Στον απόηχο του πολιτικού «όρκου» των πολιτικών: Επιτρέπεται να ορκίζεται ο χριστιανός;

Στον απόηχο των πολλών συζητήσεων που έγιναν εξ αιτίας του «όρκου» (ορθότερα της διαβεβαίωσης) που έδωσαν οι πολιτικοί άρχοντες επικαλούμενοι την τιμή και την υπόληψή τους,  καταθέτουμε τις  σκέψεις μας επί του ζητήματος  κατά πόσο επιτρέπεται ή όχι να ορκίζεται ο χριστιανός. Το κείμενο που ακολουθεί είναι  από μία διάλεξη που έδωσα για το θέμα αυτό την Άνοιξη 2014, προσκελημένος από τον εφημέριο του Ι.Ν. Αγίου Νεκταρίου Τρικάλων.

 

                    ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ ΝΑ ΟΡΚΙΖΕΤΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ;

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΣΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΒΛΕΠΩ δεκάδες χριστιανών να δίνουν χωρίς κανένα ενδοιασμό όρκο προκειμένου να εξετασθούν ως μάρτυρες. Πολλοί δε εξ αυτών είναι πρόθυμοι να παλαμίσουν με ευκολία το Ευαγγέλιο και να ξεστομίσουν κάθε είδους ανακρίβεια ή ψέμμα προκειμένου να «πάει καλά η υπόθεση». Θα προσπαθήσω με συντομία και σαφήνεια να αναλύσω αν η δόση όρκου επιτρέπεται ή όχι από το Ευαγγέλιο και την Ιερή Παράδοσή μας, καθώς και να δώσω κάποια δικονομική διέξοδο στην αγωνία πολλών Χριστιανών που θέλουν μεν να καταθέσουν την μαρτυρία τους στο δικαστήριο, χωρίς όμως να ορκισθούν και να παραβιάσουν τη θρησκευτική συνείδησή τους.
Τί σημαίνει όρκος
Η λέξη όρκος παράγεται από το αρχαίο ρήμα είργω=περιορίζω, εμποδίζω, από το οποίο παράγεται και η λέξη ειρκτή. Σημαίνει ένα μέσο, με το οποίο ο ορκιζόμενος δεσμεύεται να πει την αλήθεια, διαφορετικά θα υποστεί κυρώσεις. Επίσης η λέξη έρκος= φραγμός, εμπόδιο, με την οποία συνδέεται ετυμολογικά ο όρκος, σήμαινε αρχικά το πρόσωπο ή το πράγμα που επικαλούνταν ο ορκιζόμενος (συνώνυμη λέξη: τα όρκια). Είναι ένα είδος δυνητικής «αυτοκατάρας», η οποία ενεργοποιείται εναντίον αυτού του ίδιου που ορκίζεται, στην περίπτωση που τον παραβαίνει. Η δέσμευση γίνεται στο όνομα κάποιου θεού.
Επομένως όρκος είναι η επίκληση του Θεού ή κάποιου ιερού προσώπου ή πράγματος, που γίνεται για να επικυρωθεί η αλήθεια μιας διαβεβαίωσης ή η ειλικρίνεια μιας υποσχέσεως.
Οι όρκοι ήδη από την αρχαιότητα αρχίζουν με επίκληση των Θεών, πρώτα των αρμόδιων θεοτήτων και ύστερα όλων των άλλων. Όλοι τους καλούνται αυτήν την επίσημη στιγμή σαν Μάρτυρες πως ο όρκος θα τηρηθεί. Έτσι, η επιορκία, δηλαδή το να πατήσεις τον όρκο σου, αποτελεί παράπτωμα εναντίον των θεών. Τα αντίποινα σε αυτήν την περίπτωση δεν επιβάλλονται από τους ανθρώπους αλλά από τις θεϊκές δυνάμεις, εφόσον εκείνες καλούνται να παίξουν τον ρόλο των εγγυητών του όρκου. Κανένας αρχαίος κώδικας δεν προβλέπει ποινή για την επιορκία. Η τιμωρία της επιορκίας είναι υπόθεση των θεών. Το να δεσμεύεται κανείς με όρκο, σημαίνει πως εκ των προτέρων εγκαταλείπεται στην θεϊκή εκδίκηση, εφόσον καλεί τους θεούς να είναι παρόντες στην πράξη που δεσμεύει.
Πρέπει ωστόσο εμείς οι χριστιανοί να ορκιζόμαστε;
Τί έλεγε η Παλαιά Διαθήκη για τον όρκο
Είναι αλήθεια ότι στην εποχή της Παλαιάς Διαθήκης ο Θεός επέτρεπε τον όρκο. Στο Δευτερονόμιο (6.13) διαβάζουμε: «Κύριον τον Θεόν σου φοβηθήση και αυτώ μόνω λατρεύσεις και επί τω ονόματι αυτού ομή» . Επίσης στο βιβλίο της Εξόδου (22.10.11) διαβάζουμε ότι στις αμφίβολες και αμάρτυρες υποθέσεις ο όρκος διαλύει κάθε αμφιβολία : «Εάν δε τις, λέγει, δω τω πλησίον υποζύγιον ή μόσχον ή πρόβατον ή παν κτήνος φυλάξαι και συντριβή ή τελευτήση ή αιχμάλωτον γένηται και μηδείς γνω, όρκος έσται του Θεού ανά μέσον αμφοτέρων». Ο Προφήτης Ησαίας είπε: «Εμοί κάμψει παν γόνυ και πάσα γλώσσα τον Θεόν». Επίσης, ο Προφήτης Δαβίδ είπε: «Και επαινεθήσετε πάς ο ομνύων επ αυτώ». Έτσι λοιπόν όσοι διαβάζουν αυτά, εύκολα μπορούν να πιστέψουν ότι όρκος όχι μόνο δεν είναι αμαρτία αλλά και έργο άξιο επαίνου, αρετή.
Τι λέγει το Ευαγγέλιο για τον όρκο.-
Αλλά αν ανοίξουμε την Καινή Διαθήκη, ο Χριστός εκεί προστάζει διαφορετικά. Απαγορεύει τον όρκο. Τα λόγια του Κυρίου που απαγορεύουν τον όρκο είναι τα εξής:
Ματθ. 5,33 Πάλιν ἠκούσατε ὅτι ἐῤῥέθη τοῖς ἀρχαίοις, οὐκ ἐπιορκήσεις, ἀποδώσεις δὲ τῷ Κυρίῳ τοὺς ὅρκους σου.
Ματθ. 5,33 Παλιν έχετε ακούσει ότι ελέχθη στους προγόνους σας• δεν θα καταπατήσης τον όρκον σου, αλλά ως καθήκον ιερόν προς τον Κυριον θα τηρήσης τας υποσχέσεις και τας μαρτυρίας, που με όρκον ανέλαβες.

Ματθ. 5,34 Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ὀμόσαι ὅλως· μήτε ἐν τῷ οὐρανῷ, ὅτι θρόνος ἐστὶ τοῦ Θεοῦ.
Ματθ. 5,34 Εγώ όμως σας λέγω, να μην ορκισθήτε καθόλου, ούτε στον ουρανόν, διότι είναι θρόνος του παντοκράτορος Θεού,
Ματθ. 5,35 μήτε ἐν τῇ γῇ, ὅτι ὑποπόδιόν ἐστι τῶν ποδῶν αὐτοῦ· μήτε εἰς Ἱεροσόλυμα, ὅτι πόλις ἐστὶ τοῦ μεγάλου βασιλέως·
Ματθ. 5,35 ούτε εις την γην, διότι είναι σαν άλλο υποπόδιον εις τα πόδια αυτού, ούτε εις τα Ιεροσόλυμα, διότι είναι πόλις του μεγάλου βασιλέως Θεού, εφ’ όσον εκεί είναι κτισμένος ο ναός του•
Ματθ. 5,36 μήτε ἐν τῇ κεφαλῇ σου ὀμόσῃς, ὅτι οὐ δύνασαι μίαν τρίχα λευκὴν ἢ μέλαιναν ποιῆσαι.
Ματθ. 5,36 ούτε εις την κεφαλήν σου να ορκισθής, που είναι δημιούργημα του Θεού, διότι συ δεν μπορείς ούτε μίαν τρίχα να την κάμης μαύρην η άσπρη (δηλαδή εις τίποτε να μη ορκισθής, αφού τα πάντα τα γεμίζει η παρουσία του Θεού).
Ματθ. 5,37 ἔστω δὲ ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὒ οὔ· τὸ δὲ περισσὸν τούτων ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστιν.
Ματθ. 5,37 Ας είναι δε ο λόγος σας αληθινός πάντοτε, ώστε το ναι να είναι ναι και το όχι να είναι όχι. Διότι το παραπάνω από αυτά είναι από τον πονηρόν, τον πατέρα του ψεύδους.
«Ηκούσατε ότι ερρέθη τοις αρχαίοις, ουκ επιορκήσεις, αποδώσεις δε τω Κυρίω τους όρκους σου. Εγώ δε λέγω υμίν μη ομόσαι όλως … έστω δε ο λόγος υμών ναι ναι, ου ου. Το δε περισσόν εκ του πονηρού εστίν» (κατά Ματθαίον 5, 33-37).
Είναι σαφέστατο λοιπόν και πέρα από κάθε αμφισβήτηση ότι η παραπάνω εντολή του Κυρίου μας, η οποία μάλιστα παραδόθηκε με τον πιο επίσημο τρόπο στο Ορος των Ελαιών ενώπιον μεγάλου αριθμού μαθητών, απαγορεύει τελείως τον όρκο. Μέχρι τότε στην Παλαιά Διαθήκη ο Μωσαικός Νόμος ανέχονταν το όρκο, χωρίς όμως να τον θεσμοθετεί. Απαγόρευε μόνο τον όρκο που δίνονταν «επί ματαίω» και «επ’ αδίκω» και την ψευδορκία, προβλέποντας μάλιστα ποινές σοβαρές.
Τι λέγει η Ιερή Παράδοση για τον όρκο
Μετά την εντολή του Κυρίου για τον όρκο, ο Απόστολος Ιάκωβος επαναλαμβάνει το 50 μ.χ. «Προ πάντων δε αδελφοί μου μη ομνύεται μήτε τον ουρανόν μήτε την γήν μήτε άλλον τινά όρκον. Ητω δε υμών το ναι ναι και το ου ου, ίνα μη εις υπόκρισιν πέσητε» (Ιακώβου κεφ. 5, 12). Τα ίδια τόνισε και ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς το 200 μ.χ. και ο Αγιος Αθανάσιος το 340 μ.χ. Ακολούθως οι τρείς Ιεράρχες της Εκκλησίας, λέγοντας «το ορκίζειν του φονεύειν εστί χείρον» και «όρκους κάκιστον διδόναι και λαμβάνειν». Το απαγορευμένο του όρκου υπέμνησε και η ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδος το 600 μ.χ. στον 94ο Ιερό Κανόνα, καθώς και το 787 μ.χ. η Ζ Οικουμενική Σύνοδος στην ΣΤ Πράξη της. Ο Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς το 1340 μ.χ. στον Δεκάλογό του τονίζει «διά τούτο ουδέ ομόσης όλως. Αλλά φεύξη τον όρκον τελείως». Ο ιερός Θεοφύλακτος Βουλγαρίας λέγει ότι στην Παλαιά Διαθήκη «ουκ ην πονηρόν τότε το ομνύειν», αλλά «μετά Χριστόν εστί πονηρόν». Αυτή λοιπόν είναι η Ιερή Παράδοση της Εκκλησίας. Σύμφωνη και συνεπής προς την Κυριακή εντολή.
Επομένως, ο όρκος, και μάλιστα όταν δίνεται πάνω στο Ευαγγέλιο, είναι παράβαση δεσποτικής και αποστολικής εντολής, αμαρτία μεγάλη, πονηρία, και δεν μπορεί κανείς να χρησιμοποιεί προφάσεις για να δικαιολογήσει την πράξη αυτή. Βεβαίως, όταν ζη κανείς σε εκκοσμικευμένες κοινωνίες, δυστυχώς αλλοιώνει τη διδασκαλία του Χριστού, όχι μόνον στο θέμα του όρκου, αλλά και σε άλλα θέματα.
Η αντίθεση Παλαιάς και Νέας Διαθήκης
Αυτή εξηγείται ως εξής: Επειδή οι από τον παλαιό νόμο νομοθετούμενοι Εβραίοι ήσαν παχυλοί στο πνεύμα και σαρκικοί διότι είχαν γεννηθεί και ανατραφεί μεταξύ των ειδωλολατρών και είχαν γίνει δεισιδαίμονες, δηλαδή των Αιγυπτίων, και δεν ήσαν ακόμη πνευματικά ώριμοι να δεχθούν τα περί τελειότητος νομοθετήματα, γι’ αυτό ο νόμος που τους δόθηκε από το Θεό ήταν ατελής. Επί πλέον ζώντας μεταξύ ειδωλολατρών είχαν συνηθίσει να ορκίζονται στα ονόματα των ειδώλων σαν να ήταν θεοί. Γι’ αυτό ο Θεός δια του προφήτου Ιερεμία του έλεγχε, λέγοντας: «οι υιοί σου εγκατέλιπόν με και ώμνυον εν τοις ουκ ούσι θεοίς». Θέλοντας λοιπόν ο Θεός να εμποδίσει αυτό το μεγάλο αμάρτημα, δηλαδή την ειδωλολατρία, επειδή ήξερε ως καρδιογνώστης ότι αν νομοθετούσε να μην ορκίζονται καθόλου δεν θα μπορούσαν να δεχθούν ακόμη αυτό τον τέλειο νόμο, διότι ήσαν συνηθισμένοι στους όρκους, συγκατανεύοντας από φιλευσπλαχνία στην αδυναμία τους, διέταξε να αφήσουν τους όρκους στα είδωλα και να ορκίζονται μόνο στο δικό Του Όνομα.
Όταν όμως μονογενής του Υιός, ο Ιησούς Χριστός, ήλθε στον κόσμο όχι για να καταλύσει αλλά για να συμπληρώσει το νόμο (Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι ἀλλὰ πληρῶσαι) , δηλαδή για να αναβιβάσει τα νομικά προστάγματα στη νομοθεσία της τελειότητας, τότε τους μεν Εβραίους βρήκε προπαιδευμένους από το μωσαϊκό νόμο για την υποδοχή της τελειότητας, τους δε εθνικούς εφώτισε με τη δύναμη της Θείας Χάρης του, και έτσι δίδαξε τα μαθήματα της τελειότητας.
Έτσι αναβίβασε στην τελειότητα τον περί της αποχής του φόνου νόμο, χτυπώντας αυτό ακριβώς που ήταν το αίτιο του φόνου, την οργή. Όρισε: Ματθ. 5. 21 «Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις, Οὐ φονεύσεις· ὃς δ’ ἂν φονεύσῃ, ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει. 22 ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ ὀργιζόμενος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ εἰκῇ ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει·»
Επίσης, ύψωσε στην τελειότητα τον περί σωφροσύνης νόμο, εμποδίζοντας όχι μόνο την πράξη αλλά και την επιθυμία της σαρκικής αμαρτίας. Είπε: « 27 Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις, Οὐ μοιχεύσεις. 28 ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ βλέπων γυναῖκα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτὴν ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ.»
Με τον ίδιο τρόπο ανέδειξε τέλειο και τον περί όρκου νόμο: «33 Πάλιν ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις, Οὐκ ἐπιορκήσεις, ἀποδώσεις δὲ τῷ Κυρίῳ τοὺς ὅρκους σου. 34 ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ὀμόσαι ὅλως·»
Έκοψε εντελώς την ρίζα (τον όρκο), για να εξαφανίσει τους κλάδους (την επιορκία). Εξόρισε το αίτιο, για να παύσει τα αποτελέσματα. Διότι όποιος κάνει όρκους, εύκολα πέφτει στην επιορκία. Εκείνος που απέχει εντελώς από τους όρκους, αυτός ουδέποτε επιορκεί.

Αλλά πώς καθιερώθηκε στην κοινωνική και νομική ζωή μας ο όρκος είτε με την επιβεβαιωτική είτε με την υποσχετική του μορφή;
Η υποχρεωτική του χρήση στο δικονομικό πεδίο καθιερώθηκε εντελώς ανιστόρητα και αψυχολόγητα από τους Βαυαρούς μετά την Τουρκοκρατία την εποχή του Όθωνος, έχοντας μάλιστα και την «ευλογία» της Ελληνικής Εκκλησίας, η οποία έδωσε τη σύμφωνη γνώμη της διά του αρχιμ. Θεοκλήτου Φαρμακίδη. Ο τότε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Άνθιμος το 1849 με εγκύκλιο επιστολή του, την οποία προσυπογράφουν, εκτός από την Ιερά Σύνοδο, και οι Πατριάρχες Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, εναντιώθηκε αμέσως στο αντιγραφικό και αντιπαραδοσιακό νέο μέτρο του υποχρεωτικού όρκου. Τόνιζε «ψεύδονται προφανώς οι την ορκομωσίαν ως νενομοθετημένην, ουχί παρά της πολιτικής νομοθεσίας, αλλά και παρ αυτής της ιεράς πίστεως παρεισάγοντες… τη καινοφανή περί του ορκοδοτείν διδασκαλία περιπεσόντες». Από τον πνευματικό κόσμο της εποχής έντονη ήταν και η αντίδραση του δασκάλου του Γένους Κων. Οικονόμου εξ Οικονόμων. Παρά ταύτα όμως ο όρκος καθιερώθηκε μέχρι σήμερα στη δημόσια ζωή της Χώρας μας σαν αναγκαίο κακό.
Πού δίδεται ο όρκος
Στην ιδιωτική ζωή των πολιτών ο όρκος δεν έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα. Έτσι εναπόκειται στην ελεύθερη βούληση του καθένα να δώσει ή να μη δώσει όρκο. Το μεγάλο συνειδησιακό και πνευματικό πρόβλημα ανακύπτει στην επίσημη ζωή του πολίτη στις σχέσεις του με την Πολιτεία, η οποία είτε για να δεχθεί την μαρτυρία του στα δικαστήρια είτε για να του επιτρέψει να αναλάβει δημόσια υπηρεσία αξιώνει την υποχρεωτική δόση όρκου. Πως λοιπόν θα αμυνθεί ο χριστιανός που θέλει να είναι συνεπής με την εντολή του Κυρίου να μη ορκίζεται; Ο όρκος επιβάλλεται από την ισχύουσα νομοθεσία σε δύο περιπτώσεις: Όταν κάποιος δίδει μαρτυρία ενώπιον πολιτικού ή ποινικού δικαστηρίου και όταν αποδέχεται διορισμό σε δημόσια υπηρεσία.
Στην πρώτη περίπτωση (δηλαδή της μαρτυρίας ενώπιον δικαστηρίου), η ίδια η νομοθεσία έδωσε πρόσφατα, την τελευταία δεκαετία, τη λύση σε όποιον θέλει μεν να εξετασθεί ως μάρτυρας, αλλά δεν θέλει να ορκισθεί. Η Πολιτική Δικονομία στο άρθρο 408 και η Ποινική Δικονομία στο άρθρο 218 ορίζουν πλέον ότι ο μάρτυρας πριν εξετασθεί ερωτάται από το δικαστή αν θέλει να δώσει θρησκευτικό όρκο ή αν θέλει να διαβεβαιώσει την αλήθεια όσων λέγει επικαλούμενος την τιμή και την υπόληψή του. Μέχρι τότε ο θρησκευτικός όρκος ήταν υποχρεωτικός και αυτό δημιουργούσε προβλήματα θρησκευτικής συνειδήσεως σε πολλούς πολίτες που η θρησκεία τους απαγόρευε τον όρκο. Έτσι λοιπόν ο χριστιανός που καλείται να εξετασθεί ως μάρτυρας (ή ως διάδικος ή να αναλάβει καθήκοντα πραγματογνώμονα κλπ) και δεν θέλει να παραβιάσει την εντολή του Κυρίου για τον όρκο, πρέπει να γνωστοποιήσει έγκαιρα στον δικαστή ότι δεν επιθυμεί να δώσει θρησκευτικό χωρίς να είναι υποχρεωμένος να δώσει άλλες εξηγήσεις επ’ αυτού.
Στην περίπτωση που ο Χριστιανός πρόκειται να αναλάβει υπηρεσία σε δημόσια θέση, ο Ν. 3528/2007 «Κώδικας κατάστασης δημοσίων υπαλλήλων», προβλέπει μεν στο άρθρο 18 ότι δίνεται όρκος , αλλά παρέχει στη συνέχεια τη δυνατότητα, σε όποιον δηλώσει ότι πρεσβεύει θρησκεία που δεν επιτρέπει τον όρκο να δώσουν την ακόλουθη διαβεβαίωση: «Δηλώνω, επικαλούμενος την τιμή και τη συνείδησή μου, ότι θα φυλάττω πίστη στην Ελλάδα, υπακοή στο Σύνταγμα και τούς νόμους και να εκπληρώνω τιμίως και ευσυνειδήτως τα καθήκοντά μου». Ανάλογη ρύθμιση υπάρχει πλέον και για του στρατιωτικούς κάθε βαθμού, καθώς και για την όρκιση των φοιτητών κατά την απονομή του πτυχίου. Παλαιότερα δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα. Ο όρκος ήταν μονόδρομος για την ανάληψη δημόσιας υπηρεσίας. Έτσι ο συνεπής χριστιανός δύο δρόμους είχε: ή να δώσει τον όρκο, παραβιάζοντας την πίστη του, ή να αρνηθεί και να χάσει τον διορισμό του ή το πτυχίο του.
Θα πρέπει να σας πω ότι η νεότερη νομοθεσία που διευκολύνει τους χριστιανούς να αποφεύγουν τον όρκο και έτσι να μην αμαρτάνουν υπήρξε αποτέλεσμα αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο οποίο προσέφυγαν πολίτες υποστηρίζοντας ότι με τον υποχρεωτικό όρκο προσβάλλεται το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας τους. Στις ημέρες μας συμπολίτες μας που καμία σχέση δεν έχουν με την πίστη μας, μάλλον εχθρικοί είναι, ζητούν πάλι από το ΕΔΑΔ να καταργηθεί και να εξοβελιστεί εντελώς ο θρησκευτικός όρκος από την νομική ζωή της Χώρας. Δηλαδή να μην υπάρχει ούτε ως δυνατότητας επιλογής. Θα πρέπει να πούμε ότι η επιδίωξή τους αυτή δεν γίνεται από σεβασμό στον Θεό, στην Εκκλησία, στις προσωπικές πεποιθήσεις των πιστών αλλά από προσπάθεια αποθρησκειοποίησης της κοινωνίας. Επιδιώκοντας να εξορίσουν το Θεό και το θρησκευτικό πνεύμα από τους θεσμούς της οργανωμένης Πολιτείας, ζητούν πλην άλλων (λ.χ. την καθαίρεση των εικόνων και των θρησκευτικών συμβόλων από τα σχολεία και τις δημόσιες υπηρεσίες), και την παντελή κατάργηση του όρκου. Ανεξάρτητα από τα κίνητρά τους, τα οποία δεν μας βρίσκουν σύμφωνους, ειδικά στο ζήτημα του όρκου εμείς ως χριστιανοί δεν έχουμε κανένα λόγο να αρνηθούμε την παντελή κατάργησή του γιατί εκ του αποτελέσματος μία τέτοια ρύθμιση είναι σύμφωνη με τη χριστιανική πίστη.
Επί του θέματος αυτού ο αρχιεπίσκοπός μας κ. Ιερώνυμος σε συνέντευξή του (Καθημερινή 28.12.2008), ερωτηθείς αν η Εκκλησία θα έπρεπε να επανεξετάσει το ζήτημα του θρησκευτικού όρκου που δίνουν πολιτικοί και κρατικοί λειτουργοί, είπε τα εξής:
«Η κατάργηση του θρησκευτικού όρκου δεν δημιουργεί πρόβλημα στην Εκκλησία. Αντιθέτως, είναι συνέπεια της διδασκαλίας της, σύμφωνα με την οποία το «ναι» πρέπει να είναι «ναι» και το «όχι», «όχι». Αλλωστε, υπάρχει και η προτροπή της Αγίας Γραφής: «μη ομόσαι όλως.
«Ως προς τους πρωτεργάτες των σκανδάλων και των οικονομικών καταχρήσεων οποιαδήποτε μορφή όρκου δεν γίνεται φραγμός, όταν ο έσω άνθρωπος έχει ισοπεδωθεί», τόνισε αναφερόμενος σε εκείνους που, καίτοι ορκίστηκαν επί του Ευαγγελίου, ενεπλάκησαν σε οικονομικής ή άλλης φύσεως σκάνδαλα.
«Η προσπάθεια της κατάργησης του θρησκευτικού όρκου, όπως επιδιώκεται σήμερα, δεν υποκρύπτει ενδιαφέρον για τη συνέπεια και την ειλικρίνεια, αλλά έχει γίνει και αυτή ένα αντιθρησκευτικό ιδεολόγημα», εκτιμά ο κ. Ιερώνυμος. Αναφερόμενος σε όσους ανακινούν το θέμα, κάνει λόγο για «ορισμένους ιδεολογικούς κύκλους» οι οποίοι «υπηρετούν άλλες σκοπιμότητες και αποσκοπούν κυρίως στην εξουδετέρωση την πνευματικής επιρροής της Εκκλησίας στην ελληνική κοινωνία …»

Γεώργιος   Αποστολάκης, δικαστικός λειτουργός

 

ΟΜΟΘΥΜΑΔΟΝ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s