ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΑΔΙΚΙΑ

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΑΔΙΚΙΑ

Η σκηνή σέ κεντρικό δρόμο μεγαλούπολης. Τυχαία συνάντηση τής Αδικίας με τήν Δικαιοσύνη. Ή Αδικία είναι ντυμένη με τήν τελευταία λέξη τής μόδας. Ή Δικαιοσύνη με ρούχα παλαιά καί φθαρμένα.

Αδικία: Βρέ, βρέ καλώς τήν Δικαιοσύνη. Τί γίνεσαι φιλενάδα. Χρόνια καί ζαμάνια έχουμε να συναντηθούμε. Δικαιοσύνη: Έχεις δίκιο φιλενάδα. Αλλά ξέρεις υποχρεώσεις … τρέξε έδώ, τρέξε εκεί…

Αδικία: (τήν διακόπτει). Ξέρω, ξέρω αλλά μια πού τώρα βρεθήκαμε, έλα να σε κεράσω κάτι. Λίγο να τά πούμε. Είναι ευκαιρία.

Δικαιοσύνη: Ναι αλλά δίκαια πράγματα. Ό Λογαριασμός στα δύο καί εξίσου. Αδικία: ’Όχι αυτή τη φορά κερνάω εγώ, τήν άλλη φορά εσύ. Δίκαια πράγματα. Αλλά ότι δεις δεν θα μιλήσεις.

(Μπαίνουν στο ρεστοράν τελικά).

Στην είσοδο δύο «μπράβοι» βλέποντας τήν κακομοιριασμένη Δικαιοσύνη είναι έτοιμοι να τήν πετάξουν έξω με τις κλωτσιές. Τήν νομίζουν για ζητιάνα. Αλλά το ύφος καί το βλέμμα της Αδικίας τούς κάνει να οπισθοχωρήσουν. Συμμαζεύονται.

Αφού ήρθε ή παραγγελία καί έφαγαν καί ήπιαν λίγο πριν αναχωρήσουν, ή Αδικία ή οποία εν τω μεταξύ ούτε στιγμή δεν σταμάτησε να βλέπει με μάτι περίεργο τούς πάντες καί τά πάντα (όταν είδε ότι ένας διπλανός πλήρωσε με λίρα, πήρε τά ρέστα του καί έφυγε) λέει ξαφνικά στον γκαρσόν.

Αδικία: Γκαρσόν φέρε μας σέ παρακαλώ τά ρέστα γιατί θέλουμε να φύγουμε. Γκαρσόν: Συγνώμη αλλά δεν με πληρώσατε καλέ κυρία.

’Έγινε έξω φρένων ή Αδικία τότε.

Αδικία: Θα σου δείξω εγώ αφηρημένε. Φωνάζω τώρα την αστυνομία να βγάλει την άκρη εκείνη.

(’Έρχεται ή αστυνομία).

Αστυνομία: Συγγνώμη γιατί μάς καλέσατε;

Αδικία: Έδώ κύριε Αστυνόμε πλήρωσα καί το αρνείται.

Γκαρσόν: Ψεύδεται κύριε Αστυνόμε ή κυρία… δεν με πλήρωσε.

Πηγαίνουν προς το Ταμείο.

Αδικία: Ελάτε μαζί μου κύριε Αστυνόμε. Καί ανοίγει τότε το συρτάρι καί τού δείχνει τη λίρα με τήν οποία πλήρωσε ό προηγούμενος πελάτης!

Γκαρσόν: ’Όχι τέτοια αδικία καί τέτοιο ψέμα Θεέ μου. Πού είσαι Δικαιοσύνη, Γιατί δεν μιλάς! Είναι αμαρτία!

Δικαιοσύνη: (Από δίπλα καί με σιγανή φωνή).

Έδώ είμαι, έδώ είμαι, αλλά έφαγα κι εγώ!

Ή συνενοχή τήν ανάγκαζε σέ σιωπή.

Οι συνένοχοι δεν μιλάνε!

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.  ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΟΓΙΑΣ. ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΘΑΥΜΑ. ΤΙ ΕΜΑΘΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΠΑ ΣΤΕΦΑΝΟ. ΠΗΓΑ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΚΑΙ ΓΥΡΙΣΑ.

http://apantaortodoxias.blogspot.gr/2015/04/ti.html

Χωρίς μετάνοια δεν σωζώμεθα.

Η μετάνοια προϋποθέτει αμαρτία. Όποιος δεν έχει αμαρτία, αυτός δεν έχει ανάγκη μετανοίας, Όλοι, και πρώτος εγώ, αισθανόμεθα, αμαρτωλοί, Η αμαρτία είναι τραύμα, πληγή. Τραύμα στην ψυχή, πληγή στην συνείδηση που μας πονάει. Τραύμα στο Σώμα του Χριστού, στην Εκκλησία, της οποίας είμεθα μέλη. Κάρφωμα στον Χριστό, και ξανακάρφωμα στο Χριστό είναι η αμαρτία. Ποιος δεν έχει τραυματισθεί από την αμαρτία. Ποιος δεν έχει αμαρτήσει με τα λόγια, με τις πράξεις του, με τους λογισμούς. Ποιος δεν χτυπήθηκε κατάστηθα από τις τύψεις της συνειδήσεως. Όποιος θα πει ότι δεν έχει αμαρτήσει, αυτός θα πει το μεγαλύτερο ψέμα.
Ω Μετάνοια! Τι μεγάλο, τι ευλογημένο δώρο του Θεού στον άνθρωπο! Ξέρεις τι είναι, οποιανδήποτε ώρα και στιγμή θελήσεις, να υποχρεώνεις τον Θεό να σου λευκάνει το πινικό σου μητρώο;
Η μετάνοια είναι ανταπόκρισης στο έλεος του Θεού, η μάλλον το έλεος του Θεού είναι ανταπόκριση στη μετάνοια του ανθρώπου.

Γέροντας Εφραίμ Αριζόνας

 
 

Κυριακή των Βαΐων


«Πρό ἕξ ἡμερῶν τοῦ Πάσχα» ὁ Ἰησοῦς ἀποθεώνεται στά Ἰεροσόλυμα. Εἰσέρχεται ὡς Βασιλεύς ἔστω καί «ἐπί πῶλον ὄνου». Μετά ταῦτα ὅμως, σέ λίγες ἡμέρες, ἀμέσως, ἀκολουθοῦν ἡ σύλληψις, τά φρικτά πάθη, ὁ σταυρός. Ὅμως καί αὐτή τήν ὥρα τῆς θριαμβευτικῆς εἰσόδου τοῦ Ἰησοῦ στά Ἰεροσόλυμα εἶναι παρών ὁ Σταυρός, τό μαρτύριο, ἡ ἀγωνία τῆς Γεθσημανῆ. Καί θά μποροῦσε κανείς νά πεῖ ὅτι ἡ ἔνδοξος εἴσοδος τοῦ Ἰησοῦ στήν Ἁγία Πόλη, εἶναι ἡ εἴσοδος τοῦ μαρτυρίου στήν ἐπίγεια ζωή τοῦ Κυρίου καί κατ’ ἐπέκταση καί στήν ζωή τοῦ κόσμου, στή ζωή ὅλων μας.
Μαρτύριο, λοιπόν, διαμηνύει, καί μαρτύριο κηρύττει ἡ Κυριακή τῶν Βαΐων κάθε χρόνο. Μαρτύριο ὅμως χριστιανικό πού ὑπόσχεται αἰώνια ζωή καί Ἀνάσταση.
Στήν Βαϊφόρο εἰκόνα πού προσκυνοῦμε σήμερα, βλέπουμε τόν Χριστό νά εἰκονίζεται ἐπάνω στόν «υἱόν ὑποζυγίου» καί νά πορεύεται ἐπάνω στά Βάϊα τῶν κλάδων καί στά λουλούδια. Κάτω ὅμως ἀπό τίς δάφνες αὐτές καί τά ἄνθη καί τούς ἐνθουσιώδεις ἀλαλαγμούς τοῦ πλήθους ὑπάρχει ἕνα πικρό ποτήρι, ἄγνωστο στόν ἀνώνυμο ὄχλο. Εἶναι τό ποτήρι τῆς χαρμολύπης. Εἶναι συγχρόνως ἡ μαρτυρία τῆς καταιγίδος καί τῆς ἀνοίξεως, τῆς γλυκύτητος καί τοῦ πόνου.
Ἡ σημερινή δόξα καί ἀποθέωση τοῦ Ἰησοῦ ἀπό τόν ὄχλο ἦταν φευγαλέα καί πρόσκαιρη, γιατί τήν ἀκολούθησε ἡ καταδίκη καί ὁ θάνατος, πάλι ἀπό τόν ἴδιο ὄχλο. Καί μάλιστα θάνατος «ἐπί σταυροῦ». Γι’ αὐτό καί ὁ Κύριος δέν δίνει σημασία στά Ὡσαννά, ἀλλά συνεχίζει τήν πορεία του εἰς Ἰερουσαλήμ. Γιατί ὁ Χριστός πίσω ἀπό αὐτά βλέπει τήν ἀλήθεια, βλέπει τόν Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση ὡς πραγματικότητα γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους πού ἀγωνίζεται νά ζήσει ἀληθινά καί νά ἀνταποκριθεῖ στήν κλήση του.
Γι’ αὐτό σήμερα, ὅταν προσκυνοῦμε τόν δοξασμένο Ἰησοῦ, δοξασμένο ἔστω καί κατά τήν κρίσι «τοῦ κόσμου τούτου», ψάλλουμε τό περίφημο τροπάριο τῆς σοφίας, τοῦ βιώματος καί τῆς θεοπνεύστου συλλήψεως τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας: «Σήμερον ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡμᾶς συνήγαγε, καί πάντες αἵροντες τόν Σταυρόν Σου, Κύριε, λέγομεν: Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου».
Καί ἀμέσως ἡ καρδιά καί τό βλέμμα μας βυθίζεται πέρα καί πίσω ἀπό τό σκοτάδι τοῦ Γολγοθᾶ, στό φῶς καί τήν δόξα τῆς Ἀναστάσεως.
 π. Α.Χ.
αποστολική διακονία

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ BAlΩN Ευλογημένος ο Ερχόμενος

…Ο Ρωμαίος ύπατος ήτανε καθισμένος απάνω σε θρόνο και σε χρυσό αμάξι, μα ο Χριστός ήτανε καβαλικεμένος απάνω σ’ ένα πουλάρι, σ’ ένα γαϊδουρόπουλο, πούνε το πιο ταπεινό και καταφρονεμένο ανάμεσα στα ζώα.
Κι’ ο ίδιος ήτανε ταπεινός, πράος, ήσυχος, φτωχοντυμένος, κατά την  προφητεία που έλεγε: «Είπατε τη θυγατρί Σιών· Ιδού ο βασιλεύς σου έρχεταί σοι πράος και επιβεβηκώς επί όνον και πώλον, υιόν υποζυ­γίου». Το χέρι του δεν βαστούσε σκήπτρο, αλλά βλογούσε τον κόσμο. Από πόλεμο ερ­χότανε και κείνος, μα έναν πόλεμο πολύ δυσκολοκέρδιστον, πόλεμο καταπάνω στην κα­κία και στην ψευτιά και στην υποκρισία και στη φιλαργυρία. Και δεν πήγαινε να ξεκου­ραστεί απ’ αυτόν τον πόλεμο, αλλά πήγαινε ν’ αρχίσει άλλον, πιο σκληρόν, και να στεφανωθεί μ’ αγκαθένιο στεφάνι και να δαρθεί και να περιπαιχθεί και στο τέλος να καρφωθεί απάνω σ’ ένα ξύλο σαν κακούρ­γος.
Δεν ήτανε τριγυρισμένος από αγριεμέ­νους υποταχτικούς, αλλά από άκακους ψα­ράδες, καταφρονεμένους σαν και κείνον. Κι ούτε έσερνε από πίσω του σκλάβους τυραννισμένους, αλλά ανθρώπους που τους ελευ­θέρωσε από τη σκλαβιά του διαβόλου και πεθαμένους που αναστηθήκανε από τη φωνή του. Σάλπιγγες και τούμπανα δεν φωνάζανε για να τον δοξάσουνε, αλλά παιδιά αθώα που συμβολίζανε την απλότητα που έχουνε οι χριστιανοί και που φωνάζανε «Ευλογη­μένος ο ερχόμενος» και κρατούσανε αντί για σημαίες και για μπαϊράκια κλαδιά πράσινα των δέντρων. Κλαδιά χλωρά και ρούχα στρώνανε χάμω για να πατήσει το γαϊ­δούρι και να περάσει. Κι αυτό το βλογημένο πήγαινε με σκυμμένο το κεφάλι, ταπεινό, ανήξερο, σηκώνοντας τον Χριστό που καθότανε πρωτύτερα απάνω στα τρομερά εξαφτέρουγα σεραφείμ που είναι από φωτιά. Δεν αξιώθηκε να τον σηκώσει κανένα χρυσό αμάξι, μητε άλογο άκριβοσελωμένο, μητε καμμιά κούνια που να τη βαστάνε αντρειω­μένοι βαστάζοι, αλλά τον σήκωνε το γαϊ­δούρι. Ποιο μάτι δεν δακρύζει άμα συλλο­γιστεί αυτό το μυστήριο!
Ο Χριστός ανα­ποδογύρισε όσα είχε για σωστά και για α­ληθινά ο αμαρτωλός ο άνθρωπος. Ποιος όμως είναι σε θέση να νοιώσει την ελευθερία που μας έφερε και να ακολουθήσει το που­λάρι με το σκοινένιο καπίστρι κι όχι τ’ αφρισμένα τάλογα που χλιμιντράνε καμαρω­τά και να μη μπει στη Ρώμη με τα πολλά τα είδωλα, παρά να μπει μαζί με τον βασι­λιά της ειρήνης στην Απάνω Ιερουσαλήμ;
Πολλοί, που είναι σοβαροί άνθρωποι, θα πούνε πως δεν τα καταλαβαίνουνε αυτά και πως τα παιδιά παιδιακίζουνε κ’ οι άντρες αντρειεύουνται. Τα ίδια λέγανε κ’ οι αρχιε­ρείς κ’ οι σπουδασμένοι. «Ιδόντες δε οι αρχιερείς και γραμματείς τα θαύματα α εποίησε και τους παίδας κράζοντας εν τω ιερώ και λέγοντας: Ωσαννά τω υιω Δαυίδ, ηγανάκτησαν και είπον αυτώ: Ακούεις τι ούτοι λέγουσιν; Ο δε Ιησούς λέγει αυτοίς: Ναι· ουδεποτε ανέγνωτε ότι «εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον;» Και καταλιπών αυτούς εξήλθεν έξω της πό­λεως». Οι αρχιερείς κ’ οι γραμματείς διαβάσανε τον ψαλμό του Δαυίδ που έλεγε πως θα προϋπαντήσουνε τον Χριστό τα νήπια και δεν πιστέψανε ωστόσο σ’ αυτόν που υμνολογούσανε. Αμή εμείς που διαβάσαμε στο σημερινό Ευαγγέλιο και τον ψαλμό κι αυτά που είπε ο Χριστός στους Εβραίους, δεν θα κριθούμε πιο αυστηρά αν δεν τον πιστέψου­με; Η ματαιότητα κ’ η περηφάνεια μάς κάνουνε να μην καταδεχόμαστε να παμε μαζί με τη φτωχή συνοδεία του, ντρεπόμα­στε να ακολουθήσουμε ένα αρχηγό που πάει καβαλικεμένος απάνω σ’ ένα γαϊδούρι. Τα ταπεινά, τα φτωχικά, δεν τα θέλουμε. Μα μπορεί να γίνει χριστιανός όποιος δεν α­γαπά αυτά που αγάπησε ο Χριστός;
Χθες, Σάββατο, ανάστησε έναν πεθαμένο άνθρωπο, τον Λάζαρο. Ποιος ήτανε αυτός ο Λάζαρος; Κανένας επίσημος άνθρωπος, κανένας τρα­νός; Ο Λάζαρος ήτανε φτωχός, χωριάτης, κι όπως λέγει το Ευαγγέλιο, ήτανε φίλος του Χριστού, που είχε φίλους όλους τους ανθρώπους. Έναν φίλο σημειώνει το Ευαγ­γέλιο πως είχε ο Χριστός στον κόσμο, κι αυτός ήτανε φτωχός κι αγράμματος. Μα ποιος από μας αγαπά αυτή την πλούσια φτώχια του Χριστού; Απ’ όπου λείπει ο Χριστός, εκεί είναι η φτώχια η αληθινή, όπως απ’ όπου λείπει ο Χριστός λείπει κ’ η ζωή η αληθινή και βασιλεύει ο θάνατος. Αυτό θα το καταλάβεις καλώτατα αν γυρί­σεις και δεις γύρω σου κι ακουμπήσεις το κεφάλι σου και συλλογιστείς. Πού είναι εκείνοι οι Ρωμαίοι κ’ οι παντοδύναμοι αφέν­τες που κάνανε τους θριάμβους οπού ιστορήσαμε πρωτύτερα; Τι γινήκανε κι αυτοί κι οι μυριάδες που τους προσκυνούσανε και που γονατίζανε μπροστά τους σαν τα καλά­μια που τα γέρνει ο βοριάς; Ποιος τους φέρ­νει στον νου του εξόν κάποιοι που γράφουνε τα ιστορικά εκείνου του καιρού; Κορμιά, ψυχές, θρονιά, διαμαντόπετρες, άλογα, περηφάνειες, φοβέρες, φωνές,   όλα  πέσανε σ’ έναν λάκκο και χαθήκανε και σβύσανε σαν να μη γινήκανε ποτές. Και τι απόμεινε από όλα τούτα στις καρδιές των ανθρώπων; Τί­ποτα κι ακόμα πιο λίγο από τίποτα…
ολοκληρο εδω