Ο Χριστιανός ξεπερνά τον φόβο του θανάτου

Έχω ξαναγράψει για τα αποκριάτικα ξεφαντώματα και τους βαλεντίνους και όλες τις κοσμικές χαρές εδώ μέσα.Είναι μια χαρά πού πρέπει να γίνεται με μέτρο και είναι στα μέτρα του ανθρώπου του χωμάτινου , πού είναι δεμένος στην γη ακόμα. Γι αυτό δεν σηκώνω δάχτυλο κατηγορίας.
Όμως,είναι μια χαρά εφήμερη και υποκριτική, βεβιασμένη πολλές φορές.Ξεκουράζει. Ξεκουράζει τον άνθρωπο της ρουτίνας. Αλλά δεν τον ΑΝΑΠΑΥΕΙ. Προσέξτε την δύναμη των λέξεων. Άλλο ξεκούραση και άλλο ανάπαυση. Άλλο το εφήμερο και άλλο το διηνεκές και μένον. 
Απόψε, λίγοι χριστιανοί θα προσέλθουν στους ναούς μας, προσκομίζοντας κόλλυβα και πρόσφορα για την ανάπαυση των κεκοιμημένων τους . Την ώρα πού θα ψάλλουμε και θα δεόμαστε εμείς, ο κόσμος θα προετοιμάζεται για την γιορτή των ερωτευμένων, λες και ο έρωτας είναι κάτι φυτεμένο και ημερήσιο,και άλλοι θα κάνουν τα αποκριάτικα σχέδια τους. Όμως. Σας το λέω με πλήρη συνείδηση δεν θα έχουν την μακαρία χαρά του ιερού καθήκοντος, ούτε την ευφροσύνη της αντίδοσης πού θα πάρουν οι προσφέροντες επειδή έδωσαν χαρά στους κεκοιμημένους τους. 
Δεν ρητορεύω. Δεν διακρίνω μεταξύ δικαίων και αμαρτωλών. Θλίβομαι απλά πού οι ευκαιρίες πού δίνονται στην αγκαλιά της Εκκλησίας πηγαίνουν στράφι.
Θυμιατά και κόλλυβα; Καταθλιπτικά πράγματα και παρωχημένα, σου λέει. Ο θάνατος είναι ο άρχοντας των ανθρώπων. Παραμένουν δέσμιοι. Ορίζει την ζωή τους και γι αυτό τον φοβούνται και τον ξορκίζουν με χαρά ψεύτικη. Κάποιος σύγχρονος θεολόγος γράφει πώς η κοινωνία μας είναι τόσο θανατοκεντρική «ώστε και τα κρεββάτια μας μοιάζουν με μνήματα».Ο Χριστιανός νικάει τον φόβο του Θανάτου , πού είναι χειρότερος και από τον θάνατο τον ίδιο, μαζί με τον Αναστημένο Χριστό.
Όταν βλέπω ανθρώπους να αποστρέφουν το πρόσωπο τους με φρίκη και τρόμο, μπροστά σε μια έξοδο κεκοιμημένου, επαναστατώ και θλίβομαι. Δεν είναι μόνο ασέβεια για την ιερότητα του λειψάνου, είναι ανοησία , υπεκφυγή και ψευδαίσθηση, πώς θα αποφύγουν τον θάνατο και τον ρεαλισμό του. Οι εχθροί της Εκκλησίας μας λένε πώς υπάρχουμε, η θρησκεία υπάρχει, μόνο και μόνο για να βοηθήσει τον άνθρωπο να ξεπεράσει τον φόβο του θανάτου και να τον διαχειριστεί σαν πραγματικότητα αδήριτη. Τους ευχαριστούμε. Άκοντες, παραδέχονται πώς ο χαρακτήρας της εκκλησίας μας δεν είναι απλά παρακλητικός, αλλά αναστάσιμος. Η κατά Χριστόν ζωή δίνει στον άνθρωπο την γενναία ώθηση να ξεπεράσει αυτόν τον φόβο, γιατί «θάνατος ουκ άπτεται» των χριστιανών. Ο θάνατος του Χριστού έγινε ο θάνατος του θανάτου.Και αν άγιοι και χριστιανοί εδειλίασαν ΄για μια στιγμή μπροστά στον θάνατο δεν ήταν παρά σκίρτημα φύσης ανθρώπινης ή τρόμος μετά ταπείνωσης για την μέλλουσα κρίση και κατάταξη τους.
Αδιανόητα πράγματα για τον ορθολογιστή και τον θανατοκεντρικό νου. Η Εκκλησία μας ψάλλει:

Ανέστη Χριστός εκ νεκρών, λύσας θανάτου τα δεσμά, ευαγγελίζου γη χαράν μεγάλην, αινείτε ουρανοί Θεού την δόξαν.

Αυτός ο ευαγγελισμός, η χαρά μεγάλη και η δόξα είναι τα στοιχεία πού δημιουργούν έναν χριστιανό πάνω και πέρα από τον θάνατο και τον φόβο του θανάτου!

Για όσους έφυγαν …

 

Ο θάνατος αποτελεί έναν σταθμό μέσα στην ζωή !

Εκείνοι που φεύγουν, περιμένουν εμάς. Εμείς που μένουμε περιμένουμε να δούμε ξανά εκείνους! Χωρίς αυτήν την προοπτική ζωής, ο Θάνατος, εκτός από την ολοκλήρωση μιας πορείας, μεταβάλλεται από λύτρωση, σε τιμωρία. Σε αυτόν τον μεγάλο ύπνο, έχουμε όλοι συμμετοχή. Επειδή λοιπόν οι νεκροί πεθαίνουν , μόνον όταν τους λησμονήσουν οι ζωντανοί, μέσα από την λειτουργική πράξη της Εκκλησίας παραμένει ζωντανή η μνήμη του προσώπου. Για κάποιον που δεν μπορεί να πιστέψει στην αιωνιότητα, όλα αυτά είναι μάταια.

Είναι λοιπόν καθήκον ιερόν, όταν θυμόμαστε όσους δεν είναι πλέον στα πρόσκαιρα, αλλά στα αιώνια, δεν είναι στα φθαρτά αλλά στα άφθαρτα, δεν βρίσκονται πλέον στα επίγεια αλλά στα ουράνια. Κάθε μέρα που περνά, μας φέρνει ακόμα πιο κοντά στο κλείσιμο του κύκλου. Οι κεκοιμημένοι φεύγοντας, δίνουν την σειρά τους σε εμάς. Σε αυτή την κοινή πορεία, το κοινό χρέος έχουμε όλοι μερίδιο. Όταν εμείς θυμόμαστε όσους »έφυγαν» κάποιοι άλλοι θα θυμηθούν και εμάς, μετά από εμάς!

 

Ας αναπαύει ο Θεός τις ψυχές των αγαπημένων μας προσώπων.

Αύριο, στην λειτουργία των ψυχών ,

ας θυμηθούμε μαζί με όσους αγαπήσαμε,

πρόσωπα που δεν έχουν κανέναν να τα θυμηθεί.

Μνημόσυνο, είναι η ανάμνηση

και οι αναμνήσεις ανήκουν στην ζωή !

Στοχάζομαι λοιπόν πως σήμερα και αύριο,

μέσα από τις δικές μας αναμνήσεις

μέσα από τις δικές μας προσευχές θα ξαναζωντανέψουμε

όσους τελικά δεν έφυγαν ποτέ από κοντά μας.

Απλά, περιμένουμε την αντάμωση ξανά μαζί τους….

 

Αιωνία τους η μνήμη !

 

 

π. Θωμάς Ανδρέου

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ ΚΑΙ ΟΧΙ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ

(Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου)
Η Εκκλησία είναι θεραπευτήριο και όχι δικαστήριο των ψυχών. Δεν καταδικάζει για τα αμαρτήματα, αλλά παρέχει συγχώρηση των αμαρτημάτων.
Τίποτα δεν κάνει τόσο χαρούμενη τη ζωή μας, όσο η ευχαρίστηση που νιώθουμε στην Εκκλησία.
Στην Εκκλησία συντηρούν τη χαρά τους οι χαρούμενοι, στην Εκκλησία αποκτούν την ευθυμία οι στεναχωρημένοι και την ευφροσύνη οι λυπημένοι, στην Εκκλησία βρίσκουν την ανακούφιση οι ταλαιπωρημένοι και την ανάπαυση οι κουρασμένοι.
«Ελάτε» λέει ο Κύριος, «κοντά μου όλοι, όσοι είστε κουρασμένοι και φορτωμένοι (με θλίψεις και αμαρτίες), κι εγώ θα σας ξεκουράσω» (Ματθ. 11:28).
Τι πιο ποθητό θα μπορούσε να υπάρξει απ’ αυτή τη φωνή; Τι πιο γλυκό απ’ αυτή τη πρόσκληση;
Ο Κύριος σε προσκαλεί στην Εκκλησία για πλούσιο γεύμα.
Σε μεταφέρει από τους κόπους στην ανάπαυση κι από τα βάσανα στην ανακούφιση.
Σε απαλλάσσει από το βάρος των αμαρτημάτων σου.
Γιατρεύει τη στεναχώρια με την ευχαρίστηση και τη λύπη με τη χαρά.
Κανένας δεν είναι πραγματικά ελεύθερος και χαρούμενος, παρά μόνο εκείνος που ζει για τον Χριστό. Αυτός ξεπέρασε όλα τα κακά και δεν φοβάται τίποτα!
Από το βιβλίο: Θέματα Ζωής Β’, Ιεράς Μονής Παρακλήτου

http://anthologioxr.blogspot.gr/2015/02/blog-post_3.html

Δεν άντεξα την κοροϊδία της μάνας μου, πως θα αντέξω την ντροπή προς τον Χριστό;

Διηγήθηκε ένας γέροντας, ότι κάποιος αδελφός, θέλοντας να αναχωρήση, εμποδιζόταν από την μητέρα του. Αυτός δεν παραιτούνταν από τον σκοπό τους λέγοντας ότι θέλει να σώση την ψυχή του.
Μετά από τα πολλά, η μητέρα του δεν μπορούσε άλλο να τον εμποδίζη και υποχώρησε. Αυτός δε αφού μόνασε, κατανάλωσε όλη του την ζωή στην αμέλεια.

Έγινε δε να πεθάνει η μητέρα του, και μετά από έναν χρόνο αυτός να ασθενήση βαριά. Τότε βρέθηκε σε έκσταση και του φάνηκε ότι πήγε να κριθή και βρίσκει και την μητέρα του μεταξύ των κρινόμενων.
Τότε εκείνη του λέει έκπληκτη: Τι είναι αυτό παιδί μου, και συ ήλθες για να κριθής;
Καί που είναι τα λόγια σου που έλεγες ότι θες να σώσης την ψυχή σου;
Εκείνος τότε καταντράπηκε μη έχοντας να της απαντήση. Κατ’ οικονομία όμως του φιλάνθρωπου Θεού, αφού είδε αυτά, έγινε καλά· και σκεφτόμενος ότι από Θεού ήταν ότι είδε, κλείστηκε στον εαυτό του και το υπόλοιπό του βίου του το πέρασε με μετάνοια και κλαίοντας για ότι έπραξε πριν.
Τόση ήταν αυτού η κατάνυξη, ώστε πολλοί παρακαλούσαν να τον δούν, φοβούμενοι μήπως πάθει τίποτε από το πολύ κλάμα.
Αυτός δεν ήθελε να παρηγορηθεί λέγοντας: Δεν άντεξα στην κοροιδία της μάνας μου, πως λοιπόν θα αντέξω την ντροπή προς τον Χριστόν και τους Αγγέλους την μέρα της κρίσης;

Πηγή: imverias.blogspot.gr

Πό­σο ἀγ­γί­ζει ἡ δι­δα­χή ὅ­ταν τήν βλέ­πεις ἁ­πτή, πα­ρά­δειγ­μα βί­ου!

 

Τῆς Εἰ­ρή­νης Κου­τρέ­τση

Μα­θη­τεί­α πλά­ι σέ κά­ποι­ον πού μι­λᾶ διά τῶν ἔρ­γων. Τί σπου­δαί­α εὐ­και­ρί­α… Ἀ­φυ­δα­τώ­νει ἡ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα, νι­ώ­θω, καί δι­ψᾶ­με γιά πα­ρα­δείγ­μα­τα βι­ο­τῆς, γιά πα­ρα­τή­ρη­ση δο­ξο­λο­γούν­των. Ποι­ός βλέ­πει τήν ζω­ή ἀλ­λι­ῶς, ποι­ός τήν ζεῖ στά γε­μά­τα; Ἔ­χου­με ἀ­νάγ­κη πα­ρα­δείγ­μα­τος, ἀ­κό­μα κι ἄν κά­ποι­οι στήν ἐ­φη­βεί­α δεί­χνου­με ἀ­δι­ά­φο­ροι καί στήν μέ­ση ἡ­λι­κί­α αὐ­τάρ­κεις. Συ­νή­θως εἶ­ναι πού οἱ γη­ραι­ό­τε­ροι μᾶς ἀ­πο­γο­ή­τευ­σαν. Ἀ­λή­θεια, πό­σο πνι­γη­ρό φαν­τά­ζει τό γῆ­ρας ὅ­ταν δέν συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πό κε­κτη­μέ­νη σο­φί­α… Πα­ραί­τη­ση, προ­θά­λα­μος τοῦ θα­νά­του.

Ἀ­πό τήν ἄλ­λη, «ὁ ἥ­λιος βα­σι­λεύ­ει στήν δύ­ση του». Για­τί τά γη­ρα­τειά νά εἶ­ναι καί ψυ­χι­κά ἀ­πο­στε­ω­μέ­να; «Ὅ,τι ἀ­γα­πῶ γεν­νι­έ­ται ἀ­δι­ά­κο­πα, ὅ,τι ἀ­γα­πῶ βρί­σκε­ται στήν ἀρ­χή του πάν­τα». Τό ἀ­να­φο­ρι­κό, θά τολ­μοῦ­σα, ἀν­τι­κα­θί­στα­ται κι ἀ­πό τό ἀρ­σε­νι­κό ἤ θη­λυ­κό του καί τό πρό­σω­πο γί­νε­ται τρί­το ἑ­νι­κό. Ὅ­ποι­ος /-α ἀ­γα­πᾶ γεν­νι­έ­ται ἀ­δι­ά­κο­πα, ὅ­ποι­ος/-α ἀ­γα­πᾶ βρί­σκε­ται στήν ἀρ­χή του / της πάν­τα. Κι ἡ ὄν­τως ἀ­γά­πη προ­ϋ­πο­θέ­τει τήν με­τά­νοι­α πού … μη­δε­νί­ζει τό κον­τέρ. Τό εἶ­δα, τό γνω­ρί­ζω, ἐλ­πί­ζω νά τό οἰ­κει­ω­θῶ.

Δυ­ό κυ­ρί­ες ἐ­τῶν 93 καί μιά στά 86 πα­ρα­δί­δουν ἐν ἀ­γνοί­ᾳ τους μά­θη­μα ζω­ῆς. Ἡ μιά, ἡ νε­ό­τε­ρη, μορ­φω­μέ­νη, πο­λυ­τα­ξι­δε­μέ­νη, ἔγ­κρι­τη λο­γο­τέ­χνις, βα­πτι­σμέ­νη στήν ἀρ­χον­τιά τῆς ἀ­στι­κῆς τά­ξης τοῦ πα­ρελ­θόν­τος. Ἡ ἄλ­λη, μι­κρο­παν­τρε­μέ­νο κο­ρί­τσι ἀ­πό μιά μο­ρα­ΐ­τι­κη κω­μό­πο­λη, ση­μεί­ω­νε κά­θε δραχ­μή πού ξό­δευ­ε λό­γω δύ­στρο­που συν­τρό­φου, εἶ­δε κε­φά­λια ἔ­ξω ἀ­πό τό σπί­τι της στήν Ἔ­δεσ­σα κα­τά τόν Ἐμ­φύ­λιο, καί μιά Νέ­α Σμύρ­νη χω­ριό. Ἡ τρί­τη, δα­σκά­λισ­σα Πο­λί­τισ­σα, ἔ­χα­σε δυ­ό φο­ρές τήν πε­ρι­ου­σί­α της καί βα­σα­νί­στη­κε ἀ­πό ἀ­σθέ­νει­ες πο­λύ­χρο­νες. Κι οἱ τρεῖς χάρ­μα ψυ­χῆς καί νο­ός.

Βλέ­πον­τας νέ­ες γι­α­γιά­δες χω­ρίς σο­φί­α καί ἡ­λι­κι­ω­μέ­νους μέ­σα στήν γκρί­νια, αὐ­τές ξε­χω­ρί­ζουν ὡς πο­λύ­τι­μοι, δυ­σεύ­ρε­τοι­ ὁ­δο­δεῖ­κτες. Κοι­νός πα­ρο­νο­μα­στής τά ὅ­σα δι­α­φο­ρε­τι­κά δύ­σκο­λα πέ­ρα­σαν στά ὁ­ποῖ­α δέν πα­ρα­δό­θη­καν, ἡ ἀ­γά­πη καί τό οὐ­σι­α­στι­κό ἐν­δι­α­φέ­ρον γιά τόν ἄλ­λον, ἡ στέ­ρε­η πί­στη στόν Χρι­στό καί τό ἀ­γα­θό. Φε­μι­νί­στρι­ες ἀλ­λιώ­τι­κες, μαρ­τυ­ροῦν τήν δύ­να­μη καί τόν δυ­να­μι­σμό τοῦ φύ­λου κα­θώς ἀ­νέ­στη­σαν οἰ­κο­γέ­νει­ες καί δι­δά­σκουν τα­πει­νά, ἐμ­πρά­κτως.

Ἡ μιά πρό μη­νῶν νο­ση­λευ­ό­ταν με­τά ἀ­πό ἐγ­κε­φα­λι­κό καί στά τη­λέ­φω­να πού συ­νε­χῶς χτυ­ποῦ­σαν στό νο­σο­κο­μεῖ­ο οὐ­δέ­πο­τε τήν ἄ­κου­σα νά γκρι­νιά­ζει. Τοὐ­ναν­τί­ον, μο­νί­μως ρω­τοῦ­σε μέ πραγ­μα­τι­κή ἔ­γνοι­α τόν συ­νο­μι­λη­τή γιά τόν ἴ­διο καί τήν οἰ­κο­γέ­νειά του. Τώ­ρα, τό μό­νο πού τήν στε­νο­χω­ρεῖ εἶ­ναι πού τό χέ­ρι της πιά δέν τήν βο­η­θᾶ νά κεντή­σει σεν­το­νά­κια γιά τά μω­ρά πού ἀ­να­μέ­νου­με στήν πα­ρέ­α.

Ἡ ἄλ­λη, πα­ρό­τι ἡ θέ­ση της, ἡ ἡ­λι­κί­α κι ἡ ἀ­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τά της θά μπο­ροῦ­σαν νά τήν κα­θι­στοῦν ἀ­πό­μα­κρη, μέ­νει ἁ­πλή καί προ­ση­νής, νά ἀ­παν­τᾶ σέ ἠ­λε­κτρο­νι­κά μη­νύ­μα­τα, νά μοι­ρά­ζε­ται τήν ἱ­στο­ρι­κή της ἐμ­βρί­θεια, νά δι­ψᾶ ἀ­κό­μη νά μά­θει.

Τήν τρί­τη, τύ­ποις κα­θη­λω­μέ­νη σέ ἀ­να­πη­ρι­κό κα­ρο­τσά­κι, μο­νί­μως κά­τι τήν βρί­σκω νά μα­γει­ρεύ­ει γιά νά φι­λέ­ψει. Ἔ­χει τήν πε­ποί­θη­ση πώς ὁ Θε­ός τήν ἀ­φή­νει νά ζεῖ γιά νά μᾶς ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει νά μα­χό­μα­στε, νά μήν πα­ραι­τού­μα­στε στίς δυ­σκο­λί­ες ἤ μπρο­στά στά λά­θη μας.

Πό­σες τέ­τοι­ες γι­α­γιά­δες ὑ­πάρ­χουν γύ­ρω μας;

Προ­σω­πι­κά εὐ­τύ­χη­σα νά γνω­ρί­σω αὐ­τές καί του­λά­χι­στον ἄλ­λες δυ­ό, ὅ­λες στήν ἐ­νο­ρί­α (τυ­χαῖ­ο;). Ἡ μιά, ὑ­πε­ραι­ω­νό­βια και μα­κα­ρί­τισ­σα πλέ­ον, ἔ­ζη­σε τόν ξε­ρι­ζω­μό ἀ­πό τόν Πόν­το, κή­δε­ψε νέ­α τρεῖς συ­ζύ­γους (ἀ­φα­νεῖς ἥ­ρω­ες τῆς Ἱ­στο­ρί­ας τοῦ 1914, τοῦ 1922 καί τοῦ 1940) καί δυ­ό παι­διά. Ξυ­πνοῦ­σε, ζοῦ­σε καί κοι­μό­ταν δο­ξο­λο­γών­τας. Ἡ ἄλ­λη, ἐ­πί­σης Ποντία, ὑ­πέ­φε­ρε τούς διωγ­μούς ἀ­πό τόν Στά­λιν καί τήν ἀ­νυ­πό­φο­ρη ζω­ή ἐκ­πα­τρι­σμέ­νη στό Κα­ζακ­στάν. Μέ­χρι σή­με­ρα κου­κου­λώ­νε­ται χει­μώ­να – κα­λο­καί­ρι στά μάλ­λι­να μά τό χα­μό­γε­λο κι ἡ μα­τιά της ζε­σταί­νουν τούς γύ­ρω.

… Καί με­τά μι­ζε­ριά­ζω για­τί δέν μοῦ πέ­τυ­χε τό φα­ΐ, μέ ἐ­νο­χλεῖ τό σκυ­λί τοῦ γεί­το­να ἤ ἐ­πει­δή περ­νᾶ ἴ­ω­ση ἡ μι­κρή μου.

Ὡς δα­σκά­λα, πο­λύ θά ἤ­θε­λα οἱ ἔ­φη­βοι μα­θη­τές μου νά τίς ἀ­κού­σουν, νά τίς ἀ­φουγκρα­στοῦν. Ὡς Εἰ­ρή­νη, εὔ­χο­μαι νά φτά­σου­με τά χρό­νια τους μά κυ­ρί­ως νά ἔ­χου­με τό φρό­νη­μά τους! Φρό­νη­μα πού δο­κι­μά­στη­κε σχε­δόν ἕ­ναν αἰ­ώ­να, ψή­θη­κε στήν δυ­σκο­λί­α καί τόν πό­νο καί ψη­λα­φεῖ­ται στό νοι­ά­ξι­μο γιά τόν πλη­σί­ον, τήν ἀ­κού­ρα­στη ὄ­ρε­ξη νά ἐ­ξι­στο­ροῦν μέ θυ­μο­σο­φί­α τά πα­ρελ­θόν­τα, τήν δια­ρκῆ ἐ­να­σχό­λη­ση μέ τό Φῶς ὡς χα­ρά καί δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα, ὡς δο­ξο­λο­γί­α μά καί πα­ρά­κλη­ση. Κα­θί­σταν­ται, ἔ­τσι, πιό νέ­ες ἀ­πό ἀρ­κε­τούς ἀ­πό ἐ­μᾶς, με­σο­πό­λιους δῆ­θεν νέ­ους.  

 

http://wwwtaxiarhes.blogspot.gr/2015/02/blog-post_8.html

Σάββατο των ψυχών (Ψυχοσάββατο)

ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ (ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ)
 
Του θεολόγου κ. Ανδρέα Κυριακού
=====
Το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω ονομάζεται Ψυχοσάββατο, διότι, κατά το Τριώδιο, τη μέρα αυτή μνημονεύομε όλους όσους έχουν κοιμηθεί ευσεβώς (δηλαδή όλους τους Ορθοδόξους Χριστιανούς) με την ελπίδα της αναστάσεως για την αιώνια ζωή.
 
Βρισκόμαστε ενώπιον του φοβερού μυστηρίου του θανάτου. Η Μητέρα μας Εκκλησία δεν λησμονεί, ούτε διαγράφει από τις προσευχές της κανένα από τα τέκνα της που έχουν αναχωρήσει από αυτή τη ζωή, ανεξάρτητα από το πότε έγινε αυτό. 
 
Κατά τα Ψυχοσάββατα βλέπει κανείς πλήθος χαρτάκια, παντός σχήματος και μεγέθους, με καταλόγους από ονόματα, ανορθόγραφα και κακογραμμένα πολλές φορές, που δείχνουν την έγνοια των χριστιανών για τους προσφιλείς τους που έχουν αποδημήσει εις Κύριον. 
 
Ενας μεγάλος Άγιος του 20ου αιώνος, ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς, κρατούσε για πολύ καιρό τα σημειώματα με τα ατέλειωτα ονόματα των χριστιανών, που τους μνημόνευε κατά την Προσκομιδή σαν λειτουργός. 

Κάτι ήξερε ο Άγιος και μνημόνευε ακατάπαυστα, μέχρι να καταστραφούν τα χαρτάκια. 
 
Η Εκκλησία είναι σαφής εν προκειμένω: Όταν ο άνθρωπος αναχωρήσει από τον κόσμο αυτό βρίσκεται πλέον στο έλεος του Θεού. Τότε η Μητέρα του, δηλαδή η Εκκλησία, αλλά  κι οι συγγενείς του, δηλαδή οι πιστοί, επικαλούνται συνεχώς τη χάρη του Θεού γι’ αυτόν. Εφόσον η Δευτέρα Παρουσία δεν έγινε ακόμα η Εκκλησία και οι προσφιλείς των νεκρών έχουν δικαίωμα να ζητούν από τον φιλάνθρωπο Θεό να τους συγχωρήσει. 
 
Στο Βίο του Αγίου Θεοδοσίου του Τσερνίκωφ,που έζησε στη Ρωσία, αναφέρεται ότι κάποτε παρουσιάστηκε στον ύπνο ενός ιερέως ο Άγιος και του ζήτησε να μνημονεύει τους γονείς του, λέγοντάς του συνάμα τα ονόματά τους Μιχαήλ και Μαρία. Ο ταπεινός ιερέας εξεπλάγη από το αίτημα και ρώτησε: Μα γιατί εσύ, Άγιε του Θεού, που έχεις τόση παρρησία στο Θεό, χρειάζεσαι εμένα τον αμαρτωλό και τις προσευχές μου; Τότε ο Άγιος του εξήγησε πόση δύναμη έχουν οι προσευχές των ιερέων. 
 
Σε μια ταφόπλακα στις κατακόμβες της Ρώμης βρέθηκε μια επιγραφή στα λατινικά που έγραφε: Paule et Petre petite pro Victore, δηλαδή Παύλε και Πέτρε (αναφέρεται στους κορυφαίους Αποστόλους) ικετεύσετε για το Βίκτωρα (ο τελευταίος ήταν ο ένοικος του τάφου). Οι αρχαίοι Χριστιανοί γνώριζαν τα μνημόσυνα και  ζητούσαν τις μεσιτείες των Αποστόλων. 
 
Μια φορά που βρέθηκα στο Σινά, στο καθολικό της Μονής, άκουσα το λειτουργό να μνημονεύει τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό και τη γυναίκα του. Στις μονές του Αγίου Όρους μνημονεύονται οι αυτοκράτορες Νικηφορός Φωκάς κι Ιωάννης Τσιμισκής. 
 
Το Ψυχοσάββατο θυμίζει και σε μας το γεγονός ότι είμαστε προσωρινοί και παρεπίδημοι στον κόσμο αυτό. Μας κτυπά καμπανάκι για να κανονίσουμε τους λογαριασμούς μας με το Θεό.
ΠΗΓΗ.ΠΟΛΕΜΑΡΧΟΣ