Ιστορία Αγάπης: Η Ξεστρατισμένη Πιστή Σύζυγος και η Δύναμη της Μετανοίας

agaph-agkaliasma-zeygari 
π. Δη­μη­τρί­ου Μπό­κου

Ὁ ὁ­δη­γὸς ἀ­νέ­βη­κε σβέλ­τα στὴ θέ­ση του καὶ ἔ­βα­λε μπρὸς τὴ μη­χα­νή. Οἱ τε­λευ­ταῖ­οι ἐ­πι­βά­τες ἀ­νέ­βη­καν βι­α­στι­κά, βάλ­θη­καν νὰ ψά­χνουν τὶς θέ­σεις τους. Προ­πα­ρα­μο­νὴ Χρι­στου­γέν­νων, ἡ κί­νη­ση στὸ ζε­νίθ.
Ἔ­σκυ­ψε νὰ ση­κώ­σει τὴ βα­λί­τσα της, μὰ ὁ ἄν­τρας της τὴν πρό­λα­βε. Τὴν τα­κτο­ποί­η­σε στὸν χῶ­ρο τῶν ἀ­πο­σκευ­ῶν καὶ γύ­ρι­σε κε­φά­τος κον­τά της.
–  Ἄν­τε λοι­πόν, κα­λό σου τα­ξί­δι, τῆς χα­μο­γέ­λα­σε ἀ­πο­χαι­ρε­τών­τας την. Σὲ λίγο πάλι ραν­τε­βοῦ ἐ­δῶ.
Χα­μο­γέ­λα­σε κι ἐ­κεί­νη μὲ τὸ ζό­ρι, ἀν­τάλ­λα­ξαν ἕ­να βι­α­στι­κό, ψυ­χρὸ φι­λὶ κι ἀ­νέ­βη­κε στὴ θέ­ση της. Ἔ­φευ­γε γιὰ τὴν Ἀ­θή­να ἐ­κτά­κτως. Γιὰ δυ­ὸ μέ­ρες μο­νά­χα. Νὰ δώ­σει ἕ­να χέ­ρι βο­ή­θειας στὴν κό­ρη τους, ποὺ ἔμ­παι­νε γιὰ μιὰ μι­κρο-ἐ­πέμ­βα­ση στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο. Τί­πο­τε ἀ­νη­συ­χη­τι­κό, θά ’βγαι­νε αὐ­θη­με­ρόν, μὰ κά­ποι­ος ἔ­πρε­πε νὰ κρα­τή­σει τὰ μι­κρά, ὥ­σπου νὰ ξα­νάρ­θει ἡ μά­να τους.
Τὸ με­γά­λο λε­ω­φο­ρεῖ­ο ξε­κί­νη­σε. Πρὶν στρί­ψουν γιὰ τὸν με­γά­λο δρό­μο, εἶ­δε ξα­νὰ μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ της τὸν ἄν­τρα της. Τῆς κού­νη­σε τὸ χέ­ρι του. Κού­νη­σε κι ἐ­κεί­νη ἐ­λα­φρὰ μὰ ἀ­νό­ρε­χτα τὸ κε­φά­λι της. Μιὰ με­λαγ­χο­λι­κὴ δι­ά­θε­ση τὴν πλημ­μύ­ρι­ζε.
Μὲ τὸ ποὺ χά­θη­κε τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἀ­π’ τὰ μά­τια του, ὁ ἄν­τρας ἔ­βγα­λε τὸ κι­νη­τό. Ἔ­ψα­ξε τὴ λί­στα μὲ τὰ νού­με­ρα, ἔ­κα­νε μιὰ κλή­ση.
–  Εἶ­μαι ἐ­λεύ­θε­ρος! εἶ­πε εὔ­θυ­μα κα­θὼς ἄ­νοι­ξε ἡ γραμ­μή. Τί θά ’λε­γες γιὰ τὸ βρα­δά­κι στὶς ὀ­κτώ;
–  Ὀ­κέ­υ. Στὸ γνω­στὸ ση­μεῖ­ο ἀ­πό­ψε στὶς ὀ­κτώ, ἀ­πάν­τη­σε λα­κω­νι­κὰ μιὰ γυ­ναι­κεί­α φω­νὴ καὶ ἔ­κλει­σε βι­α­στι­κὰ ἡ γραμ­μή.
Ἔ­τρι­ψε τὰ χέ­ρια χα­ρού­με­νος. Ὅ­λα τοῦ ’ρχόν­του­σαν βο­λι­κά. Τὸ ἔ­κτα­κτο τα­ξι­δά­κι τῆς γυ­ναί­κας του ἦ­ταν λα­χεῖ­ο ἀ­πρό­σμε­νο. Σχεδὸν δυ­ὸ με­ροῦ­λες ἐ­λεύ­θε­ρος μὲ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο αἰ­σθη­μα­τά­κι του δὲν ἦ­ταν καὶ λί­γο. Θὰ εἶ­χαν ὅ­λη τὴν ἄ­νε­ση καὶ τὸν χρό­νο δι­κό τους. Ἀ­πί­θα­να!
Ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ στὸ ρο­λό­ι του. Ἦ­ταν ἀ­κό­μα πέν­τε. Εἶ­χε τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ πά­ει σπί­τι νὰ φρε­σκα­ρι­στεῖ λι­γά­κι. Μὲ ἀ­πο­γει­ω­μέ­νη τὴ δι­ά­θε­ση καὶ τὴν καρ­διά του νὰ πε­τα­ρί­ζει σὰν εἰ­κο­σά­χρο­νος, χώ­θη­κε στὸ ἁ­μά­ξι καὶ πά­τη­σε τὸ γκά­ζι σφυ­ρί­ζον­τας. Πόσο ἔξυπνα τὰ βόλευε ὅλα!
Ὁ γκρί­ζος Δε­κέμ­βρης ἔ­φε­ρε τὶς πρῶ­τες στα­γό­νες στὸ με­γά­λο παρ­μπρίζ. Ὁ ὁ­δη­γὸς ἔ­βα­λε μπρὸς τοὺς ὑ­α­λο­κα­θα­ρι­στῆ­ρες. Οἱ σι­γα­νὲς κου­βέν­τες τῶν ἐ­πι­βα­τῶν βομ­βοῦ­σαν στ’ αὐ­τιά της, μὰ ἡ γυ­ναί­κα ἔ­βλε­πε ἀ­φη­ρη­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ τζά­μι. Τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἦ­ταν γε­μά­το καὶ πνι­κτι­κό. Τὸ φῶς λι­γό­στευ­ε γρή­γο­ρα καὶ τὸ το­πί­ο γι­νό­ταν ὅ­λο καὶ θο­λό­τε­ρο. Ὁ ὁ­δη­γὸς ἄ­να­ψε τὰ μι­κρὰ φῶ­τα πο­ρεί­ας. Ἔ­νοι­ω­σε νὰ πνί­γε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο. Τὸ σκο­τά­δι δὲν τὴν πο­λι­ορ­κοῦ­σε μό­νο ἀ­π’ ἔ­ξω, εἰ­σορ­μοῦ­σε καὶ μέ­σα της.
Ἀ­πὸ και­ρὸ τώ­ρα εἶ­χε ἀν­τι­λη­φθεῖ τὶς ὕ­πο­πτες κι­νή­σεις τοῦ ἄν­τρα της καὶ τὰ φί­δια τὴν ἔ­ζω­σαν ἀ­πὸ παν­τοῦ. Προ­σπά­θη­σε νὰ πα­ρα­μεί­νει ὅ­σο πιὸ ψύ­χραι­μη μπο­ροῦ­σε. Δὲν τοῦ ἔ­κα­με νύ­ξη πο­τὲ γιὰ τί­πο­τε. Δὲν εἶ­χε πα­ρά­πο­νο βέ­βαι­α πὼς δὲν τὴν πρό­σε­χε, μὰ κα­τά­λα­βε, σι­γου­ρεύ­τη­κε σχε­δόν, πὼς ἔ­τρε­χε καὶ κά­τι ἄλ­λο πα­ράλ­λη­λα. Πά­λε­ψε νὰ μὴν κα­ταρ­ρεύ­σει ἀ­πὸ τὸ σόκ, μὰ ἔ­χα­σε κά­θε ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὸν ἄν­τρα της. Ὅ­λα μέ­σα της ἀ­να­πο­δο­γύ­ρι­σαν. Ἔ­νοι­ω­σε προ­δο­μέ­νη καὶ ἡ πί­κρα τὴ δι­α­πό­τι­σε ὣς τὰ κα­τά­βα­θα.
Καὶ τώ­ρα δι­αι­σθα­νό­ταν μὲ ἀ­κρί­βεια τί θὰ συ­νέ­βαι­νε στὴν ἀ­που­σί­α της. Δὲ σκέ­φτη­κε πο­τὲ φυ­σι­κὰ νὰ τὸν ἀ­στυ­νο­μεύ­σει καὶ οὔ­τε τὸ ἤ­θε­λε, μάν­τευ­ε ὅ­μως κα­θα­ρὰ τὶς κι­νή­σεις του. Κα­τα­λά­βαι­νε πο­λὺ κα­λὰ ὅ­τι τοῦ ἄ­φη­νε μὲ τὸ τα­ξί­δι της ἐ­λεύ­θε­ρο τὸ πε­δί­ο γιὰ δρά­ση. Τί λοι­πὸν κι ἂν ἔρ­χον­ταν σὲ δυ­ὸ μέ­ρες Χρι­στού­γεν­να; Για­τί νὰ γυ­ρί­σει πί­σω καὶ γιὰ ποι­όν;
Οἱ ζο­φε­ρὲς σκέ­ψεις ἔ­φε­ραν πό­νο στὸ κε­φά­λι της καὶ σφί­ξι­μο στὴν καρ­διά. Τὰ μά­τια της γέ­μι­σαν ξαφ­νι­κὰ δά­κρυ­α. Φο­βή­θη­κε πὼς θὰ γί­νει ἀν­τι­λη­πτὴ ἀ­π’ τὸν συ­νε­πι­βά­τη της καὶ ἔ­στρε­ψε ὅ­σο μπο­ροῦ­σε τὸ πρό­σω­πό της πρὸς τὸ τζά­μι. Ἀ­μή­χα­νη ἄ­νοι­ξε τὴν τσάν­τα της, ἀ­να­ζή­τη­σε τὸ κι­νη­τό της. Προ­σποι­ή­θη­κε πὼς θὰ τη­λε­φω­νή­σει γιὰ νὰ κρύ­ψει τὴν τα­ρα­χή της. Ψα­χού­λε­ψε μὲ τρε­μά­με­να δά­χτυ­λα τὰ πλῆ­κτρα, ἡ ὀ­θό­νη φω­τί­στη­κε, μὰ ποι­ὸν νὰ πά­ρει καὶ μὲ τί δι­ά­θε­ση νὰ μι­λή­σει;
Ἀ­πρό­σκλη­τη τό­τε καὶ ξαφ­νι­κὴ μὲς στὸ θο­λό της βλέμ­μα καὶ στὸ σκο­τει­νι­α­σμέ­νο της μυα­λὸ ξε­φύ­τρω­σε ἡ μορ­φὴ τοῦ γέ­ρον­τα πνευ­μα­τι­κοῦ της, ποὺ ἐ­δῶ καὶ τρί­α χρό­νια εἶ­χε ἀ­να­παυ­θεῖ. Ἐ­νό­σῳ ζοῦ­σε, ἔ­τρε­χε  κον­τά του πάν­τα σὲ κά­θε της πρό­βλη­μα. Μὰ τώ­ρα;
Σὰν νὰ τὴν ἔ­σπρω­ξε ἀ­νε­ξή­γη­τη πα­ρόρ­μη­ση, σχη­μά­τι­σε αὐ­θόρ­μη­τα ὅ­πως πα­λιὰ τὸ νού­με­ρό του κι ἔ­φε­ρε τὸ τη­λέ­φω­νο στ’ αὐ­τί. Ἕ­νας λυγ­μὸς βα­θὺς καὶ σι­γα­νός, πα­ρὰ φω­νή, βγῆ­κε πνι­χτὰ ἀ­π’ τὸ λα­ρύγ­γι της.
–  Βο­ή­θη­σέ με, ἀ­γα­πη­μέ­νε μου γέ­ρον­τα! Χά­νο­μαι! Δεῖ­ξε μου τὸ δρό­μο! Ἡ νύ­χτα μὲ κα­τα­πί­νει!
–  Για­τί κλαῖς, κα­λή μου; Ποι­ὸν ζη­τᾶς; ἀν­τή­χη­σε ἀ­μέ­σως μιὰ ζε­στὴ βε­λού­δι­νη φω­νὴ στ’ αὐ­τί της, μὰ πι­ό­τε­ρο τὴν ἄ­κου­σε μὲς στὴν καρ­διά της.
Πά­γω­σε ὁ­λό­κλη­ρη. Ποι­ὸς τῆς μι­λοῦ­σε; Ὁ γέ­ρον­τας πνευ­μα­τι­κός της; Μὰ δὲν ζοῦ­σε πιά. Πῶς γί­νε­ται νὰ ἀ­παν­τᾶ στὴν κλή­ση της; Μὴν ἔ­πα­θε πα­ρά­κρου­ση; Κοί­τα­ξε μὲ μά­τια δι­ε­σταλ­μέ­να τὸ τη­λέ­φω­νο. Στὴ φω­τει­νὴ ὀ­θό­νη του λαμ­πύ­ρι­ζε μὲ χρώ­μα­τα θε­σπέ­σια ὄ­χι τὸ νού­με­ρο ποὺ κά­λε­σε, μὰ ἡ γα­λή­νια μορ­φὴ τοῦ γέ­ρον­τα, ὅ­πως τὴν ἤ­ξε­ρε πάν­το­τε. Μὰ πῶς μπο­ροῦ­σε νὰ συμ­βαί­νει αὐ­τό; Τὴν κοί­τα­ζε μὲ τὸ γλυ­κό του βλέμ­μα καὶ τῆς χα­μο­γε­λοῦ­σε. Στὴν παρήγορη θέα του ἄ­νε­μος δυ­να­τός, ἕ­να κύ­μα εὐ­φρό­συ­νο στρο­βί­λι­σε βί­αι­α τὸ βα­ρύ της ψυ­χο­πλά­κω­μα, τὸ σκόρ­πι­σε στὴ στιγ­μὴ σὰν σύν­νε­φο κα­κό. Μιὰ γλυ­κειὰ ἀ­να­κού­φι­ση ἁ­πλώ­θη­κε ὣς τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κύτ­τα­ρο τοῦ εἶ­ναι της. Ἡ κα­λή της δι­ά­θε­ση ξε­χεί­λι­σε. Ἀ­φέ­θη­κε στὴ μα­γεί­α τοῦ μυ­στη­ρί­ου ποὺ τὴν ἀγ­κά­λι­α­ζε κι ἂς μὴν κα­τα­λά­βαι­νε τί­πο­τε.
–  Τί σοῦ συμ­βαί­νει, κό­ρη μου; ρώ­τη­σε σι­γα­νὰ ὁ γέ­ρον­τας.
–  Τὰ ξέ­ρεις, δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ σοῦ τὰ πῶ, πα­τέ­ρα μου, ἀ­πάν­τη­σε ἐκ­στα­τι­κά, σι­γα­νὰ κι ἐ­κεί­νη, μὴν τυ­χὸν καὶ γί­νει ἀν­τι­λη­πτή. Βλέ­πεις τὸ ξε­στρά­τι­σμα τοῦ ἄν­τρα μου. Πη­χτὸ σκο­τά­δι ἁ­πλώ­θη­κε στὴ ζω­ή μου. Μὲ τί κου­ρά­γιο πιὰ νὰ ζῶ; Τὰ ὄ­νει­ρά μου σβή­σα­νε. Μέ­σα μου σω­ρι­ά­στη­καν ἐ­ρεί­πια.
–  Μὰ καὶ σὺ ξε­στρά­τι­σες, κό­ρη μου! Ὄ­χι μό­νο ὁ ἄν­τρας σου.
–  Ἐ­γώ; Μὰ πῶς ξε­στρά­τι­σα καὶ πό­τε; μί­λη­σε δι­πλὰ σο­κα­ρι­σμέ­νη τώ­ρα.
–  Πάν­τα ξε­στρα­τι­σμέ­νη ἤ­σου­να κι ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ δρό­μο τοῦ Θε­οῦ, ἀ­πάν­τη­σε μὲ ἤ­ρε­μη φω­νὴ ὁ γέ­ρον­τας. Ζοῦ­σες κι ἐσὺ γιὰ τὸ δικό σου ὄ­νει­ρο μονάχα. Πές μου, ἀλήθεια, πό­τε ἀ­γά­πη­σες τὸν ἄν­τρα σου ἐ­σύ; Πάν­τα! …θὰ μοῦ πεῖς, …ἀλ­λὰ μὴ βι­ά­ζε­σαι. Ἀ­γά­πα­γες αὐ­τὸ ποὺ σοῦ ’δι­νε, ὄ­χι αὐ­τόν. Ἦ­ταν γιὰ σέ­να τὸ κομ­μά­τι ποὺ ἔ­λει­πε ἀπ’ τὸ σχέδιό σου. Τὸ ταιριαστὸ συμ­πλή­ρω­μα σ’ ἕνα μον­τέ­λο ποὺ φιλοτέχνησες ἐσύ. Αὐ­τὸ ἀ­γά­πα­γες, τὴ βό­λε­ψή σου ἀπὸ τὴν παρουσία του. Καὶ τώ­ρα κλαῖς γιὰ τὴν ὡ­ραί­α σου βι­τρί­να ποὺ ρα­γίζει. Με­τρᾶς τὸ κό­στος τὸ δικό σου μόνο. Αὐ­τὸν δὲν τὸν ἀ­γά­πη­σες ἀληθινὰ πο­τέ σου. Νά, ποὺ σοῦ ἔ­γι­νε ἀ­μέ­σως ἀ­πε­χθής, ὅ­ταν ἀρ­νή­θη­κε νὰ συμ­πλη­ρώ­νει τὸ πὰζλ τῆς φαν­τα­σί­ω­σής σου.
Ἡ γυ­ναί­κα δὲν μί­λα­γε. Δὲν εἶ­χε δύ­να­μη ν’ ἀρ­θρώ­σει λέ­ξη. Ἔ­νοι­ω­θε ν’ ἀ­δειά­ζουν τὰ σω­θι­κά της. Ὁ γέ­ρον­τας συ­νέ­χι­σε.
–  Μὴ βλέ­πεις τί περ­νᾶς ἐ­σύ, ἀλ­λὰ τί θ’ ἀ­πο­γί­νει ἐ­κεῖ­νος τώ­ρα. Και­ρὸς νὰ δεῖς τὸν ἄν­τρα σου. Ξέ­χνα τὸν ἑ­αυ­τό σου. Κι ὅ,τι ζη­τή­σεις ἀ­πὸ τὸν Θε­ό, κοίταξε νά ’ναι γιὰ ’κεῖ­νον, ὄ­χι γιὰ εὐ­χα­ρί­στη­ση δι­κή σου. Σκο­πός σου τώ­ρα μὴ χα­θεῖ αὐ­τός, πλά­σμα μο­να­δι­κό, μὲ ἀ­νε­κτί­μη­τη ἀ­ξί­α, φτι­αγ­μέ­νο μὲ ἀ­προ­σμέ­τρη­το με­ρά­κι ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ. Εἶ­ναι ὁ δι­κός σου ἄν­θρω­πος, τὸ ξέχασες; Δὲν σοῦ τὸν ἐμ­πι­στεύ­τη­κε ὁ Θε­ός; Δὲν θὰ ρω­τή­σει κά­πο­τε τί ἔ­κα­νες γι’ αὐ­τόν; Ἂν δὲν πο­νᾶς ἐ­σὺ γι’ αὐ­τόν, ποι­ὸς θὰ τὸν δεῖ μὲ κα­λο­σύ­νη; Πά­λε­ψε τώ­ρα ἐ­σὺ λοι­πὸν νὰ μὴ χα­θεῖ στὴν ἄ­βυσ­σο. Ἄ­σε τὰ φυ­σι­κά σου αἰ­σθή­μα­τα στὴν ἄ­κρη. Και­ρὸς ν’ ἀ­γα­πή­σεις τὸν ἄν­τρα σου!
Ἡ ἅ­για φω­τει­νὴ μορ­φὴ πῆρε νὰ ­σβήνει ἀ­π’ τὴν ὀ­θό­νη, μὰ στὴν καρ­διά της ἔ­λαμ­πε ὁ­λο­ζών­τα­νη. Γιὰ πόση ὥ­ρα ἔ­μει­νε ἀ­κί­νη­τη, δε­μέ­νη μὲ ἀ­ό­ρα­τα δε­σμὰ μα­γεί­ας ὑ­περ­κό­σμιας; Φο­βό­τανε νὰ κου­νη­θεῖ, μὴ δι­ώ­ξει τὴ μα­κά­ρια αἴ­σθη­ση ποὺ σὰν ἱμάτιο παμφώτεινο τὴν πε­ρι­τύ­λι­γε. Ἀ­χτί­δα ἱλαρὴ στὴ θλίψη της τὰ λό­για τοῦ γέ­ρον­τα, τῆς φα­νέ­ρω­σαν ὅ­σα δὲν ὑ­πο­πτευ­ό­ταν. Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἔ­βλε­πε ἀνοιχτὴ τὴν ψυ­χή της κα­θα­ρά, σὰν ἀ­νοιγ­μέ­νο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Ἐν­τυ­πω­σι­ά­στη­κε βα­θιά.
Τὸ χέ­ρι της δει­λὰ-δει­λὰ γλί­στρη­σε στὴν τσάν­τα της. Ἀ­να­ζή­τη­σε τὸ κομ­πο­σχοί­νι της, δῶ­ρο μι­κρὸ μὰ ἀ­νε­κτί­μη­το ἀ­π’ τὸν πνευ­μα­τι­κό της. Τὸ πέ­ρα­σε χα­ϊ­δεύ­ον­τάς το ἁ­πα­λὰ στὰ δά­χτυ­λά της. Στὸν πρῶ­το κόμ­πο στά­θη­κε… Ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ μὰ στα­θε­ρὰ ψι­θύ­ρι­σε:
«Κύ­ρι­ε, Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, ἐ­λέ­η­σον τὸν δοῦ­λον σου …».
Τὸ εἶ­πε, τὸ ξα­να­εῖ­πε…, κόμ­πο-κόμ­πο…, ἀρ­γὰ-ἀρ­γά… Ν’ ἀ­νοί­ξει δρό­μο ἡ προ­σευ­χή της πά­σχι­ζε δει­λά, σὰν τὸ μι­κρὸ ρυά­κι μὲς ἀ­π’ ἀ­γρι­ο­χόρ­τα­ρα καὶ πέ­τρες. Μὰ λί­γο-λί­γο ἀ­τσα­λώ­θη­κε. Σὰν τὸ μω­σα­ϊ­κὸ ρα­βδί, τὸν βρά­χο τῆς ψυ­χῆς της χτύ­πη­σε τὸν ἄ­νυ­δρο μὲ δύ­να­μη. Καὶ τὸ ρυά­κι φού­σκω­σε, πο­τά­μι ἔ­γι­νε καὶ χεί­μαρ­ρος ὁρ­μη­τι­κὸς ξε­πή­δη­σε ἀ­πὸ τὴν ἔ­ρη­μο ἐν­τός της. Τὴ συ­νε­πῆ­ρε ὁ­λά­κε­ρη. Ἡ σκέ­ψη της ὑ­ψώ­θη­κε γορ­γή. Δι­έ­τρε­ξε βου­νὰ καὶ δρό­μους ποὺ ἀ­δη­φά­γα ἡ σκο­τει­νιὰ κα­τά­πι­νε ξο­πί­σω τους, στρι­φο­γύ­ρι­σε ἀ­τί­θα­ση, ἀ­να­ζή­τη­σε ἐ­πί­μο­να τὸν ἄν­τρα της. Μὲ ἀ­ε­τοῦ πα­νί­σχυ­ρα φτε­ρὰ ἡ προ­σευ­χή της πέ­τα­ξε ὣς ἐ­κεῖ­νον, τὸν ἀγ­κά­λια­σε μυ­στι­κά. Μιὰ γλυ­κειὰ νο­σταλ­γί­α πρω­τό­γνω­ρη κέν­τη­σε σὰν πό­νος σι­γα­νὸς τὴν καρ­διά της. Πό­θη­σε νὰ ἦ­ταν τώ­ρα κον­τά του. Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἔ­νοι­ω­σε πὼς εἶ­χε τὴ δύ­να­μη ν’ ἀ­γα­πή­σει τὸν ἄν­τρα της.
Τὸ σκο­τά­δι τῆς νύ­χτας ἔ­ξω πύ­κνω­νε, μὰ ἡ ψυ­χή της μέ­σα γέ­μι­ζε φῶς.
Τυ­λιγ­μέ­νη σὲ γλυ­κειὰ θαλ­πω­ρὴ συ­νέ­χι­ζε ἀ­δι­ά­λει­πτα: «…ἐ­λέ­η­σον τὸν δοῦ­λον σου…».
Στὶς ὀ­κτὼ ἀ­κρι­βῶς, κε­φά­τος, μὲ ντύ­σι­μο κομ­ψό, προ­σεγ­μέ­νο γιὰ τὴν πε­ρί­στα­ση, ὁ ἄν­τρας σή­κω­νε τὸ χέ­ρι του νὰ χτυ­πή­σει τὸ κου­δού­νι στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα τοῦ ραν­τε­βοῦ του. Ἔ­κα­με νὰ τὸ ἀγ­γί­ξει, μὰ δί­στα­σε. Ἀ­δι­ό­ρα­τη ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα δι­α­πέ­ρα­σε ἀ­προσ­δό­κη­τα τὴν ψυ­χή του. Τί ἦ­ταν αὐ­τό; Δὲν τό ’θε­λε τό­σο πο­λὺ νὰ ἔλθει ὣς ἐδῶ; Για­τί δι­στά­ζει τώρα αὐτός, ὁ τόσο ἀνυπόμονος; Τὸ χέ­ρι του ἔ­μει­νε γιὰ λί­γο με­τέ­ω­ρο καὶ κα­τέ­βη­κε. Τί τοῦ συ­νέ­βαι­νε; Ξαφ­νι­κὰ δὲν ἔ­νοι­ω­θε σί­γου­ρος γι’ αὐ­τὸ ποὺ πή­γαι­νε νὰ κά­μει.
Στά­θη­κε συλ­λο­γι­σμέ­νος μὴ μπο­ρών­τας νὰ κα­τα­λά­βει τὸν ἑ­αυ­τό του. Μιὰ πα­ρόρ­μη­ση μέ­σα του τὸν ἔ­σπρω­ξε νὰ χτυ­πή­σει καὶ πάλι, μὰ τὸ χέ­ρι του ἔ­μει­νε ξανὰ στὸν ἀ­έ­ρα ἀ­βέ­βαι­ο. Ἡ θλιμ­μέ­νη μορ­φὴ τῆς γυ­ναί­κας του πέ­ρα­σε ξαφνικὰ σὰν ἀ­στρα­πὴ  ἀ­πὸ τὸ βλέμμα του. Ἀ­λή­θεια, για­τί νὰ τῆς τὸ κά­νει αὐ­τό; Ἕ­να δυ­σά­ρε­στο αἴ­σθη­μα τὸν κυ­ρί­ευ­σε. Ἔ­νοι­ω­σε ἄ­σχη­μα γιὰ πρώ­τη φο­ρά. Κά­ποι­ες ἐ­νο­χὲς σή­κω­σαν κε­φά­λι μέ­σα του. Μὰ για­τί νὰ τοῦ συμ­βαί­νουν τώ­ρα αὐ­τά; Χω­ρὶς νὰ μπο­ρεῖ νὰ τὸ ἐ­ξη­γή­σει, κα­τά­λα­βε πὼς δὲν ἦ­ταν σὲ θέ­ση νὰ προ­χω­ρή­σει στὸ σχέδιό του. Κά­τι μυ­στη­ρι­ῶ­δες, ἀ­νε­ξή­γη­το μέ­σα του τὸν ἀ­πω­θοῦ­σε ἀ­π’ τὸν σκο­πό του.
Γύ­ρι­σε ἀρ­γὰ-ἀρ­γά, ἄρ­χι­σε νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται σκυ­φτός. Τὸ κι­νη­τό του χτύ­πη­σε. Τὸν ἔ­ψα­χνε ἡ λε­γά­με­νη τοῦ ραν­τε­βοῦ του. Δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Χω­ρὶς νὰ τὸ θέ­λει, χω­ρὶς νὰ προ­σπα­θεῖ, ὅ­λο καὶ πιὸ ἐ­πί­μο­να, ὅ­λο καὶ πιὸ ζων­τα­νά, ζω­γρα­φι­ζό­ταν μέ­σα του ἡ μορ­φὴ τῆς γυ­ναί­κας του. Πό­θη­σε νὰ ἦ­ταν τώ­ρα κον­τά της. Και­ρὸ εἶ­χε νὰ τὸ νοι­ώ­σει αὐ­τό. Τὸν εἶχε ἀγγίξει κάτι θεϊκό. Ἡ χάρη τῆς προσευχῆς της ἀόρατη τοὺς ἔφερνε σ’ ἀντάμωμα μυστικό.
Ἀρ­γὰ τὸ βρά­δυ τῆς πα­ρα­μο­νῆς, σὲ ὥ­ρα πιὰ πο­λὺ προ­χω­ρη­μέ­νη, ἀ­φί­χθη­κε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο λε­ω­φο­ρεῖ­ο τῆς γραμ­μῆς. Σκυ­φτά, προ­σε­κτι­κὰ ἡ γυ­ναί­κα κα­τέ­βη­κε τὰ σκα­λο­πά­τια, μὰ πρὶν τὸ πό­δι της ἀγ­γί­ξει τὸ ἔ­δα­φος, ἕ­να χέ­ρι ἔ­πια­νε ἁπαλὰ τὸ δι­κό της. Σή­κω­σε χα­ρού­με­νη τὸ πρό­σω­πό της κι ἦ­ταν σὰ νά ’­βλε­πε τὸν ἄν­τρα της γιὰ πρώ­τη φο­ρά. Μὲ λαμ­πε­ρὸ χα­μό­γε­λο ἀγ­κα­λι­ά­στη­καν σφι­χτά, φι­λή­θη­καν, σὰ νά ’τα­νε τὸ πρῶ­το ραν­τε­βοῦ τους.
Στὸν παγωμένο χει­μω­νι­ά­τι­κο ἀ­γέ­ρα κάτω ἀπὸ τοὺς θόλους τοῦ σταθμοῦ ἀν­τη­χοῦ­σαν χα­ρμονικὰ τὰ γιορτινὰ τραγούδια καὶ τὰ χριστουγεννιάτικα κά­λαν­τα. Ἀ­πὸ τὰ στο­λι­σμέ­να δέν­τρα λάμ­ψεις σκορ­πί­ζον­ταν χι­λιά­δες. Μὰ τὴ γι­ορ­τὴ τὴν εἶ­χαν μέ­σα τους αὐ­τοί, φού­σκω­νε τὴν καρ­διά τους ἡ χα­ρὰ τῆς Γέν­νη­σης. Καὶ ξε­χυ­νό­ταν ἀ­π’ τὰ ζε­στά τους πρό­σω­πα τρι­γύ­ρω κι ἀ­πὸ τὰ μά­τια τους τὰ φω­τει­νά.
Πολ­λὰ δὲν εἶ­παν. Μὲ ὑ­γρὴ μα­τιά, …«Κα­λὰ Χρι­στού­γεν­να, κα­λή μου!», εἶπε μονάχα ἐκεῖνος, …«Κα­λὰ θὰ εἶ­ναι σί­γου­ρα, γλυ­κέ μου!», ψιθύρισε ἐκείνη… κι ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νοι ὅ­πως ἦ­ταν προ­χώ­ρη­σαν.
Κι ὅ­σοι τοὺς ἔβλεπαν τὴν ὥρα αὐτὴ νὰ περ­πα­τοῦν… μέ­σα στὸ θεῖ­ο φῶς τῆς ἅ­γιας νύ­χτας, γιὰ χρόνια εἶχαν νὰ μιλοῦν… γιὰ μιὰ ἱ­στο­ρί­α ἀ­θό­ρυ­βης, μὰ ὡ­στό­σο… ἀληθινῆς καὶ παν­το­δύ­να­μης ἀ­γά­πης…

Χρι­στού­γεν­να 2014

πηγή

Συνέχεια

Μητροπολίτης Αιτωλίας Κοσμάς, «Όσοι δεν έχουν Χριστό στην καρδιά τους, δεν χαίρονται αληθινά, όσο κι αν με θόρυβο γελούν».

Ο  ΧΑΡΙΤΙ  ΘΕΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ  ΚΑΙ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ 

ΤΗΣ  ΑΓΙΩΤΑΤΗΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΑΙΤΩΛΙΑΣ  ΚΑΙ  ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ

Κ Ο Σ Μ Α Σ

Προς  τους Παν/τους Ιεροκήρυκας, Ευλαβεστάτους Ιερείς, Οσιωτάτους Μοναχούς και Μοναχάς και το  Χριστεπώνυμον  Πλήρωμα της  καθ’ ημάς  Ιεράς  Μητροπόλεως.

Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά.

Ένα νέο έτος μας χαρίζει η αγάπη του Τριαδικού Θεού μας. Ένα νέο έτος το οποίο γίνεται σταθμός στην επίγεια ζωή μας. Όλοι μας υποδεχθήκαμε το έτος 2015 με χαρά, προσδοκίες και ελπίδες. Λάμπουν τα πρόσωπα από χαρά, οι όψεις φαιδρύνονται, οι καρδιές σκιρτούν.

Και η χαρά μας, οι πόθοι μας, οι ελπίδες μας γίνονται ευχή, η οποία εκφράζεται και γεμίζει όλους τους τόπους: «Αίσιο και ευτυχές το νέο έτος! Ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος» λέμε.

Θέλουμε την αληθινή ευτυχία. Πως όμως θα έλθη και θα στερεωθή στη ζωή μας; Πως και αυτός ο νέος χρόνος θα γίνη ευτυχισμένος;

Η μητέρα μας Εκκλησία, η οποία γνωρίζει την ανθρώπινη ψυχή με ακρίβεια και κατέχει την πλήρη αλήθεια, μας δίνει την απάντησι: «Θέλετε» μας λέει η Εκκλησία «την αληθινή ευτυχία; Θέλετε τον χορτασμό της ψυχής σας με την ολοκληρωμένη χαρά της ευτυχισμένης ζωής; Θεμελιώστε, κτίστε τη ζωή σας, στηρίξτε την επάνω στον αμετακίνητο βράχο… “Θεμέλιον άλλον ουδείς δύναται θείναι παρά τον κείμενον, ος εστιν Ιησούς Χριστός” (Α’ Κορ. γ’, 11). Ο Κύριος και Θεός μας Ιησούς Χριστός είναι ο αμετακίνητος βράχος».

Όσο κι αν η σύγχυσι, η αποστασία, η θόλωσι, η εγωιστική αναισθησία του κόσμου αρνείται την αλήθεια αυτή, εμείς οφείλουμε να την ακούσουμε, να την δεχθούμε, να την κάνουμε βίωμά μας, αν θέλουμε να φέρουμε στη ζωή μας την αληθινή, την αναφαίρετη ευτυχία.

Εάν στη ζωή μας δεν έλθη το φως του Χριστού, εάν δεν έλθη η ευλογία του Χριστού, εάν στην ψυχή μας δεν επισκηνώση το Πανάγιον Πνεύμα, εάν στην καρδιά μας δεν επιδράση η αναπλαστική δύναμι του Ευαγγελίου, εκατομμύρια ευχών να δεχθούμε από τον κόσμο, δεν θα μας ωφελήσουν.

Ο Σαρκωθείς Θεός, ο Χριστός μας, είναι η αστείρευτη της ευλογίας πηγή, ο ακένωτος της χάριτος θησαυρός, ο πλούσιος των αγαθών χορηγός. Μόνον Αυτός μπορεί να φέρει την ειρήνη στις ψυχές μας, να δώσει την ευφροσύνη στα πνεύματά μας. Μόνον ο Χριστός μπορεί να σκουπίση τα δάκρυά μας, να καταπαύση τους στεναγμούς μας, να γλυκάνη τους πόνους μας, να μας οδηγήση με βεβαιότητα στην αιώνια και μακαρία ζωή.

Αγαπητοί,

Μην εθελοτυφλούμε. Καθημερινώς διαπιστώνουμε την αλήθεια.

Η ευτυχία δεν υπάρχει στην επίγεια και πρόσκαιρη ευχαρίστησι. Δεν υπάρχει στην απόλαυσι της ύλης, στην αναζήτησι της ηδονής. Κάθε μέρα το ακούμε.

Όσοι δεν έχουν Χριστό στην καρδιά τους, δεν χαίρονται αληθινά, όσο κι αν με θόρυβο γελούν.

Όσοι ζουν το θέλημα του Χριστού, αγωνίζονται, ανεβαίνουν το σκληροτράχηλο μονοπάτι, ιδρώνουν, ζουν όμως χαρούμενα και ευτυχισμένα, ζουν τη χαρά των μαρτύρων και των αγίων.

Μη λησμονούμε ότι ήλθαμε στον κόσμο όχι για να αποκτήσουμε πλούτο, δόξα, τιμές, διακρίσεις κοσμικές. Δεν ήλθαμε να ζούμε μέσα στην πλάνη, στο σκοτάδι, στη λάσπη και την αποκτήνωσι.

Η επίγειος ζωή μας, πρόσκαιρη και σύντομη, μας χαρίζει υλικά αγαθά και νόμιμες χαρές για να μπορούμε να ζούμε. Όμως δεν έχει σκοπό τα υλικά αγαθά και τις κοσμικές ηδονές.

Η επίγειος ζωή μας είναι ο καιρός κατά τον οποίο καλούμεθα να ελευθερώσουμε τον εαυτό μας από τα πάθη και τις αδυναμίες, να τον καλλιεργήσουμε και να τον στολίσουμε με αρετές, να τον ενώσουμε με τον Χριστό μας δια των αγίων μυστηρίων, να τον αγιάσουμε, να τον κάνουμε άξιο του ουρανού.

Ένα τέτοιο νόημα στη ζωή μας, ένας τέτοιος σκοπός, προσφέρει αληθινή ικανοποίησι, πληρώνει τον έσω άνθρωπο, φωτίζει την αγωνιστική πορεία της επιγείου ζωής μας, φέρει την ευτυχία μας σ’ αυτό τον κόσμο, μας ετοιμάζει για την αιωνιότητα.

Αγαπητοί,

Αυτόν τον νέο χρόνο που μας προσφέρει η αγάπη του Θεού μας, ας ακούσουμε την φωνή της Εκκλησίας μας. Τα αναρίθμητα συντρίμμια που δημιουργεί η χωρίς Χριστό κοινωνία μας ας μιλήσουν αφυπνιστικά στις ψυχές μας.

Με την αρχή του νέου έτους ας φέρουμε συνειδητά και προσωπικά τον Χριστό στη ζωή μας, στην ανατροφή και στην ζωή των παιδιών μας, στην οικογένειά μας, στην κοινωνία μας.

Μόνον ο Χριστός μπορεί να πληρώσει την καρδιά μας με ειρήνη και χαρά, να δώση στη νεότητα αληθινή ολοκλήρωσι, να ενώση την οικογένεια, να αναγεννήση την κοινωνία μας.

Σύνθημά μας ας γίνει το εξής:

Το νέο αυτό έτος θα φέρω το Χριστό στη ζωή μου, θα ζήσω ως πιστός χριστιανός, με πρόθυμη υπακοή και ακριβή συμμόρφωσι στις άγιες εντολές Του.

«Αν ζούμε το Χριστό, αν πράττουμε την αρετή», λέει ο ιερός Χρυσόστομος, «οι μέρες μας όλη τη χρονιά θα είναι καλές, ευλογημένες, χαρούμενες, ευτυχισμένες».

Το εύχομαι πατρικά με όλη μου τη δύναμι.

Καλό και αγιασμένο νέο έτος.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

† Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ  ΚΑΙ  ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ  ΚΟΣΜΑΣ
http://thriskeftika.blogspot.gr/2014/12/blog-post_36.html

Γέροντας Παΐσιος: Η αδιαφορία για τον Θεό φέρνει την αδιαφορία και για όλα τα άλλα

Η αδιαφορία για τον Θεό φέρνει την αδιαφορία και για όλα τα άλλα, φέρνει την αποσύνθεση.
Η πίστη στον Θεό είναι μεγάλη υπόθεση. Λατρεύει ο άνθρωπος τον Θεό και ύστερα αγαπάει τους γονείς του, το σπίτι του, τους συγγενείς του, την δουλειά του, το χωριό του, τον νόμο του, το κράτος του, την πατρίδα του.
Άγνοια δεν δικαιολογείται σήμερα στον κόσμο. Λείπει η καλή διάθεση, το φιλότιμο.
Εκείνος που έχει καλή διάθεση για να γνωρίσει τον Χριστό, θα Τον γνωρίσει. Θα πάρει στροφή. Και αν δεν βρεθεί ούτε θεολόγος, ούτε ένας καλόγερος, και δεν ακούσει τον λόγο του Θεού, άμα έχει καλή διάθεση, θα πάρει στροφή ή από ένα φίδι ή από ένα θηρίο ή από μια αστραπή, από έναν κατακλυσμό, ή από κάποιο άλλο γεγονός. Θα τον οικονομήσει ο Θεός.
Και δίκαιο να έχει κανείς, όταν πάει να δικαιώσει τον εαυτό του, πάλι ανάπαυση δεν έχει, πόσο μάλλον να μην έχει δίκαιο και να δικαιολογεί την πτώση του με αναιδέστατο τρόπο. Γι’αυτό, όσο μπορούμε, να προσέχουμε την αναίδεια και την περιφρόνηση όχι μόνον προς τα θεία αλλά και προς τον πλησίον μας, διότι είναι εικόνα Θεού.
Οι αναιδείς άνθρωποι βρίσκονται στο πρώτο στάδιο της βλασφημίας κατά του Αγίου Πνεύματος. Εκείνοι που περιφρονούν τα θεία βρίσκονται στο δεύτερο, και στο τρίτο βρίσκεται ο διάβολος.

Ο Τίμιος Πρόδρομος, ο πρώτος μοναχός

Η Εκκλησία μας τιμά τη σύναξη του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου. Ο Τίμιος Πρόδρομος είναι το πρόσωπο εκείνο, το οποίο εγκωμίασε ο Χριστός περισσότερο από κάθε άλλο άνθρωπο. “Μείζων εν γεννητοίς γυναικών προφήτης Ιωάννου του Βαπτιστού ουδείς εστί” (Λουκ. ζ’ 28). Είναι ο μεγαλύτερος των Προφητών, όχι ως προς την ηλικία, αφού έζησε μόνο τριάντα χρόνια, αλλά ως προς τη χάρη και τη δόξα, γιατί αξιώθηκε όχι μόνο να δει, αλλά και να βαπτίσει “τον κηρυττόμενον” Μεσσία.
Στη συνέχεια όμως ο Χριστός τόνισε ότι ο μικρότερος στη Βασιλεία των Ουρανών είναι μεγαλύτερος από τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Και το είπε αυτό, σύμφωνα με την ερμηνεία του ιερού Χρυσοστόμου, για να μη παρασυρθούν οι όχλοι από την υπερβολή των επαίνων και θεωρήσουν τον Ιωάννη ανώτερο από τον Θεάνθρωπο Χριστό.
Αλλά και σύμφωνα με μια άλλη ερμηνεία, του εκκλησιαστικού Συγγραφέα του 4ου μ.Χ. αιώνα, Διδύμου του Τυφλού, ο μικρότερος από τους Αγίους Αποστόλους, ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, είναι μεγαλύτερος του Προδρόμου, αφού οι Απόστολοι είναι ανώτεροι από τους Προφήτες.

Είναι γέννημα στείρας γυναίκας και καρπός προσευχής. Από έμβρυο έξι μηνών στην μήτρα της Ελισάβετ έλαβε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και σκίρτησε όταν η Παναγία συνάντησε τη μητέρα του και με το στόμα της προφήτευσε και ονόμασε τη Μαρία Μητέρα του Θεού.

Το όνομα Ιωάννης, που έλαβε, ήταν και αυτό δώρο του Θεού, όπως και ο ίδιος.
Η ασκητική του ζωή σκανδάλισε πολλούς από τους συγχρόνους του, που δεν μπορούσαν να αντιληφθούν τον αγγελικό τρόπο της ζωής του, και τον κατηγορούσαν ότι είναι δαιμονισμένος. Βέβαια, το γεγονός αυτό, δηλαδή το να κατηγορούν οι άνθρωποι κάποιο συνάνθρωπό τους, επειδή θέλει να ζήσει όχι όπως εκείνοι, αλλά με διαφορετικό τρόπο, συνέβαινε και σε άλλες εποχές, όπως συμβαίνει και στις ημέρες μας, αφού και σήμερα υπάρχουν πολλοί που κατηγορούν αυτό που δεν μπορούν να καταλάβουν με τη δική τους λογική. Εκτός όμως από το καταλαβαίνω υπάρχει και το αισθάνομαι.
Δηλαδή, πέρα από τη λογική υπάρχει και η καρδιά, που όταν μεθά από το δυνατό κρασί της άκτιστης χάρης του Αγίου Πνεύματος, απαρνείται όλες τις ψευτοχαρές της εφήμερης αυτής ζωής. Αυτή τη μέθη οι άγιοι Πατέρες την ονομάζουν νηφάλια. Όταν κάποιος γευτεί την αγάπη του Θεού, τότε περιφρονεί όλες τις άλλες αγάπες, προς τα υλικά πράγματα εννοείται, γιατί τις βρίσκει ψεύτικες.
Ο Τίμιος Πρόδρομος προετοίμασε τους ανθρώπους να δεχθούν το Χριστό. Το κήρυγμά του ήταν κήρυγμα μετανοίας. Ο λόγος του ήταν γεμάτος ανδρεία και δύναμη. Δεν δείλιασε και δεν δίστασε να τα βάλει με το κατεστημένο της εποχής του. Ήλεγξε την παρανομία του βασιλιά Ηρώδη. Αλλά και τους Φαρισαίους, που καταδυνάστευαν τον λαό φορτώνοντάς τον φορτία βαριά και δυσβάστακτα, τους αποκάλεσε φίδια και γεννήματα εχιδνών.
Προπορεύθηκε του Χριστού και στον άδη και μάλιστα με χαρά, όπως ψάλλουμε στο Απολυτίκιό του, για να κηρύξει στους απ’ αιώνος θανόντας “Θεόν φανερωθέντα εν σαρκί”.
Στη συνέχεια, θα τονίσουμε τρία σημεία, λαμβάνοντας αφορμή από τα γεγονότα της ζωής του, αλλά και από το βίο και την πολιτεία του.
Πρώτον, ότι κατηγορήθηκε ως δαιμονισμένος γιατί η ζωή του, που την είχε αφιερώσει στο Θεό, ήταν διαφορετική από εκείνη των πολλών. Δεν έμενε στην πόλη, αλλά έφυγε στην έρημο, όπου ζούσε ασκητικά. Δεν έτρωγε φαγητό, αλλά τρεφόταν με ακρίδες, δηλαδή με τις τρυφερές άκρες των φυτών, και με μέλι άγριο.
Και σήμερα, δυστυχώς, υπάρχει από πολλούς η ίδια αντιμετώπιση, όταν αποφασίσει κάποιος, και ιδίως νέος και μορφωμένος, να αφιερωθεί στο Χριστό και στην Εκκλησία Του ως ιερέας ή ως Μοναχός. Και αν δεν τον αποκαλούν δαιμονισμένο, σίγουρα λένε ότι κάτι έπαθε στο μυαλό. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι άνθρωποι που αντιτίθενται και προκαλούν πολλά εμπόδια και δυσκολίες, δεν είναι άθεοι ή άσχετοι με την Εκκλησία, αλλά αντίθετα εκκλησιάζονται και μάλιστα τιμούν τους Αγίους, που ακολούθησαν τον ίδιο δρόμο.
Αυτό αν δεν είναι παραλογισμός τότε τί είναι;
Δεύτερον. Αν ήλεγξε την παρανομία του Ηρώδη και την υποκρισία των Φαρισαίων, το έκανε από αγάπη και όχι από εμπάθεια, αφού ήταν απαθής και “πλήρης Πνεύματος Αγίου”. Σκοπός του δεν ήταν η διαπόμπευσή τους, αλλά η διόρθωση και η θεραπεία τους.
Σήμερα υπάρχει η νοοτροπία να δικαιολογούμε τα λάθη μας και τα πάθη μας στηρίζοντάς τα αγιογραφικά και αγιολογικά, δηλαδή φέροντας παραδείγματα από την Αγία Γραφή και από την ζωή των Αγίων. Έτσι, πολλοί βρίζουν, συκοφαντούν και σπιλώνουν υπολήψεις τάχα για τη δόξα του Θεού. Οι Άγιοι, όταν αναγκάζονταν να ελέγξουν, το έκαναν με πόνο, αγάπη και πολλή προσευχή για τα συγκεκριμένα πρόσωπα και αφού είχαν εξαντλήσει κάθε άλλο μέσο.
Τρίτον. Τα γεγονότα της ζωής του, ο Τίμιος Πρόδρομος, ευχάριστα και οδυνηρά, τα θεωρούσε ότι προέρχονται κατ’ ευθείαν από το Θεό, αφού χωρίς τη θέλησή Του τίποτα δεν μπορεί να συμβεί. Και πράγματι, όχι μόνον η γέννηση και τα άλλα περιστατικά της ζωής του έγιναν επειδή το θέλησε ο Θεός, αλλά και αυτός ο θάνατός του έγινε θεϊκή Οικονομία, για να κηρύξει και “τοις εν άδη”.
Το ίδιο συμβαίνει και με κάθε έναν από εμάς. Ο Θεός μας γνωρίζει πριν ακόμα γεννηθούμε, αφού αυτός είναι η αιτία της δημιουργίας μας. Μας αγαπά περισσότερο από ό,τι νομίζουμε και φροντίζει για τον καθένα μας ξεχωριστά. Τίποτε από όσα συμβαίνουν στην ζωή μας δεν είναι τυχαίο.
Τις αποτυχίες, τις αναποδιές και τις πιο οδυνηρές ακόμη ασθένειες τις επιτρέπει ο Θεός από αγάπη, γιατί όταν αντιμετωπισθούν σωστά μπορούν να αποδειχθούν ως οι μεγαλύτερες ευλογίες. Πόσοι δεν μετανόησαν και έγιναν πραγματικοί άνθρωποι μετά από μια δύσκολη περιπέτεια ή μια βαριά αρρώστια;
Η εμπιστοσύνη στην αγάπη και την πρόνοια του Θεού αποτελεί το πιο σταθερό στήριγμα και στις μεγαλύτερες αναποδιές. Διώχνει τις ανασφάλειες και το άγχος και μας θέτει στην σωστή προοπτική για την ψύχραιμη και σωστή αντιμετώπιση και των πιο δύσκολων προβλημάτων.

(Πηγή: Ι.Μονή Αγ.Διονυσίου, Στροφάδων)
http://vatopaidi.wordpress.com

/hristospanagia3.blogspot.com