Τρίκαλα: Το Πάσχα σε Ιερές Μονές των Μετεώρων και άλλα μοναστήρια

Τρίκαλα: Το Πάσχα σε Ιερές Μονές των Μετεώρων και άλλα μοναστήρια

Τις τελευταίες δεκαετίες, η Μοναστική Πολιτεία των Αγίων Μετεώρων γνωρίζει μία αναδημιουργία σε όλα τα επίπεδα, τόσο στην εγκαταβίωση νέων μοναχών και την κοινοβιακή ζωή και οργάνωση των Ιερών Μονών όσο και στην κτιριακή ανασυγκρότησή τους. Η Αγιομετεωρίτικη Μοναστική Κοινότητα και γενικότερα το περιεχόμενο της Αγιομετεωρίτικης Κληρονομιάς γίνονται πρεσβευτές ορθοδοξίας, ελληνισμού, παιδείας, ιδανικών και πολιτισμού σε όλο τον κόσμο.

 Τη Μεγάλη Πέμπτη, στο Βαρλαάμ, όταν χτυπά η καμπάνα γύρω στις επτά οι πιστοί αρχίζουν την ανάβαση στον ιερό βράχο, αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Καλύβας. Οι δώδεκα ευαγγελικές περικοπές εξιστορούν την πορεία του Θεανθρώπου προς τον Γολγοθά, ώσπου ακούγεται το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου…», με τον ηγούμενο αρχιμανδρίτη Ισίδωρο να κρατά στα χέρια του τον Εσταυρωμένο. Μετά από λίγο ακούγεται το «Ήλι Ήλι λαμά σαβαχθανί» και το τετέλεσθαι του Θεανθρώπου μέσα από την ανάγνωση των Ευαγγελίων. Οι πιστοί κατεβαίνουν τα σκαλιά του μοναστηριού, πιστεύοντας πως, ίσως, βαθιά μέσα στην ψυχή τους συντελέσθηκε ένα θαύμα, μία μεταμόρφωση, ψυχική και πνευματική. Η ίδια ατμόσφαιρα επικρατεί και τη Μεγάλη Παρασκευή με το «Η Ζωή εν τάφω».

 Η Ανάσταση και η Λαμπρή στην Καλαμπάκα

Η πένθιμη Μεγάλη Παρασκευή, με το « Η Ζωή εν τάφω» και το «Ω γλυκύ μου έαρ», τελειώνει με την περιφορά των επιταφίων των τεσσάρων ενοριών (Αγ. Βησσαρίωνα, Αγ. Κωνσταντίνου και Ελένης, Κοιμ. Θεοτόκου και Οσίων Μετεωριτών Πατέρων) της Καλαμπάκας. Με το «Χριστός Ανέστη» που εκφωνεί ο μητροπολίτης Σταγών και Μετεώρων Σεραφείμ, οι καμπάνες ηχούν, πλέον, χαρμόσυνα, η εικόνα της εκκλησίας και των πιστών αλλάζει. Τη θλίψη διαδέχεται και η χαρά του Αναστάντος Χριστού. Ο οβελίας έχει την τιμητική του, όπως και τα κόκκινα αυγά, οι χοροί και τα τραγούδια, οι ανταλλαγές ευχών που κρατούν μέχρι το απόγευμα της ημέρας του Πάσχα.

 Άλλα μοναστήρια

Σύμφωνα με τον κ. Καλύβα, και τα υπόλοιπα μοναστήρια (Σταγιάδων, Χρυσίνου, Σιαμάδων, Αγ. Θεοδώρων, Βυτουμά) δίνουν την πνευματική αίγλη κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας. Ο επισκέπτης έχει τη μοναδική ευκαιρία να μεταλάβει αυτής της πνευματικότητας που καταυγάζουν αυτές τις άγιες μέρες τα Μετέωρα και τα άλλα μοναστήρια της περιοχής αλλά και να νιώσει την τοπική φιλοξενία σε ένα φυσικό περιβάλλον των χρημάτων και των αρωμάτων. Την Κυριακή του Πάσχα, η περιοχή μεταβάλλεται σε ένα απέραντο πανηγύρι, με το ψήσιμο του οβελία να αποτελεί επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Η Κυριακή του Πάσχα είναι, πράγματι, ημέρα της «λαμπρής» και της «πανηγύρεως» όπως είθισται να την αποκαλεί ο λαός μας.
Όμως, η «Πασχαλιά» πέρα από το θρησκευτικό μέρος έχει και την πολιτιστική της διάσταση και ο λαός μας μέσα από τον πλούτο των εκφάνσεών του έχει χαρακτηρίσει τις εκδηλώσεις αυτές «πασχαλιόγιορτα», τα οποία γνωρίζουμε από την αναφορά που κάνει στο βιβλίο «Λαογραφικά Καλαμπάκας» ο αείμνηστος Στέφανος Θανασούλας, στοιχεία των οποίων σώζονται μέχρι σήμερα. «… Με ζωγραφιστή στα πρόσωπα όλων την πασχαλιάτικη χαρά έστηναν τρανό χορό με «μπροστάρη» τoν δήμαρχο. Κοντά του οι προεστοί κι ακολουθούσαν κατά την ηλικία τους οι άντρες και τα ανύπαντρα παλικάρια.

Ύστερα πιάνονταν οι γυναίκες με τη σειρά κι αυτές κατά τα χρόνια τους. Κι ακολουθούσαν όλες μαζί στη σειρά οι νεόνυμφες στα νυφικά τους ντυμένες και κοντά κορίτσια της παντρειάς. όμορφα, με το φουστάνι που έραψαν για τη Λαμπρή. Γιατί έπρεπε να το φορέσουν στον χορό της Πουλιάνας, όπου πολλά νυφοδιαλέγονταν αυτές τις μέρες και γίνονταν αρραβωνιάσματα πολλά. Mε μικρότερα αγόρια και κορίτσια που μπαιναν κι εκείνα από κοντά έκλεινε ο τρανός γύρος, που πολλές φορές δίπλωνε.

Πιασμένοι όλοι από τα χέρια άρχιζαν τo χορό, τον ένα με τούτο το τραγούδι, τον άλλο με διαφορετικό, ενώ σε άλλον πιασμένοι όλοι από το μπράτσο αλλιώτικο έλεγαν τραγούδι. Άρχιζαν να τραγουδούν στίχο-στίχο πρώτα οι άντρες κι επαναλάμβαναν αμέσως τα ίδια οι γυναίκες».
Σήμερα, στον μικρό χώρο που απέμεινε πια στην Πουλιάνα, αρκετοί Καλαμπακιώτες στήνουν χορό αυτές τις γιορτινές μέρες, όχι όμως με την ανυπόκριτη χαρά και ξεγνοιασιά των παλιών καιρών.

Ἡ πνευματικὴ θύελλα τῆς Πανθρησκείας


Δὲν ὑπάρχει καλλίτερο παράδειγμα γιὰ νὰ ἀποδώσει τὴν πνευματικὴ κατάσταση τοῦ σημερινοῦ κόσμου ἀπὸ τὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου. Ὁ κόσμος ἔφυγε ἀπὸ τὸ πατρικό του σπίτι, ποὺ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, καὶ ζεῖ ἁμαρτωλὰ καὶ πλανεμένα μὲ θεὸ τὴ σάρκα καὶ τὸ χρῆμα. Ἐνάρετοι ἄνθρωποι χαρακτηρίζουν τὶς ἡμέρες ὡς «ἡμέρες Νῶε», διότι τότε, ὅπως καὶ σήμερα, σκεφτόντουσαν οἱ ἄνθρωποι μόνο τὰ γήινα καὶ τὰ σαρκικά.
Σήμερα ὁ κατακλυσμὸς τῆς ἁμαρτίας παρασέρνει πολὺ κόσμο. Ἡ ἁμαρτία, ἡ πλάνη καὶ ἡ κοσμικότητα πλημμυρίζουν τὰ πάντα: δουλειά, σπίτι, σχολεῖο, στρατό, ψυχαγωγία, ἐνημέρωση. Τρία εἶναι τὰ μεγάλα παράθυρα, ἀπὸ τὰ ὁποία εἰσέρχεται τὸ σκοτάδι, ὁ βοῦρκος καὶ ἡ ἁμαρτία: ἡ Τηλεόραση, τὸ Διαδίκτυο καὶ τὸ φορητὸ τηλέφωνο. Ἂς μὴ κοροϊδευόμαστε, παρὰ τὴν χρησιμότητά τους, ἡ πνευματικὴ ζημιὰ ποὺ κάνουν εἶναι ἀσύγκριτα μεγαλύτερη.
Ὅσο πᾶμε, τὰ πράγματα γίνονται καὶ πιὸ ἐπικίνδυνα. Οἱ μορφὲς τοῦ κακοῦ πληθαίνουν καὶ γίνονται πολλὲς φορὲς δυσδιάκριτες, διαφορετικὲς κάθε φορά. Ἄλλες εἶναι φανερές, ἄλλες πονηρὰ συγκαλυμμένες καὶ παραπλανητικές. Οἱ τελευταῖες εἶναι καὶ οἱ πιὸ ἐπικίνδυνες, διότι κάνουν τὸ μαῦρο ἄσπρο, τὸ ψέμα ἀλήθεια καὶ τὸ κακὸ καλό. Ὁ Χριστὸς μᾶς προειδοποίησε: «βλέπετε μὴ τὶς ὑμᾶς πλανήση».
Στὸν καιρό μας, πιὸ μεγάλο συγκαλυμμένο ψέμα ἀπὸ τὴν Πανθρησκεία δὲν ὑπάρχει. Τρώει ὕπουλα τὶς σάρκες τῆς μόνης ἀλήθειας, τοῦ ὀρθόδοξου χριστιανισμοῦ.
Πανθρησκεία δὲν εἶναι νὰ ἑνωθοῦν ὅλες οἱ θρησκεῖες σὲ μία. Αὐτὸ δὲν γίνεται εὔκολα ἀποδεκτό. Εἶναι κάτι πολὺ πιὸ πονηρό: Ὅλες θρησκεῖες σώζουν, ὅλες ἔχουν τὴν ἀλήθεια, καμία δὲν εἶναι ἡ ἀποκλειστικὴ ὁδὸς σωτηρίας. Σὲ ὅποια καὶ ἂν πιστεύεις, ἡ ὁδός της θὰ σὲ σώσει. Ἂν αὐτὸ ἦταν ἀλήθεια καὶ ὅλες οἱ θρησκεῖες σώζουν, ποιὸς ὁ λόγος νὰ σαρκωθεῖ ὁ Κύριός μας, νὰ προσλάβει τὸ φύραμά μας, νὰ σταυρωθεῖ ἑκουσίως καὶ μὲ τὸ αἷμα Του νά παράσχει στόν πετωκότα ἄνθρωπο δυνατότητα σωτηρίας; Ἡ Πανθρησκεία ἀκυρώνει τὸ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Διαψεύδει τὸ Εὐαγγέλιο.
Καὶ δικαιολογοῦν τὴν προώθηση τῆς Πανθρησκείας, ἀκόμη καὶ χριστιανοί, βασιζόμενοι (ἐπιφανειακὰ καὶ ψεύτικα) στὸν λόγο τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος λέγει ὅτι στὸ τέλος τῆς Ἱστορίας μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς μέχρι τώρα ὑπάρχοντες Χριστιανούς, θὰ πιστέψουν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἔθνη καὶ θὰ γίνει «μία ποίμνη, ἕνας ποιμένας», δηλ. ὁ Χριστός.
Ἡ Πανθρησκεία ὅμως δὲν λέγει ὅτι οἱ ἄνθρωποι πρέπει νὰ πιστέψουν στὸ Χριστό. Λέγει ὅτι ὁ καθένας θὰ πιστεύει ὅπου θέλει καὶ ὅλοι οἱ δρόμοι, δήλ. ὅλες οἱ θρησκεῖες καὶ ὅλοι οἱ θρησκευτικοὶ ἀρχηγοί, θὰ ὁδηγοῦν στὸν Παράδεισο πιασμένοι χέρι-χέρι. Συνέχεια

Επιτάφιος-Επιφάνια

 

1. Πού πέταξε τ΄αγόρι μου (Γιάννη Ρίτσου) 0:00
2. Χείλη μου μοσκομύριστο (Γιάννη Ρίτσου) 3:13
3. Μέρα Μαγιού μου μίσεψες (Γιάννη Ρίτσου) 6:28
4. Βασίλεψε αστέρι μου (Γιάννη Ρίτσου) 9:50
5. Ήσουν καλός κι ήσουν γλυκός (Γιάννη Ρίτσου) 13:04
6. Στο παραθύρι στέκοσουν (Γιάννη Ρίτσου) 16:08
7. Να’ χα τ΄αθάνατο νερό (Γιάννη Ρίτσου) 19:52
8. Γλυκέ μου εσύ που χάθηκες (Γιάννη Ρίτσου) 23:18
9. Στο περιγιάλι το κρυφό (Γιώργου Σεφέρη) 26:43
10. Κράτησα τη ζωή μου (Γιώργου Σεφέρη) 30:10
11. Άνθη της πέτρας (Γιώργου Σεφέρη) 32:32
12. Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές (Γιώργου Σεφέρη) 35:32 Διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης

Μοναχή Μόνικα …

SKAMMA EKKLHSIAS

Ένα  πολύ ενδιαφέρον βιβλίο τού πατρός Γρηγορίου, ηγούμενου τής Ιεράς Μονής Δοχειαρίου τού Αγίου Όρους γραμμένο σε γλαφυρή καί απλή γλώσσα…

«…Έφερε πάντα πολύτιμο περιδέραιο την διάκριση, την σιωπή και το ακατάκριτο. Διαμάντια πιο λαμπερά και από τον φωστήρα της ημέρας.

Την γνώρισα στα μέσα του ’50. Ερχότανε στην Πάτμο στον γέροντα Αμφιλόχιο όσο το γήρας της το επέτρεπε και γιόρταζε κοντά του το Πάσχα το καινό. Τα χρόνια εκείνα ήταν ο Ευαγγελισμός η πόλις Ιερουσαλήμ. Εκεί ανέβαιναν αι φυλαί, φυλαί Κυρίου να γιορτάσουν Πάσχα Κυρίου.
Ήταν υψίκορμη και λιπόσαρκη σαν δούγα παλαιού ξύλινου βαρελιού. ‘Όταν κάποτε νοσηλεύθηκε σε θεραπευτήριο των Αθηνών, οι φοιτητές ρώτησαν τον γιο της, καθηγητή της Παιδιατρικής :

   — Η μητέρα σας δεν έφαγε ποτέ μια μπριζόλα;
Ερχότανε στον ναό της Βαγγελίστρας μαζί με την αδελφή που άναπτε τις κανδήλες. Καθότανε στο στασίδι, με το μακροφούστανο και το μαντήλι μέχρι την μύτη, τόσο ήσυχα, που δεν έδειχνε μέσα στο μισοσκόταδο πως υπάρχει παρουσία ζωντανού ανθρώπου. Ήταν σαν κάποια αδελφή να κρέμασε το ράσο της στο θρονί.
Είτε έμπαιναν είτε έβγαιναν από την εκκλησία, ούτε σήκωνε το κεφάλι ούτε το έστρεφε. Ρώτησα:
–        Αυτή η γριά δεν βλέπει, δεν ακούει;
–        Και βλέπει και ακούει, αλλά συνεχώς προσεύχεται.
Μου θύμιζε την μάννα του Σαμουήλ , όταν πήγαινε στο ναό να προσευχηθή και ο γιος του ιερέα Ηλεί την πρόσεξε και είπε στον πατέρα του: «Μια γυναίκα ίσταται στον ναό και  μαίνεται…»
Καθόμουνα απέναντί της .Η μόνη κίνηση που έκανε ήταν να σκουπίζη τα δάκρυά της, τα ασίγητα και αθόρυβα, με το άσπρο της μαντήλι. Περισσότερο έστρεφα την προσοχή μου στην γερόντισσα Μόνικα παρά στο τέμπλο της εκκλησιάς.
Όταν απαντούσε στις ερωτήσεις του Γέροντα, μιλούσε τόσο στοχαστικά, σαν να έβγαινε η φωνή της μέσα από τους παλαιούς αιώνες. Αν ήταν άνδρας, θα μου θύμιζε τον παλαιό των ημερών. Ο λόγος της ήταν τόσο μετρημένος σαν ρήση ευαγγελική.
Εκεί όμως που εγνώρισα τον άνθρωπο αυτόν πρόσωπο με πρόσωπο ήταν στο τέλος της δεκαετίας του ’60. Τότε έζησα από κοντά τον άνθρωπο των δακρύων και της καρδιακής προσευχής και έμαθα την ιστορία της ζωής της.
Ο σύζυγός της Γεράσιμος Ζερβός ήταν πάντα «ο πατέρας» και για την σύζυγο και για τα παιδιά. Οσάκις έλεγε «ο πατέρας μας» , αρκετό καιρό υπελάμβανα την πατέρα της, αλλ’ αργότερα εννόησα ότι επρόκειτο περί του συζύγου.
Εργαζόταν στις Ινδίες, στις Αγγλικές επιχειρήσεις εξορύξεως πολύτιμων μετάλλων. Σε μία από τις επισκέψεις του στον οίκο του πατρός του εγνώρισε την Άννα και ηράσθη του αληθινού κάλλους της ψυχής της.
Την ζήτησε εις γάμου κοινωνίαν . Έπασχε όμως από μυοκαρδίτιδα. Του λέει:
–        Δεν μπορώ να σταθώ όρθια. Πώς θα γίνη ο γάμος;
Και υπανδρεύθη καθιστή.
Τον ακολούθησε στην Ινδία και έφερε στον κόσμο πέντε παιδιά. Έπειτα από λίγα χρόνια εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα , ίσως για τις σπουδές των παιδιών. Τα δύο, την Φανή και τον Τζον, τα έχασε εφήβους από κάποια λιμώδη νόσο της εποχής εκείνης. Ο Τζον έγινε ουρανοβάμων προτού γίνη άνδρας. Δεκαέξι ετών ήταν ψάλτης αριστερός στον Άγιο Γεώργιο Καρύτση.
Υπέμεινε την αρρώστια με μαρτυρική υπομονή. Τα τελευταία λόγια του στην Αγία μάννα του ήταν:
–        — Θα λυπηθώ πολύ, όταν φορέσης μαύρα και κλάψης. Εγώ είδα τον Χριστό και μου είπε: «Έρχου γρήγορα∙ σε περιμένω».
Εκεί στην Αθήνα η κυρία Άννα εδέχετο όλη την ημέρα όχι μόνον πονεμένους, αλλά και κληρικούς.
Έτσι γνωρίστηκε με τον πατέρα Σάββα ( τόν μετέπειτα Άγιο Σάββα τής Καλύμνου )  και τον βοήθησε , μαζί με τον σύζυγό της, να εγκατασταθή στο νησί και σήμερα είναι ο προστάτης της Καλύμνου και των κήπων του ανατολικού Αιγαίου το εγκαλλώπισμα. Ο προϊστάμενος της Ζωής πατήρ Σεραφείμ Παπακώστας ήταν από τους πιο τακτικούς επισκέπτες.
Ο γιος της ο παιδίατρος της έλεγε:
–        Μάννα , εσύ έχεις περισσότερους επισκέπτες από μένα.
Κάτω από το προσκέφαλό της είχε τρία βιβλία: τον Ιωάννη της Κλίμακος, τον Νείλο τον Σιναΐτη και τον αββά Ισαάκ. Αυτούς μελετούσε μέρα και νύχτα. Προτιμούσε την ανάγνωση από το κείμενο.
       — Καλύτερα – έλεγε- να διαβάσω μια σελίδα κείμενο, παρά δέκα ερμηνεία. Στο κείμενο βρίσκεται το πνεύμα του Πατρός. Στην ερμηνεία έχει εξατμισθή το πνεύμα του και επικρατεί του ερμηνευτού.
Στους προσερχομένους πάντα απαντούσε από τους Πατέρες : «Αυτό μας λέγει ο αββάς Ισαάκ Ιωάννης, αυτό ο Νείλος, και αυτό ο Ισαάκ». Ποτέ δεν έκλωθε δικά της λόγια. Έτσι, κανένας δεν αντέλεγε στις νουθεσίες της. Όλοι ευχαριστημένοι έφευγαν από την εξαγόρευση και την πατερική νουθεσία.
Είχε φοβερή υπομονή να ακροάζεται τους πειρασμούς , τον πόνο και την θλίψη των άλλων. Η νύφη της ερχόταν κάθε πρωί και μιλούσε επιθετικά εις βάρος του γιού της. Έπειτα από δίωρη ακρόαση αναπάντητη , της έλεγε:
–        Πήγαινε τώρα να ετοιμάσης φαγητό, γιατί τα παιδιά θα επιστρέψουν από το σχολείο.
–        Δεν στενοχωριέστε για όσα λέγει;
–        Καθόλου. Μόνον για την ψυχή της θλίβομαι.
Είχε τόση διάκριση, που ακουμπούσε στις ψυχές αυτό που μπορούσαν να βαστάξουν. Κανένας δεν έφευγε ούτε βαρυφορτωμένος ούτε ξεφόρτωτος. Το στόμα της ήτανε χρυσό. Ούτε αστεϊσμούς ούτε σαπρούς λόγους έλεγε ούτε κατάκριση εξήρχετο. Αυτά είναι τα στόματα των Αγίων.
Στην προσευχή – όπως μου ωμολόγησε η θεία μου μοναχή Θεοκτίστη και όπως και εγώ είδα και μαρτυρώ- συνεχώς έτρεχαν τα μάτια της αστείρευτη πηγή.
–      — Πού , Γρηγόριέ μου –μου έλεγε η θεία μου μοναχή –βρίσκονταν τόσα δάκρυα; Εσπερινό κάναμε; Απόδειπνο διαβάζαμε; Όρθρο ψάλλαμε; Ώρες λέγαμε; Οι βρύσες των ομματιών της έτρεχαν.
Στην νοερά προσευχή η στάση της ήταν ουράνια. Μοναχός Πάτμιος, Αντίπας το όνομα, της είχε προσφέρει το επίτομο βιβλίο της Φιλοκαλίας των αγίων Πατέρων, το οποίο μελέτησε πολύ καλά.
Αλλά και ο Γεράσιμος καθόλου δεν υστερούσε στα πνευματικά της «μητέρας»- συζύγου του. Φαίνεται από πολύ νωρίς είχε συναναστραφή με πνευματικούς άνδρες. Είχε πολλά ωφεληθή και πολλά σπουδάσει. Αυτός πρέπει να βοήθησε την Άννα να προαχθή στα πνευματικά γυμνάσματα.
Στον οίκο του στην Κάλυμνο είχε δωμάτιο με τους τέσσερις τοίχους γεμάτους βιβλία. Το δωμάτιο αυτό το έλεγαν «παπαδικό». Στους επισκέπτες έλεγε:
–        Περάστε να σας δείξω τα χόμπι της ζωής μου. Από ΄δω είναι τα «τσιγάρα» μου. Από ‘κει τα «ποτά» μου. Και πιο ‘κει τα «γλυκά» μου.
Κάθε βράδυ περιήρχετο το λιμάνι μήπως βρη κάποιον άστεγο επισκέπτη του νησιού να φιλοξενήση στο σπίτι του. Αν επέστρεφε με επισκέπτη, έλεγε στην Άννα:
–        Έφερα τον Χριστό.
Αν δεν λάχαινε κανένας άστεγος, γύριζε λυπημένος.
–        Χάσαμε , μητέρα, σήμερα…
Στο τέλος του προσεβλήθη από την νόσο του καρκίνου. Δάγκωνε τα σίδερα του κρεβατιού να μη φανή ο πόνος του ούτε στους ανθρώπους ούτε στους Αγγέλους.
Η σύζυγός του, μετά την χηρεία, εκάρη ,μοναχή από τον γέροντα Αμφιλόχιο με το όνομα Μόνικα. Της ζήτησα κάποτε το βιβλίο του αββά Νείλου.
Μου είπε:
–        Μετά την κοίμησή μου να είναι δικό σου. Τώρα όμως δεν μπορώ να το αποχωριστώ, γιατί ό όσιος Νείλος με τέρπει. Ο Σιναΐτης με οικοδομεί και όλα τα λαμπικάρει στην καρδιά μου ο Ισαάκ ο Σύρος.
Εκοιμήθη ενενήντα ετών η καρδιοπαθής και αδύνατη σαν την καλαμιά του ξηροπόταμου.
Αυτά έζησα και ενθυμούμαι και τα καταθέτω. Ξεύρω ότι είναι φτωχά και λίγα. Ας έχω την συμπάθειά της και τις πρεσβείες της μαζί μου…»
Από το βιβλίο: «Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας»
Ιερά Μονή Δοχειαρίου , Άγιον Όρος
Γραφικές Τέχνες – Εκδόσεις: «Το Παλίμψηστον»
 http://eisdoxantheou-gk.blogspot.gr/2014/07/blog-post_21.html

Τον Νυμφώνα σου βλέπω…

Τι να γράψεις για την Μεγάλη Εβδομάδα όταν η ζωή σου πνίγεται σε μια μικρή πεζότητα. Πώς να προσεγγίσεις τα Μεγάλα όταν νιώθεις τόσο μικρός; Πώς να μιλήσεις για την όντως χαρά όταν φυλλομετράς δάκρυ και αίμα στο ημερολόγιο της ψυχής σου;

Μήπως όμως μονάχα μέσα από την ταπείνωση, την επίγνωση, τα αδιέξοδα και τις καταστροφές μπορείς να εισέλθεις στον Νυμφώνα Του;

Γιατί αυτό τελικά που θα ανοίξει την θύρα του ουρανού δεν θα έχει σχέση με τις αρετές μας. Ούτε με τις υπόγειες διαδρομές στα ναρκισσιστικά παιχνίδια του εγωκεντρισμού μας και ας έχουν το προφίλ της «πνευματικότητας». Το μυστικό του ουρανού είναι μια τέχνη που την γνωρίζουν μονάχα οι ταπεινοί. Είναι απλό μα θέλει τσακισμένο εγωισμό .Είναι σοφό μα θέλει να είσαι  «μωρός» .Είναι για τους πιστούς μα όχι για αυτούς που κάνανε την πίστη εγγυήσεις και ιδεολογία. Είναι μια γλώσσα μυστική που δυο είδη ανθρώπων την γνωρίζουν στην ζωή , οι Άγιοι και οι πολλοί αμαρτωλοί, άλλωστε για να ΄΄ φτάσεις στον παράδεισο πρέπει να πάρεις φόρα από τον πάτο της κόλασης...΄΄ ή να είσαι στον προσωπικό σου ΄΄Άδη και να μην απελπίζεσαι (Άγιος Σιλουανός του Άθω).

Η Μεγάλη Εβδομάδα δεν είναι γι΄ αυτούς που αισθάνονται ισχυροί, που ζαλίστηκαν στην αλαζονεία της δήθεν αρετής τους, στην δύναμη της εξουσίας τους και των «κατορθωμάτων» τους. Δεν είναι γι΄ αυτούς που έμειναν πιστοί στα «έθιμα» και τις «παραδόσεις» μιας θρησκευτικής σύμβασης.Από τότε που πάψαμε να «μετράμε την ποιότητα της ζωής με την χαρά της Γιορτής…» να μεταμορφώνουμε τον πόνο σε προσευχή, τους καημούς και τα μεράκια της υπάρξεως μας σε τέχνη, δεν μπορούμε να βιώσουμε την Μεγάλη Εβδομάδα. Γιατί για να βιώσεις την Μεγ. Εβδομάδα πρέπει με πνευματικό θάρρος να ομολογήσεις «ότι στα δάκρυα της Μαγδαληνής είδες τα δάκρυα σου..».

π.λίβυος 

Ἀπάντηση στὸ πρόβλημα: «Γιατί εὐτυχοῦν οἱ ἀσεβεῖς;»

Ὁ 72ος ψαλμὸς διαιρεῖται σὲ δύο μέρη: α) Στοὺς στίχους 1-14 ὁ ψαλμωδὸς ἐξομολογεῖται πῶς σκανδαλίσθηκε παρακολουθώντας τὴν εὐδαιμονία τῶν ἁμαρτωλῶν. Διατυπώνει τοὺς προβληματισμούς του καὶ ὁμολογεῖ ὅτι λίγο ἔλειψε νὰ ἐλεεινολογήσει τὸν ἑαυτό του γιὰ τοὺς μόχθους καὶ τοὺς ἀγῶνες ποὺ κατέβαλε γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς κατὰ Θεὸν ἀρετῆς. β) Στοὺς στίχους 15-28 διηγεῖται πῶς εἰσῆλθε στὸ Ναὸ καὶ στὸ ἁγιαστήριο τοῦ Θεοῦ, πῶς ἐκεῖ μέσα φωτίστηκε καὶ πῶς εἶδε τὴ ραγδαία ἀνατροπὴ τῆς εὐτυχίας τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ τὴν πατρικὴ παρουσία καὶ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία προσφέρεται στοὺς εὐσεβεῖς.

Ὁ ψαλμωδὸς ἀρχίζει τὸν Ψαλμὸ ἀπότομα. Αἰσθάνεται σὰν νὰ βράζει μέσα του ἡ ἀπορία: Γιατί νὰ εὐτυχοῦν οἱ ἀσεβεῖς; Γιατί; Καὶ ἐνῶ βράζει μέσα του, πρὸς στιγμὴν δαμάζει τὰ συναισθήματά του καὶ ἀναφωνεῖ: Πόσο ἀγαθὸς εἶναι ὁ Θεὸς στοὺς Ἰσραηλίτες καὶ μάλιστα σ’ ὅσους ἀπ’ αὐτοὺς ἔχουν ἄκακη, εἰλικρινή, ἁπλὴ καὶ καθαρὴ καρδιά! (στίχ. 1). Εἶναι σὰν νὰ μᾶς λέει: Μὴν ταραχθεῖτε γιὰ ὅσα πρόκειται νὰ πῶ. Περιμένετε τὸ συμπέρασμα, ἢ ἂν θέλετε, νά τὸ συμπέρασμα: Ὅ,τι κι ἂν πεῖτε, ὁ Θεὸς εἶναι ἀγαθὸς γιὰ τοὺς ἀγαθούς.

Ὁ δίκαιος Ἰὼβ σὲ παρόμοιο προβληματισμὸ προβάλλει τὴν παγγνωσία τοῦ Θεοῦ (βλ. Ἰὼβ κδ΄ [24] 1). Ὁ προφήτης Ἱερεμίας προβάλλει τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, λέγοντας· ὁμολογῶ καὶ διακηρύσσω ὅτι δίκαιος εἶσαι, Κύριε, γι’ αὐτὸ καὶ τολμῶ νὰ συζητήσω μαζί Σου (Ἱερ. ιβ΄ [12] 1). Ὁ δὲ προφήτης Ἀμβακοὺμ προβάλλει τὴν καθαρότητα τοῦ ὀφθαλμοῦ τοῦ Κυρίου· Κύριε, λέγει, γνωρίζω ὅτι ὁ ὀφθαλμός Σου εἶναι πεντακάθαρος καὶ δὲν μπορεῖ οὔτε ἀνέχεται νὰ βλέπει πονηρὰ ἔργα, οὔτε δέχεται νὰ βλέπει τὶς κακουργίες ποὺ προξενοῦν οἱ κακοὶ καὶ πονηροὶ στοὺς εἰλικρινεῖς, τοὺς ἁπλοὺς καὶ ἀδύναμους (Ἀμβ. α΄ 13).

Ὥστε οἱ ἀγαθὲς περὶ Θεοῦ σκέψεις μᾶς ἀσφαλίζουν κατὰ τῶν πειρασμῶν, τοὺς ὁποίους μᾶς δημιουργεῖ ὁ ἐχθρὸς τῆς ψυχῆς μας λόγῳ τοῦ ποικίλου κακοῦ ποὺ ὑπάρχει στὸν κόσμο. Ἐφόσον ὁ Θεὸς εἶ­­ναι ἀγαθός, εἶναι πολὺ ­περισσότερο ἀ­­­γαθὸς στοὺς εὐθεῖς, τοὺς καθαροὺς καὶ θεοσεβεῖς καὶ ὄχι σὲ ὅσους «φαυλότατα ἁμαρτάνουσιν», σὲ ὅσους ἁμαρτάνουν ἀ­­­­σεβέστατα(*). Αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τὸ λησμονοῦμε ποτέ, ὁτιδήποτε καὶ ἂν μᾶς συμβεῖ στὴ ζωή.

Ὁ ψαλμωδὸς ὅμως παρόλο ποὺ ἦταν θεοσεβής, ὁμολογεῖ: Σ’ ἐμένα ὅμως κλονίσθηκαν ἀπὸ τὴν ἀμφιβολία οἱ πεποιθήσεις καὶ οἱ ὑγιεῖς λογισμοί μου, οἱ ὁποῖοι σὰν ἄλλα πόδια ὑποστηρίζουν τὴν εὐσέβεια τῆς ψυχῆς μου· παρ’ ὀλίγο νὰ σεισθοῦν τὰ βήματά μου στὴν πορεία τῆς ζωῆς καὶ νὰ ξεγλιστρήσω ἀπὸ τὸν δρόμο τοῦ Κυρίου καὶ ἀπὸ τὴν πίστη μου στὴν ἀγαθὴ πρόνοιά Του (Ψαλ. οβ΄ [72] 2).

Κινδύνευσε, λοιπόν, καὶ ὁ ἴδιος νὰ λησμονήσει τὴν ἀλήθεια ποὺ ­διατύπωσε στὴν ἀρχὴ τοῦ Ψαλμοῦ καὶ νὰ ­κλονισθεῖ στὶς πεποιθήσεις του. Καὶ ὁ ­δίκαιος Ἰὼβ εἶχε κλονισθεῖ βλέποντας τὴν ­εὐημερία τῶν ἁμαρτωλῶν, γι’ αὐτὸ καὶ ­ἀναρωτιόταν: «Διατί ἀσεβεῖς ζῶσι; πεπαλαίωνται δὲ ἐν πλούτῳ;» (Ἰὼβ κα΄ [21] 7)· γιατί οἱ ἀσεβεῖς ζοῦν καὶ φθάνουν σὲ πολὺ βαθιὰ γηρατειὰ καὶ περνοῦν τὴ ζωή τους μέσα στὰ πλούτη; Γιατί οἱ ἀσεβεῖς μακροημερεύουν, φθάνουν τὰ 100 ἔτη, κατὰ τὸν Ἡσαΐα (Ἡσ. ξε΄ [65] 20), καὶ ἀπολαμβάνουν τὴ ζωὴ καὶ τὰ ἀγαθά τους; Ἀλλὰ καὶ ὁ προφήτης Ἱερεμίας, ἐνῶ ὁμολογεῖ καὶ διακηρύσσει ὅτι ὁ Κύριος εἶναι δίκαιος, τολμᾶ νὰ συζητήσει μαζί Του καὶ νὰ Τοῦ θέσει ἐρωτήματα σχετικὰ μὲ τὴ δικαιοσύνη Του, στὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος ἀδυνατεῖ νὰ ἀπαντήσει: Κύριε, Τοῦ λέγει, γιατί οἱ ἀσεβεῖς ἐπιτυγχάνουν στὶς ἐπιχειρήσεις καὶ στὰ σχέδιά τους; Γιατί εὐδοκιμοῦν καὶ εὐτυχοῦν ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παραβαίνουν συνεχῶς καὶ συστηματικῶς τὸν ἅγιο νόμο Σου; (Ἱερ. ιβ΄ [12] 1).

Ὥστε ὑπάρχουν τρικυμίες ποὺ δοκιμάζουν καὶ τὶς πιὸ ἰσχυρὲς ἄγκυρες! Ὑπάρχουν καὶ δίκαιοι ἄνθρωποι ποὺ σκοντάφτουν ὅταν βλέπουν αὐτὴ τὴν κοινωνικὴ ἀνισότητα. Ὅπως δὲ ὁμολογεῖ ὁ ψαλμωδός, κυριεύονται μάλιστα ἀπὸ ζήλεια ἕνεκα τῶν ἀνόμων, ἐπειδὴ βλέπουν τὴν εὐημερία καὶ τὴν εὐεξία τῶν ἁμαρτωλῶν. Διότι, ὅπως παρατηρεῖ, δὲν ἔχουν ἀγωνία, βάσανα καὶ κακοπάθεια κατὰ τὸν θάνατό τους, δὲν στεροῦνται στὴ ζωή τους, καὶ οἱ τυχὸν θλίψεις τους δὲν διαρκοῦν πολύ (Ψαλ. οβ΄ [72] 3-4). Ζήλεια καὶ πικρία κατὰ τοῦ Θεοῦ κυριεύουν τὴν ψυχὴ τοῦ εὐσεβοῦς βλέποντας ὅλα αὐτά, ποὺ τὸν κάνουν νὰ ἀδρανεῖ· νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πολύπονο ἀρετὴ καὶ νὰ προτιμήσει τὴν ἄπονο κακία. Βλέπει σωματικὴ ὑγεία, ὑλικὴ εὐημερία· δὲν βλέπει νὰ ἔχουν οἱ ἀσεβεῖς παρατεταμένη ἀγωνία, στέρηση καὶ βασανιστικὸ θάνατο!

Εἶναι πονηροί, ὁ θάνατός τους ὅμως δὲν εἶναι πονηρός, ἀλλὰ ἤρεμος. «Τὰ χέρια τους δὲν δέθηκαν, οὔτε σφίχτηκαν τὰ πόδια τους σὲ δεσμά» (Β΄ Βασ. γ΄ 34).

Ὅπως δὲ παρατηρεῖ ὁ Ἰώβ, οἱ ἀσεβεῖς πεθαίνουν εὐτυχεῖς, χωρὶς νὰ τοὺς λείπει τίποτε, ἐνῶ οἱ δίκαιοι πικραμένοι καὶ θλιμμένοι, χωρὶς νὰ ἀπολαύσουν τίποτε καλὸ καὶ ἀγαθό (Ἰὼβ κα΄ [21] 23-25). ­Ἐξάλλου γιὰ τοὺς ἀσεβεῖς ἀρρώστιες, χρηματικὲς ζημιὲς κ.τ.ὅ. εἶναι ἀσήμαντα καὶ ἀνεπαίσθητα. Καὶ ἂν κάποτε τοὺς συμβοῦν, περνοῦν γρήγορα. «Δὲν ταῖς τρῶν ­γερές», κα­τὰ τὴν παροιμία.

Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ κρίνουμε τοὺς ἀνθρώπους οὔτε ἀπὸ τὸ πῶς πεθαίνουν οὔτε ἀπὸ τὴ διάθεση μὲ τὴν ὁποία φεύγουν ἀπὸ τὴ ζωή. Ἐξάλλου εἶναι χαρακτη­ριστικὸ ὅτι ὁ ψαλμωδὸς καὶ γενικὰ οἱ δίκαιοι ἀποροῦν, θέλουν νὰ μάθουν γιὰ τὴν κατάσταση αὐτή, δὲν ἐγκαλοῦν ὅ­­­μως τὸν Θεό· δὲν Τὸν κατακρίνουν ὅτι ἀδικεῖ. Ὁ Δαβὶδ ὁμολογεῖ: Ἡ ­δικαιοσύνη Σου ὑψώνεται ἄσειστη καὶ ἀσάλευτη καὶ αἰώνια σὰν τὰ θεόκτιστα καὶ πανύψηλα ὄρη· τὰ σχέδια καὶ οἱ κρίσεις Σου, διὰ τῶν ὁποίων κυβερνᾶται ὁ κόσμος, εἶναι ἀνε­ξερεύνητα (Ψαλ. λε΄ [35] 7). Ὁ δὲ Ἰώβ, ἐνῶ ὑπέφερε τόσα πολλά, δὲν βλασφήμησε κατηγορώντας τὸν Θεὸ ὅτι ἐνήργησε μὲ ἀφροσύνη καὶ ἀπερισκεψία (Ἰὼβ α΄ 22). Καὶ ὁ Ἱερεμίας, γιὰ νὰ μὴ δώσει ἔστω καὶ ὑποψία σκανδαλισμοῦ σὲ κάποιον, ἀναφωνεῖ: «Δίκαιος εἶ (εἶσαι), Κύριε» (Ἱερ. ιβ΄ [12] 1). Δίκαια γίνονται ὅλα ἀπὸ Ἐσένα, Κύριε· δὲν γνωρίζουμε ὅμως πῶς ἐνεργεῖ ἡ ἀγαθότητά Σου. Καὶ βέβαια ποτὲ δὲν ἔ­­μαθαν οὔτε οἱ προφῆτες, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐμεῖς θὰ μάθουμε στὴν παροῦσα ζωὴ πλήρως τὰ σχέδια τῆς θείας πανσοφίας καὶ προνοίας.

(*) Μ. Ἀθανασίου, Ἑρμηνεία εἰς Ψαλ. ρβ΄, PG 27, 328Β.

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”