Πότε θ΄ αντιληφθούν ότι ένα ΟΧΙ στην αίρεσι του παπο-οικουμενισμού αξίζει πολύ περισσότερο από κάθε προσευχή…

Αποροφημένοι οι μεν Ποιμένες από την αίγλην του αξιώματος και την κοινωνικήν δράσι, το πλήθος των ανυπόπτων προβάτων που τους ακολουθούν και τον οικοδομικόν οργασμόν των παιδικών κατασκηνώσεων και γηροκομείων, τους κύκλους Γραφής και τις σελίδες των εκδόσεών τους, οι δε Μοναχοί από την αίγλην της περικυκλούσης αυτούς φήμης δια την … νηπτικήν θεολογίαν και το … άκτιστον φως της νοεράς προσευχής τους, αδιαφορούν αν στο ένα και κύριο, την ομολογία της πίστεως, απέτυχαν, με αποτέλεσμα όλα τα λοιπά να είναι ενώπιον του Θεού ράκη άχρηστα και θυσία απρόσδεκτος! Η Εκκλησία, τους έκανε επισκόπους για να διδάσκουν και φυλάττουν τον λόγον της Αληθείας Της ακέραιον και ανόθευτον, κρατώντας συγχρόνως τα πρόβατά Της μακρυά από τα λειβάδια των αιρετικών, και όχι να τα εγκαταλείπουν απροστάτευτα μέχρι το στόμα του λύκου με την πρόφασι ότι μόλις θα τα καταπιή, τότε θα δείξουν την ποιμενική τους ικανότητα! Πότε θ΄ αντιληφθούν ότι ένα ΟΧΙ στην αίρεσι του παπο-οικουμενισμού αξίζει πολύ περισσότερο από κάθε προσευχή και ιεραποστολική δράσι, και ότι, γι΄ αυτό το ΟΧΙ έχουν ταχθή από την Εκκλησία «εις τόπον Χριστού» και των Αποστόλων Του;

http://orthodox-voice.blogspot.gr/

 

Ντρέπεστε να εξομολογηθείτε;

Ντρέπεστε να εξομολογηθείτε;

Κάποτε ήταν στην καθημερινότητά μας τόσο το κατηχητικό όσο και η εξομολόγηση.

Με τα χρόνια, λίγες οικογένειες κατάφεραν να διατηρήσουν αυτή την συνήθεια. «Εξατμίστηκε», όπως χάθηκαν πολλά από τα ήθη μας.

Υπάρχουν όμως κι εκείνοι που θα ήθελαν να εξομολογηθούν κάποια στιγμή αλλά ντρέπονται…

Γι’ αυτό ας διαβάσουμε την παρακάτω διδαχή του Αγίου Ιωάννη του Χρυσόστομου, που πιθανό να μας «αφυπνίσει».

«Η ντροπή στην Εξομολόγηση έρχεται από τον σατανά πού παρακολουθεί άγρυπνος τί θα κάνουμε…Ντρέπεσαι λοιπόν και κοκκινίζεις να ομολογήσεις τις αμαρτίες σου; Αλλά και αν ακόμα έπρεπε να τις ομολογείς μπροστά στους ανθρώπους και να εξευτελίζεσαι, ούτε και τότε θα έπρεπε να ντρέπεσαι διότι ντροπή και αισχύνη είναι το να αμαρτάνεις, και όχι το να ομολογείς τις αμαρτίες σου…

Γνωρίζω και εγώ ότι δεν ανέχεται η συνείδηση την ενθύμηση των αμαρτιών μας. Διότι αν θυμηθούμε μόνον τις αμαρτίες μας η ψυχή μας αναπηδά όπως ακριβώς αναπηδά κάποιο αδάμαστο και δύστροπο πουλάρι. Όμως συγκράτησε, χαλιναγώγησε, χάιδευσε τη ψυχή με το χέρι, κάνε την ήμερη, πείσε την, ότι αν δεν εξομολογηθεί τώρα στον ιερέα, θα αναγκαστεί να εξομολογηθεί εκεί όπου είναι περισσότερη η τιμωρία, όπου είναι μεγαλύτερος ο παραδειγματισμός.

Εδώ το δικαστήριο είναι χωρίς μάρτυρα και δικαστής του εαυτού σου είσαι συ ο οποίος αμάρτησες· εκεί όμως θα παρευρίσκεται όλο το πλήθος της οικουμένης αν δεν προλάβουμε να τα σβήσουμε εδώ.

Ντρέπεσαι να ομολογήσεις τα αμαρτήματα; Να ντρέπεσαι τότε και να τα διαπράττεις!

Εμείς όμως όταν διαπράττουμε αυτά τολμάμε να τα διαπράττουμε κατά τρόπον αναίσχυντο και προκλητικό όταν όμως πρόκειται να τα ομολογήσουμε, τότε ντρεπόμαστε και αποφεύγουμε, ενώ έπρεπε να κάνομε τούτο με μεγάλη προθυμία. Διότι δεν είναι ντροπή το να κατηγορείς τα αμαρτήματα, αλλά δικαιοσύνη και αρετή εάν δεν ήταν δικαιοσύνη και αρετή δεν θα έδινε γι’ αυτήν ο Θεός αμοιβή.

Το ότι πράγματι έχει αμοιβές η εξομολόγηση, άκουσε τι λέει «Λέγε πρώτος εσύ τα αμαρτήματά σου για να δικαιωθείς». Ποιός ντρέπεται να πράξει κάτι από το οποίο θα γίνει δίκαιος; Ποιός ντρέπεται να ομολογήσει τα αμαρτήματα, για να απαλλάξει τον εαυτόν του από τα αμαρτήματα; Μήπως σε προτρέπει να τα ομολογήσεις για να σε τιμωρήσει; Όχι βέβαια για να τιμωρήσει, αλλά για να συγχωρήσει.

Στα κοσμικά δικαστήρια συμβαίνει να επέρχεται η τιμωρία μετά την ομολογία της ενοχής. Για τούτο και ο ψαλμός υποπτευόμενος ακριβώς αυτό, μη τυχόν δηλαδή φοβούμενος κανείς τιμωρία μετά την εξομολόγηση αρνηθεί να εξομολογηθεί τα αμαρτήματά του, λέγει· «εξομολογηθείτε στον Κύριο τα αμαρτήματά σας, διότι είναι αγαθός, διότι το έλεος αυτού μένει εις τον αιώνα».

Μήπως (νομίζεις ότι ο Θεός) δεν γνωρίζει τα αμαρτήματα σου, εάν εσύ δεν τα ομολογήσεις;

Λοιπόν τι περισσότερο γίνεται σε σένα όταν δεν τα ομολογείς; Μήπως μπορείς να διαφύγεις την προσοχή του;

Και αν ακόμα δεν τα πεις εσύ, εκείνος τα είδε· αν δε τα πεις εσύ εκείνος τα λησμονεί. Διότι λέγει· «Ιδού εγώ είμαι ο Θεός εκείνος ο οποίος από αγάπη εξαλείφω τις αμαρτίες σου, και δεν τις ενθυμούμαι».

Βλέπεις; «Εγώ δεν θα τις ενθυμηθώ» λέγει· διότι τούτο είναι ίδιον της φιλανθρωπίας· συ να τις θυμηθείς για να σου γίνει αφορμή σωφρονισμού.

Λαϊκό Λειμωνάριο – Περί αυτοκτονίας 3ο

Παντρεμένοι από έννεαετίας ό Βάσος και ή Αγγελική ζούσαν ευτυχισμένοι. Ό Θεός τους είχε χαρίσει και δύο χαριτωμένα παιδιά, που συμπλήρωναν την ευτυχία τους.

Όμως να ότι τώρα οι δουλειές του Βάσου δεν πηγαίνουν καλά. Απέναντι του ήρθε εδώ και ένα χρόνο κάποιος και έστησε ένα μεγάλο κατάστημα υφασμάτων, ετοίμων ενδυμάτων, βαλιτσών, τσαντών και τον χτύπησε τρομερά. Το δικό του το κατάστημα, που πουλούσε παρόμοια πράγμα­τα, χάθηκε μπροστά στο καινούριο. Φώτα πολύχρωμα, επιγραφές, ρεκλάμες…

Ό Βάσος άρχισε να μην μπορεί πια να καλύπτει τά έξο­δα τού μαγαζιού και της οικογένειας. Σκεφτικός και μαρα­μένος γυρνάει κάθε φορά στο σπίτι του.

Ή καλή του γυναίκα προσπαθεί να τον παρηγορήσει, να τον στηρίξει. Κάνει αιματηρές οικονομίες στο σπίτι, για να μή στενοχωρεί το σύζυγό της.

Ένα μεσημέρι, ήταν Πέμπτη, γύρισε στο σπίτι του πολύ ανήσυχος, κατάχλωμος και αφηρημένος. Ή Αγγελική ανησύχησε.

—Τί έχεις, Βάσο μου; Είσαι άρρωστος μήπως;

—Τίποτε, της απάντησε ξερά.

Αλλ’ ή Αγγελική δεν πείσθηκε. Αντιλήφθητε με τη γυ­ναικεία προαίσθηση, ότι κάτι το σοβαρό συμβαίνει. Και α­ποφάσισε να παρακολουθήσει, χωρίς να γίνει αντιληπτή, τον άντρα της.

Εκείνος μπήκε στο γραφείο του, έκλεισε την πόρτα και κάθισε στο τραπέζι. Ή άλλη πόρτα, πού οδηγούσε στη σά­λα, ήταν μισάνοιχτη. Ή Αγγελική έριξε για λίγο μια ματιά μέσα.

—Θεέ μου, ψιθύρισε.

Όρμησε μέσα και πήρε από τά χέρια τού συζύγου της τά χαπάκια, πού ήταν έτοιμος να τά καταπιεί. Έριξε κάτω και το ποτήρι με το νερό…

_-Μή> μή, φώναξε ό Βάσος, που προσπαθεί να την εμποδίσει να τά πετάξει από το παράθυρο.

—Βάσο, για όνομα του θεού τί πας να κάνεις; Δεν μας λυπάσαι . Δε  φοβάσαι το θεό; Και έπεσε στην αγκαλιά του.

Ό Βάσος έμεινε ακίνητος.

—Έχει ό Θεός, συνέχισε ή Αγγελική. Θα περάσει ή δυ­σκολία μας αυτή. Θάρρος!

Ό Βάσος σήκωσε τά μάτια του. Πήρε στα χέρια του τά χέρια της γυναίκας του και τά φίλησε.

—Με έσωσες, της είπε αργά, και πλημμύρισαν τά μάτια  του από δάκρυα…

Έχουν περάσει δύο χρόνια από τότε. Ή οικογένεια ζει Ευτυχισμένη. Ή μπόρα πέρασε. Ό Θεός βοήθησε. Ό Βάσος δέ λησμονεί ότι σώθηκαν όλοι χάρη στην πίστη και το θάρ­ρος της γυναίκας του…

Και δοξάζει το Θεό!

Ρήματα Ζωής

 

Λαϊκό Λειμωνάριο – Περί αυτοκτονίας 2ο

Ή Άννα περπατούσε στο δρόμο με βαριά καρδιά. Από καιρό τώρα καλλιεργούσε μέσα της την ιδέα της αυτοκτονί­ας. Δεν ήθελε πια να ζήσει από τότε πού είχε διαλυθεί ό αρραβώνας της. Είχε πολύ πληγωθεί. Όλα της φαίνονταν μαύ­ρα.

Και σιγά σιγά είχε αρχίσει να εξοικειώνεται με την ιδέα της αυτοκτονίας… Μια μικρή ποσότητα δηλητηρίου και όλα θα τελείωναν…

Μια μέρα ή απελπισία της είχε φτάσει στο κατακόρυφο. ‘Η αντοχή της είχε τέλεια πια λυγίσει. Και υπό την επίδραση αυτής της κατάστασης πήρε την οριστική απόφαση τη σημερινή μέρα θα ήταν ή τελευταία της ζωής της.

Θα ήταν 4 μ.μ. Σηκώθηκε, ντύθηκε και βγήκε έξω. ‘Ήθελε για τελευταία φορά να περπατήσει στους δρόμους να δει ανθρώπους, να περάσει από τους γνωστούς που έπαιζε όταν ακόμα ήταν μικρούλα, να αποχαιρετήσει τη ζωή.

Είχε φτάσει στην κεντρική πλατεία, όταν είδε κόσμο  πο­λύ. Απόρησε. Ρώτησε. Ήταν κηδεία. Μια κοπέλα, γνωστή της από χρόνια, είχε πεθάνει την προηγούμενη μέρα από αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ταράχτηκε ή Άννα. Πως δεν το είχε μάθει; Μια δύναμη την έσπρωξε να πάει στην εκκλησία. Μπήκε. Στεφάνια, λουλούδια, κόσμος σπαραγμός.

Άρχισε ή νεκρώσιμη ακολουθία. Πρώτη φορά σήμερα πρόσεχε τόσο πολύ στα λόγια και τά νοήματα τών τροπα­ρίων. Ένιωθε μέσα της μια ασυνήθιστη ταραχή. Στη συνέ­χεια της έκαμαν εντύπωση τά λόγια τού Ευαγγελίου: «… και πορεύσονται οι τά αγαθά ποιήσαντες εις άνάστασιν ζωής, οι δέ τά φαύλα πράξαντες εις άνάστασιν κρίσεως».

Ή καρδιά της χτυπάει γοργά. Κοιτάζει το φέρετρο. Φαν­τάζεται προς στιγμή τη σκηνή να είναι αυτή μέσα εκεί, ακίνητη, με τά μάτια κλεισμένα, πεθαμένη… Ή ταραχή μεγά­λωσε. Ιδρώτας ένιωσε να την περιλούζει…

Κάποτε τελείωσε ή κηδεία. Ό κόσμος έφυγε… Και το φέ­ρετρο μεταφέρθηκε στο κοιμητήριο… Ή Άννα όμως έμεινε εκεί ώρα πολλή. Πήγε πίσω από μια κολόνα για να μή φαί­νεται…

Σιγά σιγά έπεφτε το σκοτάδι. Τά μάτια της πλημμύρι­σαν δάκρυα. Σήκωσε το κεφάλι της. Απέναντι ήταν ό Σταυ­ρός. Μέσα από τά δάκρυά της τον έβλεπε σαν φωτεινό μετέ­ωρο, σαν άγκυρα ελπίδας στον ωκεανό της ζωής της. «Χρι­στέ μου, συγχώρησέ με… Είμαι μια αμαρτωλή…», είπε με λυγμούς και ένιωσε μεταμέλεια.

Μετά από ώρα σηκώθηκε, σκούπισε καλά τά μάτια της και αργά αργά τράβηξε για το σπίτι της… Έφτασε εκεί. Μπήκε στο δωμάτιό της. Πήρε αποφασιστικά το δηλητήριο και το έχυσε …Έξω είχε νυχτώσει πια… Μέσα της όμως  είχε λούσει το φώς, ή ελπίδα, ό Θεός…

(Ρήματα Ζωής)

Γέρων Γρηγόριος (Ζουμής): Λαϊκό Λειμωνάριο – Περί αυτοκτονίας 1ο

—Προτού να έρθω έδώ στο ‘Άγιο Όρος, ήμουν πνευματικός στο Μοναστήρι τού Προυσού. Εκεί είχαμε πανηγύρι εξομολογούσα. Μπαίνει λοιπόν μια κοπέλα -Γεωργία τη λέγανε- και μού λέει: «Είμαι στα πρόθυρα της αυτοκτονίας. Είδα έδώ τον κόσμο πού έρχεται και ήρθα».

Κάθισε έξι ώρες. Από τις 5 ως τις 11 το βράδυ. Είχε κά­νει όλες τις αμαρτίες. Πήγαινε σ’ έναν εξομολόγο πού της έλεγε: «Αυτά δεν πειράζουν». Την άκουγα με υπομονή πού έβριζε ακόμη και μένα, πού δεν την γνώριζα!

Αφού λοιπόν ή Δήμητρα έβγαλε όλη τη βρομιά της και καθαρίστηκε, της έδειξα ένα κελί να πάει να κοιμηθεί. Έξω το χιόνι ήταν ως το γόνατο. 

Ανέβηκε λοιπόν τη σκάλα, ή όποια φωτιζόταν από το άυλο φώς τού Χριστού και μπήκε μέσα στο κελί, όπου έπεσε στο κρεβάτι να κοιμηθεί, όπως ή­ταν ντυμένη, χωρίς κουβέρτες.

Το κελί ήταν πλημμυρισμένο από το θαβώρειο φώς, το όποιο την ζέσταινε σαν να ήταν καλοκαίρι!

Όταν έφυγε, στην Αθήνα, εγκατέλειψε το τελωνείο ό­που εργαζόταν, γιατί δεν μπορούσε να συμβιβάσει με τη συνείδησή της και έκανε τη νοσοκόμα. Έτρεχε κάθε μέρα όπου άκουγε ότι γινόταν Θ. Λειτουργία και έμενε νηστικιά γιατί δεν είχε φαγητό. Μού θύμισε το βίο της οσίας Μαρίας της Αιγύπτιας.

(κ. Γ.Δ.)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ  ΛΑΙΚΟ ΛΕΙΜΩΝΑΡΙΟ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ.