Λαϊκό Λειμωνάριο – Περί αυτοκτονίας 3ο

Παντρεμένοι από έννεαετίας ό Βάσος και ή Αγγελική ζούσαν ευτυχισμένοι. Ό Θεός τους είχε χαρίσει και δύο χαριτωμένα παιδιά, που συμπλήρωναν την ευτυχία τους.

Όμως να ότι τώρα οι δουλειές του Βάσου δεν πηγαίνουν καλά. Απέναντι του ήρθε εδώ και ένα χρόνο κάποιος και έστησε ένα μεγάλο κατάστημα υφασμάτων, ετοίμων ενδυμάτων, βαλιτσών, τσαντών και τον χτύπησε τρομερά. Το δικό του το κατάστημα, που πουλούσε παρόμοια πράγμα­τα, χάθηκε μπροστά στο καινούριο. Φώτα πολύχρωμα, επιγραφές, ρεκλάμες…

Ό Βάσος άρχισε να μην μπορεί πια να καλύπτει τά έξο­δα τού μαγαζιού και της οικογένειας. Σκεφτικός και μαρα­μένος γυρνάει κάθε φορά στο σπίτι του.

Ή καλή του γυναίκα προσπαθεί να τον παρηγορήσει, να τον στηρίξει. Κάνει αιματηρές οικονομίες στο σπίτι, για να μή στενοχωρεί το σύζυγό της.

Ένα μεσημέρι, ήταν Πέμπτη, γύρισε στο σπίτι του πολύ ανήσυχος, κατάχλωμος και αφηρημένος. Ή Αγγελική ανησύχησε.

—Τί έχεις, Βάσο μου; Είσαι άρρωστος μήπως;

—Τίποτε, της απάντησε ξερά.

Αλλ’ ή Αγγελική δεν πείσθηκε. Αντιλήφθητε με τη γυ­ναικεία προαίσθηση, ότι κάτι το σοβαρό συμβαίνει. Και α­ποφάσισε να παρακολουθήσει, χωρίς να γίνει αντιληπτή, τον άντρα της.

Εκείνος μπήκε στο γραφείο του, έκλεισε την πόρτα και κάθισε στο τραπέζι. Ή άλλη πόρτα, πού οδηγούσε στη σά­λα, ήταν μισάνοιχτη. Ή Αγγελική έριξε για λίγο μια ματιά μέσα.

—Θεέ μου, ψιθύρισε.

Όρμησε μέσα και πήρε από τά χέρια τού συζύγου της τά χαπάκια, πού ήταν έτοιμος να τά καταπιεί. Έριξε κάτω και το ποτήρι με το νερό…

_-Μή> μή, φώναξε ό Βάσος, που προσπαθεί να την εμποδίσει να τά πετάξει από το παράθυρο.

—Βάσο, για όνομα του θεού τί πας να κάνεις; Δεν μας λυπάσαι . Δε  φοβάσαι το θεό; Και έπεσε στην αγκαλιά του.

Ό Βάσος έμεινε ακίνητος.

—Έχει ό Θεός, συνέχισε ή Αγγελική. Θα περάσει ή δυ­σκολία μας αυτή. Θάρρος!

Ό Βάσος σήκωσε τά μάτια του. Πήρε στα χέρια του τά χέρια της γυναίκας του και τά φίλησε.

—Με έσωσες, της είπε αργά, και πλημμύρισαν τά μάτια  του από δάκρυα…

Έχουν περάσει δύο χρόνια από τότε. Ή οικογένεια ζει Ευτυχισμένη. Ή μπόρα πέρασε. Ό Θεός βοήθησε. Ό Βάσος δέ λησμονεί ότι σώθηκαν όλοι χάρη στην πίστη και το θάρ­ρος της γυναίκας του…

Και δοξάζει το Θεό!

Ρήματα Ζωής

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s