υπόλοιπο κόσμο κρυμμένος πίσω από ψηλούς τοίχους. Ταινία για το θαύμα. Θαύμα πραγματικό και όχι φανταστικό. Ταινία για τη θεραπεία των άρρωστων παιδιών και για την ίαση των ενήλικων. Στον κινηματογράφο πια η έννοια του ήρωα ταυτίζεται με σκληρότητα και μυϊκή δύναμη. Όμως βλέπετε πως γίνεται και αλλιώς. Ο ήρωας είναι αυτός που με τη δύναμη της καρδιάς μπορεί να κάνει το καλό. Εξάλλου υπάρχει τόσο λίγο καλό γύρω μας. Ακόμη δεν ξέρουμε τι είναι η ζωή. Είναι μια περίοδος εργασίας πριν από την αιωνιότητα ή μία απλή βολτούλα από το ένα σημείο στο άλλο;

Παραγωγή: 2007
Σκηνοθέτης: Μιχαήλ Σάδριν
Προβολή: ορθόδοξο τηλεοπτικό κανάλι «Γκλας»

Το 2009 η ταινία προβλήθηκε στο φεστιβάλ ορθόδοξης ταινίας και πήρε τα πρώτα βραβεία σε όλες τις κατηγορίες, με ομοφωνία κοινού και επιτροπής.

Τα γυρίσματα διήρκεσαν ένα χρόνο στο μοναστήρι Σβιάτο-Βαζνεσένσκι (Της Αναλήψεως) στα σύνορα με την Ρουμανία. Ο σκηνοθέτης μας δίνει την ευκαιρία να αναθεωρήσουμε τις αξίες της ζωής, μέσα από τα παραδείγματα των μοναχών, εφαρμόζοντας καθημερινά την εντολή της αγάπης.

Τα κεντρικά πρόσωπα είναι: ο ηγούμενος του μοναστηριού (που έγινε ο πατέρας για 29 υιοθετημένα παιδάκια, έχοντας ήδη τρία δικά του, δύο αγόρια και ένα κορίτσι), η αδελφότητα και τα παιδιά από το μοναστηριακό ορφανοτροφείο (150 ορφανά), πολλά από τα οποία είναι βαριά άρρωστα.

Αυτή η ταινία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν ένα μεγάλο πνευματικό γεγονός. Μια ουράνια αγάπη εμφανίζεται πάνω στη γη.

Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα της ταινίας τα εξηγεί όλα:

«Σφίγγοντας τα δόντια μέχρι τριγμού, και τα χέρια μέχρι πόνου, χαίρε, διότι ζεις. Χαίρε με τη γαλαζόπετρα του ουρανού και με το ρουμπίνι της ηλιοβασιλέματος. Χαίρε με το μαργαρίτη της βρόχινης σταγόνας, διότι δεν μπορείς αλλιώς. Χαίρε με τη χαρά του πληγωμένου μαχητή, που κείται κάτω. Αν και η μάχη χάθηκε, η σημαία είναι ψηλά, και το όπλο δεν πετάχτηκε στη λάσπη, και δεν τρέχεις ντροπιασμένος, επειδή δεν έχεις πια πόδια… Και το μόνο που μένει είναι να πολεμάς μέχρι θανάτου. Και αν δεν μείνει πια τίποτα, χαίρε με μια άνωθεν χαρά για τον πλησίον σου. Χαίρε με την αγάπη των άλλων, χαίρε με τα γέλια των παιδιών που δεν είναι δικά σου. Ακόμα και όταν είναι μαύρα σύννεφα παντού χαίρε. Στη βροχή και στη λάσπη χαίρε. Χαίρε και αγαλλιάσου, αψηφώντας το πόνο, διότι το όνομά σου είναι Άνθρωπος!»

Οι Αγιορείτες Άγιοι κατά των εχθρών της Αλήθειας

Γέροντος Μωυσέως Αγιορείτου

Στην παράδοση του Αγίου Όρους υπάρχει μια έντονη πολεμική κατά των αιρέσεων και ειδικότερα κατά του Παπισμού.

Στο παρών κείμενο θ’ αναφερθούμε κυρίως στην δράση των Αγιορειτών αγίων κατά των εχθρών της Αληθείας και της αγίας μητέρας μας Ορθόδοξης Εκκλησίας. Θεωρούμε ότι η πτυχή αυτή της αγιορείτικης ιστορίας και παραδόσεως δεν είναι τόσο γνωστή κι έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία και σημασία σήμερα.

Οι άγιοι δεκατρείς μάρτυρες της μονής Καντάρας (1231), που λέγεται πως ξεκίνησαν την άσκησή τους από τον ιερό Άθωνα, κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας στη Κύπρο, κλήθηκαν να αρνηθούν την πίστη τους από τους Λατίνους. Αγέρωχοι και απτόητοι υπέστησαν σκληρά βασανιστήρια και είχαν μαρτυρικό τέλος μένοντας σταθεροί στην ορθόδοξη  πίστη.
Ο κτήτορας της Αθωνικής μονής Χιλανδαρίου Άγιος Σάββας (1236), πρώτος αρχιεπίσκοπος των Σέρβων, στήριξε την ορθόδοξη πίστη και καταπολέμησε τις αιρέσεις με την γλυκύτητα της ακραιφνούς διδασκαλίας του, που είχε διδαχθεί από την μακρά παραμονή του στον Άθωνα.

Ο οσιομάρτυς Ιωάννης Δοχειαρίτης (1275), για την υποστήριξή των ορθών δογμάτων έναντι των Λατίνων στη Θεσσαλονίκη δέχθηκε διωγμούς, τους οποίους υπέμεινε άριστα. Για την ομολογία του υπέστη μαρτυρικό θάνατο από προδότη φιλενωτικό και λατινόφρονα μαθητή του. Το αυτό και ο μαθητής του Γρηγόριος Δοχειαρίτης(1275), ο οποίος έλαβε τον στέφανο του μαρτυρίου υπερασπιζόμενος απτόητα τα ορθόδοξα δόγματα.

Ο άγιος Ιωαννίκιος ο Α’ (1279), αρχιεπίσκοπος των Σέρβων, από ηγούμενος του Χιλανδαρίου, ποίμανε βάσει των ιερών Κανόνων το ποίμνιό του. Διαφύλαξε αλώβητη την ορθόδοξη πίστη. Δεν συμμετείχε στην κίνηση για την υποταγή της Ορθοδοξίας στον Καθολικισμό, που ενεργούσε ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος (1261-1282).

Ο Οσιομάρτυς Κοσμάς, Πρώτος του Αγίου Όρους (1279-1280) απαγχονίσθηκε από τους Λατινόφρονες στις Καρυές μη θέλοντας να υποκύψει στα λατινικά δόγματα. Μαζί του μαρτύρησαν πατέρες Καρυώτες, Κουτλουμουσιανοί, Ιβηρίτες, Βατοπεδινοί, Ζωγραφίτες και Ξενοφωντικοί.

Ο όσιος Νικηφόρος ο Ησυχαστής (13ος αιώνας) καταγόταν από την Ιταλία και άνηκε στον Ρωμαιοκαθολικισμό. Τον εγκατέλειψε χάριν της φιλτάτης Ορθοδοξίας και μέσω Βυζαντίου ήλθε στο Άγιον Όρος. Επειδή αντιτάχθηκε στην ένωση των Εκκλησιών, εξορίσθηκε από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγο, ο νηπτικός ομολογητής, Αγιορείτης όσιος.

Ο όσιος Γεράσιμος ο Σιναΐτης (1320), μαθητής του οσίου Γρηγορίου του Σιανΐτου (1346), μετά την έξοδό του από τον Άθωνα, περιήλθε την Ελλάδα ενισχύοντας τους πιστούς, βοηθώντας πολλούς να επιστρέψουν στην Ορθοδοξία. Το αυτό πράττουν οι συμμαθητές του Ιωσήφ «ο ορθοδοξότατος» και Νικόλαος «ο ομολογοτής», που δέχθηκε για την πίστη του φυλακίσεις και εξορίες.

Ο άγιος Νικόδημος αρχιεπίσκοπος Πεκίου (1325), αγωνίσθηκε ακούραστα για την εκρίζωση των αιρέσεων των Βογομίλων και την στερέωση της ορθοδόξου πίστεως και παραδόσεως. Το αυτό έργο εποίησε ο άγιος Δανιήλ ο Β’, αρχιεπίσκοπος των Σέρβων (1338).

Ο άγιος Θεόκλητος μητροπολίτης Φιλαδελφείας (1324/6) μεταβαίνοντας από τον Άθωνα στην Κωνσταντινούπολη ήλεγξε για την εκκλησιαστική του πολιτική τον αυτοκράτορα Μιχαήλ η’ τον Παλαιολόγο, με αποτέλεσμα να ριχθεί στη φυλακή. Ο επίσκοπος συνέχισε την ορθόδοξη διδασκαλία του σε όλη του τη ζωή απτόητα.

Ο άγιος Ισίδωρος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (U1350) διδασκάλους στον Άθωνα είχε τους αγίους Γρηγόριο Σιναΐτη και Γρηγόριο Παλαμά. Στη Θεσσαλονίκη, όπου στέλνεται να εργασθεί ιεραποστολικά, στέκεται στο πλευρό του αγίου Παλαμά και είναι ένας από τους πρώτους που πολεμά τον αιρετικό Βαρλαάμ. Ως πατριάρχης αποκατέστησε τον συνοδοιπόρο του στους αντιαιρετικούς αγώνες άγιο Παλαμά, τον οποίο χειροτόνησε μητροπολίτη Θεσσαλονίκης.

Ο όσιος Νείλος ο Εριχιώτης (1355/6) υπήρξε ομολογητής αγιορείτης και πολλές υπέστη από τους κακοδόξους εξορίες και θλίψεις για την ακρίβεια της πίστεώς του.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (1359) υπήρξε μέγας θεολόγος. Υποστήριξε το ορθόδοξο δόγμα με γνώση, πίστη και επιμονή. Κατατρόπωσε με τους υπέροχους λόγους του τους αιρετικούς Βαρλαάμ, Ακίνδυνο και Γρηγορά. Για το σθένος του υπέμεινε διωγμούς φυλακίσεις κι εξορίες. Αν δεν είχαμε τον άγιο Γρηγόριο, σήμερα θα είμασταν τουλάχιστον Ουνίτες. Γι’ αυτό τον μισούν οι Λατίνοι μέχρι σήμερα.

Ο όσιος Θεοδόσιος Τυρνόβου (1362/3) μετά την παραμονή του στον ιερό Άθωνα επιστρέφει στην πατρίδα του Βουλγαρία κι εγκαθίσταται στην μονή Κελιφάρεβα. Η μονή αποτέλεσε φάρο Ορθοδοξίας, κέντρο αντιαιρετικό, όπου ακτινοβολούσε στη Σερβία, Ουγγαρία και Βλαχία. Ο άγιος συχνά άφηνε την ησυχία, για να υπερασπίσει τα ορθόδοξα δόγματα, που κινδύνευαν από τους ακόλουθους των αιρετικών Βαρλαάμ και Ακινδύνου, τους Αδαμιστές, τους Βογομίλους και τους Εβραίους. Στη σύνοδο του 1359 της Βουλγαρίας πρωτοστάτησε κατά των αιρετικών κι έδωσε μεγάλη χαρά στους πιστούς για την νίκη της Ορθοδοξίας κατά της πλάνης και του ψεύδους των αιρέσεων.

Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος (1379) πήρε μέρος στις ησυχαστικές έριδες, στο πλευρό του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Έγραψε λόγους κατά του Ακινδύνου. Πήρε μέρος στη σύνοδο του 1351 για το ησυχαστικό ζήτημα και συνέταξε τον τόμο των πρακτικών της. Το 1368 συνοδικά αναγνώρισε την αγιότητα του Παλαμά. Υπήρξε βαθύς θεολόγος και υπεράσπισε με ακαταμάχητο σθένος την Ορθοδοξία. Εξουδετέρωσε τις προσηλυτιστικές προσπάθειες των Λατίνων. Τιμάται την Ε’ Κυριακή των Νηστειών ως φύλακας της Ορθοδοξίας.

Ο άγιος Μακάριος ο Μακρής (1431) μόνασε στη μονή Βατοπεδίου. Διά του γέροντός του Δαυίδ σχετίσθηκε με τον αυτοκράτορα Μανουήλ Β’ τον Παλαιολόγο. Ως ηγούμενος της μονής Παντοκράτορος Κωνσταντινουπόλεως εστάλη από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η’ τον Παλαιολόγο στην Ρώμη ως αντιπρόσωπός και διακρίθηκε για την άκαμπτη στάση του και το γνήσιο ορθόδοξο φρόνημά του. Έγραψε λόγο κατά της εκ του Υιού εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, όπου τονίζει τις σοβαρές μεγάλες διαφορές μεταξύ ορθοδόξων και Λατίνων.

Ο Διονυσιάτης άγιος Νήφων ο Β’ και Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1508), μετά την εκθρόνισή του και κατά την παραμονή του στη Βλαχία, έσωσε την ρουμάνικη Εκκλησία από την έντονη παπική προπαγάνδα, τις διάφορες αιρέσεις, δεισιδαιμονίες και ηθοφθορίες. Παρόμοιο έργο επιτέλεσε στην Ρωσσία ο Βατοπεδινός μοναχός όσιος Μάξιμος ο Γραικός (1556).

Ο άγιος Βασίλειος Όστρογκ ο θαυματουργός (1671) έζησε αρκετά στο Άγιος Όρος. Ως επίσκοπος στην πατρίδα του Σερβία προφύλαξε σθεναρά το ποίμνιό του από τους Ιησουΐτες, τη λατινική προπαγάνδα και την Ουνία.

Ο όσιος Ιερόθεος ο Ιβηρίτης (1745) δεν δίστασε να έρθει σε σύγκρουση με τον Μεθόδιο Ανθρακίτη, που δίδασκε «αλλόκοτα δόγματα και άθεα μαθήματα» της αιρέσεως του Μολίνου. Παραβρέθηκε και σε σύνοδο, για να στηλιτεύσει την «πανσπερμία των αιρέσεων» του Μεθοδίου. Σε όλη του τη ζωή υπερασπιζόταν την ορθόδοξη παράδοση και δογματική.

Ο ιερομάρτυς Κοσμάς ο Αιτωλός (1779), ο ακάματος Φιλοθεΐτης ιερομόναχος, δεν έπαυσε με αυστηρότητα να στηλιτεύει τα λάθη των Λατίνων και των Εβραίων στα πύρινα κηρύγματά του. Μαρτύρησε από το μίσος των Εβραίων και των Οθωμανών.

Οι άγιοι Κολλυβάδες Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1794), Μακάριος Νοταράς (1805), Νικόδημος Αγιορείτης (1809), Νήφων ο Χίος (1809) και Αθανάσιος ο Πάριος (1813) στους λόγους τους, στις συγγραφές και στα έργα τους υποστηρίζουν με σθένος και βαθειά γνώση την Ιερά παράδοση, τους Ιερούς Κανόνες, τα απαράβατα δόγματα της Εκκλησίας μας. Στιγματίζουν τις πλάνες τις εκτροπές, τα σχίσματα, τις αιρέσεις, τους άθεους.

Οι ένδοξοι νεομάρτυρες, οσιομάρτυρες και ιερομάρτυρες Αγιορείτες υπογράφουν με το αίμα τους την ακέραιη πίστη τους στο ορθόδοξο δόγμα και δεν διστάζουν με τόλμη και αφοβία να μιλήσουν για το ψεύδος του Ισλαμισμού και του Ιουδαϊσμού.

Τα παραπάνω στοιχεία λαμβάνουμε από λίαν προσεχώς εκδιδόμενο και από αρκετών ετών ετοιμαζόμενο έργο μας οι Άγιοι του Αγίου Όρους, οι οποίοι να πρεσβεύουν υπέρ της σεμνής, συνεπής, διακριτικής κι σώφρονης υποστήριξης της παραδοσιακής ορθόδοξης γραμμής των αγίων πατέρων μας, από όλους μας σήμερα. Σε καιρούς έξαρσης του επάρατου οικουμενισμού και του πονηρού συγκρητισμού χρειάζεται διακριτική αντίσταση και αντίδραση. Όταν ο Πάπας διακηρύσσει ότι είναι ο μόνος εκπρόσωπος του Θεού και πατέρας και ποιμένας όλων των χριστιανών του κόσμου, δεν μπορούμε να τον ονομάζουμε «άγιο αδελφό»…
πηγή