Πώς ήρθε στην Ελλάδα το 1922 η δεξιά χείρα του Μεγάλου Βασιλείου

Η ασημένια λειψανοθήκη του 1849 με τους βυζαντινούς σταυρούς, όπου φυλάσσεται η δεξιά χείρα του Μεγάλου Βασιλείου. Αποθησαυρίζεται στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Η ασημένια λειψανοθήκη του 1849 με τους βυζαντινούς σταυρούς,
όπου φυλάσσεται η δεξιά χείρα του Μεγάλου Βασιλείου.
Αποθησαυρίζεται στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ (ΔΕΞΙΑΣ ΧΕΙΡΟΣ) ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ

ΣΤΗΝ Αἴθουσα τῶν Συνεδριῶν τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος φυλάσσεται, ἐντός ἀργυρᾶς θήκης, μετά πολλῆς εὐλαβείας, ἡ Δεξιά Χείρ τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Βασιλείου, Ἀρχιεπισκόπου Καισαρείας, τοῦ Οὐρανοφάντορος καί Μεγάλου (σημ. 1).

Πότε καί πῶς εὑρέθη στήν Ἱερά Σύνοδο ἡ ἁγία Δεξιά τοῦ Μεγάλου Πατρός; Τήν ἀπάντηση μᾶς τήν δίδουν τά ἔγγραφα τοῦ πολυτιμότατου γιά τήν νεοελληνική ἱστορική καί ἐκκλησιαστική πραγματικότητα Ἀρχείου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

Παλαιά ρωσική εικόνα του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου.
Παλαιά ρωσική εικόνα του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου.

Η Νικομήδεια (σήμερα Izmit) βρίσκεται στο μυχό του Αστακηνού Κόλπου της Προποντίδας. Η φωτογραφία τραβήχτηκε από πλοίο τον Ιούνιο του 1921.
Η Νικομήδεια (σήμερα Izmit) βρίσκεται στο μυχό του Αστακηνού Κόλπου της Προποντίδας.
Η φωτογραφία τραβήχτηκε από πλοίο τον Ιούνιο του 1921.
Τόν Ἰούνιο τοῦ 1921 κατελήφθη ἀπό τά στρατεύματα τοῦ Κεμάλ ἡ πόλη της Νικομήδειας (σημ. 2) ἕδρα τῆς ὁμωνύμου Ἱερᾶς Μητροπόλεως (σημ. 3), μέ συνέπεια τήν συνολική ἔξοδο τοῦ ὀρθοδόξου πληθυσμοῦ καί τήν καταστροφή.

Ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ στην Νικομήδεια τον Ιούνιο του 1922.
Ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ στην Νικομήδεια τον Ιούνιο του 1922.

Τά περισωθέντα ἱερά κειμήλια τῆς Μητροπόλεως Νικομηδείας καί τῆς παρακειμένης Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος παρεδόθησαν, ἐντός κιβωτίων, στίς 26 Ἰουνίου 1921, στό πολεμικό πλοῖο «Κιλκίς», τό ὁποῖο ναυλοχοῦσε στήν Πρίγκηπο (σημ. 4).

Το θωρηκτό Κιλκίς.
Το θωρηκτό Κιλκίς.
Τό ἀντίγραφο Πρακτικοῦ «καταγραφῆς ἱερῶν ἀμφίων καί σκευῶν ἱερῶν ναῶν Νικομηδείας (Μητροπόλεως καί Ἁγίου Παντελεήμονος)» (σημ. 5) ἀναφέρει μεταξύ ἄλλων:

«Ζόν Κιβώτιον ὑπ’ ἀριθ. 7, περιέχον τά ἑξῆς:

Δύο μήτρας Μητροπολίτου, ἕν εὐαγγέλιον χειρόγραφον κοινόν, τρία Ἀρχιερατικά βιβλία κοινά, ἕν κυτίον ἀργυροῦν, περιέχον τήν δεξιάν χεῖρα τοῦ Ἁγίου Βασιλείου καί διάφορα ἀφιερώματα, δύο βραχιόλια ἀργυρά, τέσσαρας μικρούς σταυρούς, ἐννέα φλωρία ἕξ δακτυλίδια, ἕν κυτίον περιέχον λείψανα ἁγίων δισμυρίων (σημ. 6), τρεῖς πατερίτσες Πατριάρχου, (μίαν ἀργυρά, δύο ἀπό φύλντισι μέ λαβήν χρυσῆν καί ἡ τρίτη μέ λαβήν κοκαλίνην), ἕν Εὐαγγέλιον χρυσόδετον Ρωσσικόν καί δύο ἕτερα Ἑλληνικά (ἕν ἀργυρόδετον καί ἕν χρυσόδετον), τρία δισκάρια ἀργυρᾶ, τρεῖς λαβίδας ἀργυρᾶς, μίαν λόγχην, δέκα τέσσαρα καλύμματα ἁγίων ποτηρίων, ἕναν ἀστερίσκον ἀργυροῦν, ἕν δοχεῖον ζέου ἀργυροῦν, ἕναν μικρόν σταυρόν ἀργυροῦν, ἕν ἀρτοφόριον ἀργυροῦν, ἕν πλαίσιον ἀργυροῦν φέρον σχῆμα ἀναστάσεως, ὀκτώ γυρλάντας εἰκόνων ἀργυρᾶς, ὀκτώ ἀστέρας μικρούς, δύο καλύμματα ἁγίων ποτηρίων χανδροκέντητα, Στολή Πατριάρχου Ἀναστασίου (ἔχουσα δύο φελώνια,δύο πετραχήλια, δύο ζώνας χρυσοκεντήτους, δύο στιχάρια, ἕν ζεῦγος ἐπιμανίκια, στολή Ἀρχιερατική (ἔχουσα μίαν ζώνην χρυσοκέντητον μέ δύο πόρπας ὑαλίνας, δύο ἐπιγονάτια, ἕν πετραχήλιον χρυσοκέντητον, δύο ἄμφια Πατριάρχου (ὁμοφόρια)….» (σημ. 7).

Μέ τήν ἀπό 28ης Ὀκτωβρίου 1922 ἐπιστολή του ὁ Μητροπολίτης Νικομήδειας Ἀλέξανδρος (σημ. 8) παρακαλεῖ τόν Ὑπουργό τῶν Ναυτικῶν νά διατάξη τήν ἐξακρίβωση γιά τήν ὕπαρξη τῶν προαναφερομένων πραγμάτων καί νά φροντίση γιά τήν παραλαβή τῶν ἀτομικῶν του πραγμάτων. Τό σχετικό ἔγγραφο ἀναφέρει: 
      
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΝΙΚΟΜΗΔΕΙΑΣ

Ἐν Θεσσαλονίκῃ τῇ 28ῃ Ὀκτωβρίου 1922

Πρός τόν Ἐξοχώτατον κ. Ὑπουργόν
τῶν Ναυτικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους
Εἰς Ἀθήνας

Ἐξοχώτατε,

Μετά τήν γενομένην κατά Ἰούνιον τοῦ 1922 κατάληψιν τῆς Νικομηδείας, Ἕδρας τῆς ἐμῆς Ἐπαρχίας, ὑπό τοῦ Κεμαλικοῦ στρατοῦ, τά περισωθέντα ἐκ τῶν πραγμάτων τῆς Μητροπόλεώς μου καί τῆς παρακειμένης Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος ἐν συνόλῳ Κιβώτια (15) δέκα πέντε, δέματα (2) καί κάσσαι (2) δύο ὑπό τοῦ ἐκεῖθεν μετενεγκόντος αὐτά ἀτμοπλοίου παρεδόθησαν τῇ 26ῃ Ἰουνίου 1921 εἰς τό ἐν Πριγκήπῳ ναυλοχοῦν πολεμικόν «Κιλκίς» ὡς τοῦτο βεβαιοῦται δι’’ ἐγγράφου κατ’’ εὐθεῖαν πρός ἐμέ τοῦ τότε ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἕλληνος Ἁρμοστοῦ κ. Βότση ὑπ’’ ἀριθ. 5934 καί ἡμερομηνίαν 12 Αὐγούστου τοῦ αὐτοῦ ἔτους (1921) περιέχοντος καί ἀντίγραφον ἀπογραφῆς τῶν ἀνωτέρω πραγμάτων.
Μή δυνηθείς ἐν τῷ μεταξύ ν’’ ἀναλάβω ταῦτα ἐκ τοῦ «Κιλκίς» ἀναμένων κατάλληλον πρός τοῦτο εὐκαιρίαν, ἤδη, ὅτε ἐπί τῇ ἀφορμῇ τῆς Ἐπαναστάσεως πρό μηνός κατέπλευσεν ἐνταῦθα τό «Κιλκίς» ἔσπευσα νά ζητήσω καί παραλάβω ταῦτα ἀλλ’’ εἰς ἀπάντησιν ὁ Κυβερνήτης αὐτοῦ διεμήνυσέ μοι, ὅτι ὅλα ταῦτα ἔχουν παραδοθῆ διά Πρωτοκόλλου εἰς τόν «Ἀβέρωφ». Λαμβάνω ὅθεν τήν τιμήν, Κύριε Ὑπουργέ, νά παρακαλέσω Ὑμᾶς, ὅπως εὐαρεστηθῆτε νά διατάξητε τήν ἐξακρίβωσιν περί τήν ὕπαρξιν τῶν ἄνω πραγμάτων καί μοί δηλωθῇ τίνι τρόπῳ δύναμαι νά φροντίσω καί παραλάβω τέλος τά ἐν τῇ ἐγκλείστῳ ἀπογραφῇ ἀναφερόμενα ἀτομικά μου πράγματα, ὧν ὡς πρόσφυξ ἀπόλυτον ἔχω ἀνάγκην καί τά ὁποῖα εἶναι τά μόνα ἀπομείναντα ἐκ τῆς ὅλης περιουσίας ἐμοῦ καί τῶν τριῶν χηρῶν ἀδελφῶν μου, τῆς λοιπῆς διαρπαγείσης ἤ ἐξαφανισθείσης.

Παρακαλῶ ὅθεν ἐν ὀνόματι τῆς φιλανθρωπίας νά γίνῃ πᾶσα δυνατή ἐνέργεια πρός ταχυτέραν παραλαβήν τῶν ἀναφερομένων πραγμάτων μου. Ἡ παροῦσα μου θά ἐπιδοθῇ διά τοῦ ἐν Ἀθήναις εὑρισκομένου ἀντιπροσώπου μου κ. Κ. Καλπακτσῆ, ἐμπόρου, δι’’ οὗ καί τήν σχετικήν ἀπάντησιν ἀναμένω,

Τῆς Ὑμετέρας Ἐξοχότητος
διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης καί ὁλοπρόθυμος

Ὁ Νικομηδείας Ἀλέξανδρος (σημ. 9).

Το θωρηκτό Αβέρωφ.
Το θωρηκτό Αβέρωφ.
Ὁ Ὑπουργός τῶν Ναυτικῶν Κ. Βούλγαρης κάνει τίς σχετικές ἐνέργειες (σημ. 10) καί πληροφορεῖται ἀπό τόν Ἀρχηγό τοῦ Στόλου ὅτι τά παραληφθέντα ἀπό τό θωρηκτό «Ἀβέρωφ» πράγματα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Νικομηδείας παρεδόθησαν στίς 14 Ὀκτωβρίου 1922 στά Γραφεῖα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου (σημ. 11), στόν Γραμματέα Ἀρχιμανδρίτη Γερμανό Ρουμπάνη καί «ἐτοποθετήθησαν ἐν τῷ παρά τῷ Συνοδικῷ Μεγάρῳ Ἱερῷ Ναῷ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου πλήν τοῦ ἁγίου Μύρου τεθέντος ἐν τῷ ἑρμαρίῳ , ἐν ᾧ καί τό ἅγιον Μύρον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί τῶν ἁγίων Λειψάνων φυλαχθέντων ἐν τῷ Γραφείῳ τοῦ Α´. Γραμματέως» (σημ. 12). Κατόπιν τούτου ὁ Ὑπουργός διαβιβάζει στήν Ἱερά Σύνοδο τήν ἀναφορά τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Στόλου καί τήν ἐπιστολή τοῦ Μητροπολίτου Νικομηδείας γιά τήν τακτοποίηση τοῦ θέματος (σημ. 13).

Ὁ Ἀρχιμανδρίτης Γερμανός Ρουμπάνης, διά τῆς ὑπ’’ ἀριθ. 834/17.10.1922 ἀναφορᾶς, ἐνημερώνει τήν Ἱερά Σύνοδο γιά τήν παραλαβή τῶν ἱερῶν πραγμάτων.
Ἀναφορά Ἀρχιμανδρίτου Γερμανοῦ Ἀρ. Ρουμπάνη
Α´. Γραμματέως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου

Ἀριθ. 160
Ἐν Ἀθήναις τῇ 17ῃ Ὀκτωβρίου 1922

Πρός
Τήν Ἱεράν Σύνοδον

Τό Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀπέστειλε πρός τήν Ἱεράν Σύνοδον τά ἐκ τῆς Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Παντελεήμονος Νικομηδείας προερχόμενα ἱερά σκεύη καί ἄμφια ἅτινα παρελάβομεν διά πρωτοκόλλου παραδόσεως καί παραλαβῆς οὗ ἀντίγραφον συνυποβάλλομεν τῇ παρούσῃ, ὅτι δέν ἠδυνάμεθα ν’ ἀρνηθῶμεν τήν παραλαβήν καί φύλαξιν τῶν ἱερῶν τούτων ἀντικειμένων, ἀφ’’ οὗ ἡ εὐσέβεια τοῦ Ἑλλ. Στρατοῦ καί Στόλου εἶχε τήν προθυμίαν νά περισυλλέξῃ καί περισώσῃ.

Πάντα τά παραληφθέντα ἐτοποθετήσαμεν προχείρως ἐν τῷ Ἱ. Ναῷ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, τῷ ἐν τῷ προαυλίῳ τῆς Ἱ. Συνόδου πλήν τοῦ ἁγίου Μύρου, ὅπερ ἐφυλάξαμεν ἐν τῷ ἑρμαρίῳ ἐν ᾧ καί τό ἅγιον Μῦρον τῆς Ἱ. Συνόδου, τά δέ κυτία τῶν Ἁγίων Λειψάνων ἐν τῷ ἑρμαρίῳ τοῦ Α´ Γραμματέως.

Ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἡ Ἱ. Σύνοδος θά διατάξῃ τακτικήν παραλαβήν καί ἐξασφάλισιν τῶν ἱερῶν τούτων ἀντικειμένων, παρακαλῶ εὐσεβάστως, ὅπως ὁρισθῇ ἐπιτροπή, εἰ δυνατόν, πρός παραλαβήν καί τακτοποίησιν καί ἐξασφάλισιν αὐτῶν.

Εὐπειθέστατος
Ἀρχιμανδρίτης Γερμανός Ρουμπάνης
(σημ. 14).

Ἡ Σύνοδος ἀποφασίζει «ν’’ ἀνακοινωθῇ τοῦτο τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἵνα μετά συνεννόησιν μετά τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐνεργηθῶσι τά δέοντα πρός φύλαξιν τῶν ἱερῶν τούτων ἀντικειμένων» (σημ. 15), καί διατάσσει τήν λεπτομερῆ καταγραφή τῶν ἱερῶν σκευῶν καί τῶν ἀμφίων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Νικομηδείας καί τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Παντελεήμονος. Ἡ ἐπιτροπή καταγραφῆς ἀποτελεῖται ἀπό τούς Συνοδικούς Συνέδρους Μητροπολίτες Ἄρτης Σπυρίδωνα καί Παροναξίας Ἱερόθεο καί τόν Διευθυντή τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου (σημ. 16). Κατόπιν τούτου ἡ Ἱερά Σύνοδος ἀποστέλλει, πρός τό Ὑπουργεῖο ἐπί τῶν Ἐκκλησιατικῶν, τό ὑπ’ ἀριθ. 120/1375/26.11.1922 ἔγγραφο:

«Τό Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀπέστειλεν εἰς τήν Ἱεράν Σύνοδον ἱερά σκεύη καί ἄμφια τῆς ἐν Νικομηδείᾳ τῆς Μ. Ἀσίας Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος ἀποτελούμενα κατά τόν ἀποσταλέντα πίνακα ἀπό τά ἑξῆς: 1) ἕνδεκα μπαοῦλα, 2) τέσσαρα δέματα, 3) ἕξ κιβώτια, 4) τέσσαρας εἰκόνας, 5) ἕνα Σταυρόν ἐντός κιβωτίου, 6) ἕν δοχεῖον Ἁγ. Μύρου, 7) δύο κιβώτια ἀργυρᾶ περιέχοντα τό μέν ἕνα τά Ἅγ. λείψανα τῶν δισμυρίων Μαρτύρων, τό δέ δεύτερον τήν χεῖρα τοῦ Ἁγ. Βασιλείου.

Ταῦτα πάντα ἐτοποθετήθησαν ἐντός τοῦ μικροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγ. Ἀνδρέου πάρα τῷ Συνοδικῷ Μεγάρῳ. Ἤδη ὅμως ἐγγιζούσης τῆς ἑορτῆς τοῦ Ναοῦ οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ ὑπάρχει χῶρος νά τοποθετηθῶσιν.

Ἐπειδή δέ πλεῖσται τούτων ἔχουσι πιθανότατα καί ἀρχαιολογικήν ἀξίαν παρακαλοῦμεν, ὅπως παραλάβητε ταῦτα πλήν τῶν ὑπ’ ’ἀριθ. 6 καί 7 ἅτινα θά φυλαχθῶσιν ἐν τοῖς Γραφείοις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καί ἐξασφαλίσητε αὐτά, ὡς γνωρίζητε μέχρις ὅτου ληφθῇ ἡ δέουσα ὁριστική περί τῆς τύχης αὐτῶν ἀπόφασις τῶν ἁρμοδίων.

ὁ Ὕδρας καί Σπετσῶν Προκόπιος, Προεδρεύων
ὁ Καλαβρύτων καί Αἰγιαλείας Τιμόθεος
ὁ Ἄρτης Σπυρίδων
ὁ Παροναξίας Ἱερόθεος»

Τά ἱερά πράγματα, ἐκτός ἀπό τό Ἅγιο Μῦρο καί τά ἱερά λείψανα, τά ὁποῖα ἐφυλάχθησαν, γιά τήν ἱερότητα αὐτῶν, στήν Ἱερά Σύνοδο, παρεδόθησαν, κατόπιν ἐντολῆς τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν (σημ. 17), ἀπό τόν Ἀρχιμανδρίτη Γερμανό Ρουμπάνη στόν Θεμ. Βολίδη, Διευθυντή τοῦ Τμήματος τῶν Χειρογράφων τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης καί μετεφέρθησαν σέ χῶρο τοῦ Βυζαντινοῦ Μουσείου (σημ. 18).

Η ασημένια λειψανοθήκη του 1849 με τους βυζαντινούς σταυρούς, όπου φυλάσσεται η δεξιά χείρα του Μεγάλου Βασιλείου. Αποθησαυρίζεται στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Η ασημένια λειψανοθήκη του 1849 με τους βυζαντινούς σταυρούς,
όπου φυλάσσεται η δεξιά χείρα του Μεγάλου Βασιλείου.
Αποθησαυρίζεται στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος.
——————— —————-
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.    «Προσθετέον ἐν τέλει, ὅτι ἡ Ἱερά Σύνοδος κέκτηται Ἱερά μαρτυρικά Λείψανα,… μεταξύ δέ τῶν Ἱερῶν Λειψάνων ὑπάρχει καί μέρος χειρός τοῦ Μεγάλου Βασιλείου», Ἀρχιμ. Χρυσοστόμου Θέμελη, Ἀρχιγραμματέως (νῦν Μητροπολίτου Μεσσηνίας) Συνοπτική ἱστορία τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀνάτυπον ἐκ τῆς «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ» τομ. ΛΑ´, ἐν Ἀθήναις 1954 σελ. 69. Τό ἱερό λείψανο φυλάσσεται σέ ἀσημένια λειψανοθήκη, στήν ὁπoία εἶναι χαραγμένη ἡ ἡμερομηνία 10 Φεβρουαρίου 1849.

2.    «Σχεδόν καθ’’ ἑκάστην καταφθάνουσιν εἰς τά Πατριαρχεῖα ἐκθέσεις ὅσαι εἶναι δυνατόν νά διαφύγωσιν τήν προσοχήν τῶν ἁρμοδίων, περιγράφουσαι διά μελανῶν χρωμάτων τήν κατάστασιν τῶν χριστιανῶν ἐν Ἀνατολῇ. Τοιαῦται ἐκθέσεις προερχόμεναι ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Χαλδείας, Ἀμασείας καί Νικομηδείας, παρεπέμφθησαν εἰς τά δύο Σώματα διά τήν ἀνάλογον σκέψιν καί ἐνέργειαν», (Ἐκκλησιαστική Ἀλήθεια Κωνσταντινουπόλεως, τόμος 44, ἔτος Μ, 1920, σελ. 403 α). «Ἡ Ἐκκλησία ὡς ἄλλη Ραχήλ θρηνεῖ καί κλαίει καί ὀδύρεται διά τά μή ὑπάρχοντα πλέον τέκνα αὐτῆς τά ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ. Ὡσεί μή ἤρκει ἡ καταστροφή μυριάδων ὑπάρξεων τῶν Μητροπόλεων Καισαρείας, Νικομηδείας Ἀμασείας, Νεοκαισαρείας, Ἰκονίου, Πισιδίας, Τραπεζοῦντος, Ἀγκύρας, Χαλδίας, Κολωνίας καί Ροδοπόλεως, καλούμεθα ἤδη νά θρηνήσωμεν καί ἐπί τῶν ἐρειπίων τῶν περιοχῶν Βιθυνίας καί Ἰωνίας…» (Ἐπιστολή 30ῆς Αὐγούστου 1922, Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Μελετίου πρός τήν Ἱεραρχία τοῦ Θρόνου, Ε.Α., τόμος 46, ἔτος ΜΒ 1922, σελ. 349). «….Διότι ποῦ νῦν αἱ Ἐκκλησίαι τῆς Γαλατίας, τῆς Βιθυνίας, τοῦ Πόντου τῆς Φρυγίας;…» (Ε.Α., τόμος 46, ἔτος ΜΒ 1922 σελ. 365).

3.    Ἤδη ἀπό τόν Α´ αἰ. ἦταν ἐπισκοπική ἕδρα. Ἀπό τά μέσα τοῦ ΣΤ´ αἰῶνα ἀναγράφεται ὡς 7η Μητρόπολις, ὑπό τόν Κωνσταντινουπόλεως, στήν ἐπαρχία Βιθυνίας μέ 8 Ἐπισκοπές. Περί τά μέσα τοῦ Η´ αἰ. κατέχει τήν 8η θέση μέ 11 ὑποκείμενες Ἐπισκοπές. Στήν 7η θέση ἐπανέρχεται ἀπό τόν Θ´ αἰ. μέ 10 Ἐπισκοπές καί τή θέση αὐτή διατηρεῖ μέχρι τόν ΙΕ´ αἰ. Μετά ἀνεβιβάσθη στήν 6η θέση καί συνέχεια στήν 3η. Στό Συνταγμάτιο τοῦ Χρυσάνθου (1715) ὁ Νικομηδείας ἀναγράφεται 5ος στήν τάξη. «Ὑπέρτιμος καί Ἔξαρχος πάσης Βιθυνίας», χωρίς ὅμως ὑποκείμενες Ἐπισκοπές. Βλ., G. Parthey Hiercolis Synecdemus.., Berolini 1866. H. Gelzer, Georgii Cyprii Descriptio orbis Romani, Lipsiae, 1890. Τοῦ ἰδίου, Ungedructe… Texte der Notitie episcopatuum, Munchen 1910. Βασιλείου Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, Ἀθῆναι (2) 1959. Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαιδεία.

4.    Ἀρχεῖο Ἱερᾶς Συνόδου, Φάκελος Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, Διάφορα (1922). Ἐπιστολή 28ης Ὁκτωβρίου 1922, Μητροπολίτου Νικομηδείας Ἀλεξάνδρου πρός τόν Ὑπουργό τῶν Ναυτικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Στήν ἐπιστολή τοῦ Μητροπολίτου ἀναφέρεται, ἐκτός τῶν ἄλλων καί τό ὑπ’ ἀριθμ. 5934/12.8.1921 ἔγγραφο τοῦ Ἕλληνος Ἁρμοστοῦ στήν Κωνστναντινούπολη, περιέχοντος ἀντίγραφο ἀπογραφῆς τῶν περισωθέντων πραγμάτων,πρός τόν Μητροπολίτη Νικομηδείας.

5.    Ἀρχεῖο Ἱερᾶς Συνόδου, Φάκελος Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, Διάφορα (1922).

6.     Τῶν ἐν Νικομηδείᾳ καέντων.

7.     Ἀρχεῖο Ἱερᾶς Συνόδου,Φάκελος Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, Διάφορα (1922). Τά ὑπόλοιπα πράγματα, πού ἀναφέρονται στό ἀντίγραφο τοῦ Πρακτικοῦ καταγραφῆς ἦσαν:

Αον. Κιβώτιον ὑπ’ ἀριθμ. 1 περιέχον τά ἑξῆς:

1ον. Δέμα δύο Εὐαγγέλια, 1 ποτήριον, 1 δισκάριον, 1 ἀστερίσκον, 1 λαβήν, 1 ἁγ. Λόγχην καί ἕναν σταυρόν ἁγιασμοῦ ξύλινον περιβεβλημένον διά μετάλου μετά θήκης.

2ον. Δέμα περιέχον διάφορα ἀφιερώματα ἀργυρά κεφαλάς Ἁγίων καί ἀργυρούς σταυρούς 2, χεῖρας 2 καί ἕν δεμάτιον περιέχον μικρά ἀφιερώματα ἀργυρά, 1 ἁγίαν ζώνην μέ πόρπας ἀργυράς, 1 κανδύλιον ἀργυροῦν, 1 κάλυμα ἁγίου ποτηρίου καί 4 τεμάχια ἐπιμάνικα.

3ον. Δέμα περιέχον, 1 ἀστερίσκον, 4 ἐπιτραχείλια (τά 2 ἐφθαρμένα) 10 ἱερά καλύμματα ἁγίου ποτηρίου, 4 καλύμματα ἀέρος καί 1 φελόνιον ἐφθαρμένον.

4ον. Δέμα περιέχον, δύο ἅγια ποτήρια, μίαν λαβήν, μίαν ἱερατικήν ζώνην, δύο καλύμματα ἁγίων ποτηρίων καί ἕν φελόνιον.

5ον. Δέμα περιέχον 3 λευκά καλύμματα ἁγίας Τραπέζης καί 3 μαῦρα.

6ον. Δέμα περιέχον 4 ἐπιτραχείλια, 2 πλεκτά καλύμματα ἁγ. Τραπέζης, 2 φελόνια χρυσοκέντητα, 1 στιχάριον, 2 ζώνας χρυσοκεντήτους (μία ἐξ αὐτῶν φέρει δύο πόρπας ἀργυράς), 4 ἐπιμάνικα χρυσοκέντητα, 1 στιχάριον μεταξωτόν, 1 στιχάριον λινομέταξον, 1 φελόνιον λινομέταξον 1 στιχάριον κοινόν, 2 σταυρούς ἐπαργυρομένους, 2 δοχεῖα κενά ἁγ. Μύρου ἐκ λευκοσιδέρου.

Βον. Κιβώτιον ὑπ’ ἀριθ. 2, περιέχον τά ἑξῆς:

2 σταυρούς ἑξαπτερύγων, 4 ἑξαπτέρυγα ἐξ ἀρζαντοῦ ἀργυρᾶ φέροντα πλαίσιον ἀργυροῦν τά δύο, 1 τραπεζομάνδηλον πλεκτόν καί 1 δέμα περιέχον ἕν ἅγιον ποτήριον ἀργυροῦν, ἕν δισκάριον, μίαν λόγχην, μίαν λαβήν, ἕναν ἀστερίσκον (ἀργυρᾶ) πέντε ἱερά καλύμματα ἀέρος, δύο στιχάρια λινά, ἕν φελόνιον, ἕν ἐπιτραχήλιον καί ἐπιμάνικα χρυσοκέντητα, μίαν ἁγίαν ζώνην χρυσοκέντητην, καί ἕτερον ἱερόν ἄμφιον ἀγνώστου ὀνομασίας, δύο ράσα μικρά παιδικά, δύο κώδικας καί ἕν ἀρχεῖον Ἁγ. Παντελεήμονος.

Γον. Κιβώτιον ὑπ’ ἀριθ. 3 περιέχον:

Ἱερά ἄμφια Ἀρχιέρεως, ἕν στιχάριον λευκόν καί ἕτερον λινομέταξον, τέσσαρα φελόνια χρυσοκέντητα, δύο ἐπιτραχήλια, τρεῖς ζώνας χρυσοκεντήτους (μία ἐξ αὐτῶν φέρει πόρπας ἀργυράς) τρία καλύμματα ἀέρος, μικρόν κάλυμμα προσκομιδῆς καί προσόψιον, ἕξ καλύμματα ἁγίου ποτηρίου καί μίαν λαβήν ἀργυρᾶν.

Δον. Κιβώτιον ὑπ’ἀριθ. 4, περιέχον:

Δέκα ἑπτά κορῶνας ἀργυράς εἰκόνων, τέσσαρα ἀφιερώματα ἀργυρά, ἕν θυμιατήριον ἀργυροῦν, δύο δοχεῖα ἀνθονέρου ἀργυρᾶ, τρεῖς δίσκοι ἀργυροί, εἷς σταυρός ἀργυροῦς, ἕν στιχάριον λινομέταξον, ἕν φελόνιον χρυσοκέντητον, ἕν κάλυμμα ἀέρος χρυσοκέντητον, δύο καλύμματα ἁγίων ποτηρίων, μία ζώνη χρυσοκέντητος καί ἕν κάλυμμα ἁγίας Τραπέζης.

Εον. Κιβώτιον ὑπ’ ἀριθ. 5, περιέχον τά ἑξῆς:

Τέσσαρα ἐπιτραχήλια ἐφθαρμένα, ἕν ἀρτοφόριον ἀργυροῦν, ἕτερον τοιοῦτον μέγα ἀργυροῦν, ἕν δισκάριον, μίαν λαβήν ἀργυράν, μίαν λόγχην, ἕξ ἐφθαρμένα ἐπιμανίκια, δύο εἰκόνας ἀργυράς Ἁγίου Παντελεήμονος (ἡ μία ἐξ αὐτῶν περιέχουσα διάφορα ἀφιερώματα σφραγισμένη διά κλείθρου), μιά φιάλη μεγάλη ἁγιασμοῦ, δύο ζώνας ἐφθαρμένας (ἡ μία ἐξ αὐτῶν φέρει πόρπας ἀργυράς), δέκα καλύμματα ἁγίου ποτηρίου (τρία ἐφθαρμένα ἐκ λινοῦ ὑφάσματος), τρία καλύμματα ἀέρος χρυσοκέντητα, 2 Εὐαγγέλια χρυσόδετα, δύο ἅγια ποτήρια ἀργυρά, ἕν τραπεζομάνδηλον ἐκ βελούδου φέρον τό ὄνομα Δημήτριος Σοφιανός, ἕτερον τραπεζομάνδηλον ἁγίας Τραπέζης φέρον γύρον ἐκ βελούδου, ἕν κάλυμμα προσκυνηταρίου ἐκ μετάξης, πέντε φελόνια (τά δύο ἐξ αὐτῶν χρυσοκέντητα), τρία στιχάρια ἐκ λινοῦ ὑφάσματος, ἕν ἐπιγονάτιον, μίαν ζώνην, ἕν φελόνιον λευκόν, ἕν ἐπιτραχήλιον λευκόν, τρία τραπεζομάνδηλα Ἁγίας Τραπέζης λευκά, ἕν τραπεζομάνδηλον μικρόν ἐξ ὑφάσματος, τρία καλύμματα λευκά δικτυωτά, ἕν κεντητόν δι’’ εἰκόνας, πέντε τραπεζομάνδηλα λευκά (τό ἕν ἐξ ὑφάσματος σατέν), δύο καλύμματα μικρά προσκυνηταρίου λευκά (μεταξωτά), δύο παραπετάσματα θύρας πένθιμα, ἕν κάλύμμα πένθιμον Ἁγίας Τραπέζης, ἕν ἐπιτραχήλιον, ἕν κάλυμμα ἀέρος πένθιμον, μαξιλαροθήκην.

ΣΤον. Κιβώτιον ὑπ’ἀριθ. 6, περιέχον τά ἑξῆς:

Δέκα μηνιαῖα βιβλία ἐκκλησιαστικά καινουργῆ, δύο Εὐαγγέλια παλαιά καί ἕτερον, ἄνευ ἀργυροῦ δεσίματος, δύο βιβλία παρακλητικῆς, δύο κώδικας, δέκα ἑπτά μηνιαῖα βιβλία, ἕν πεντηκοστάριον, ἕν τυπικόν, ἕν τυπικόν, ἕν ἱερατικόν, ἕν προσκομιδῆς, ἕν λειτουργίας, ἕν ψαλτήριον, ἕν ψαλτήριον, ἕν ὡρολόγιον, δύο σταυρούς ἀργυροδέτους καί ἕτερον φυλντισόδετον, πέντε μικρά ἀργυρά ἀφιερώματα, τρία ζεύγη ἐπιμάνικα, πέντε ταινίας ἐξ ὑφάσμαος, ἕν δοχεῖον ἐκ μολύβδου φέρον ἐντός ἅγιον μῦρον και ἕν μικρόν ψαλιδάκι, ἑπτά καλύμματα (τά πέντε χρυσοκέντητα μεταξωτά καί δύο ἐξ ὑφάσματος κλάρας καί τέσσαρας ζώνας αὐτῶν ἐξ ἰδίου ὑφάσματος, ἕξ ἐπιτραχήλια (τό ἕν ἐξ αὐτῶν μεταξωτόν χρυσοκέντητον καί τά ἕτερα μεταξωτά), ἕν στιχάριον λινόν καί ἕν τοιοῦτον μεταξωτόν, τέσσαρα φελώνια (ἕν μεταξωκέντητον, ἕν ἐκ βελούδου, ἕν ἐκ Περσικοῦ ὑφάσματος καί ἕν μεταξωτόν παλαιόν), μίαν ζώνην ἐκ βελούδου φέρουσαν δύο πόρπας ἀργυράς, ἕν ἀντιμήνσιον, ἕν κάλυμμα μεταξωτόν εἰκόνος, ἕν κάλυμμα λινόν εἰκόνος, εἷς δίσκος ἐκ λευκοσιδήρου, ἕν δισκάριον ὀρειχάλκινον, ἕξ δίσκοι ἐκ χαλκοῦ, εἷς γῦρος Ἁγίας Τραπέζης μαλλινοβάμβακος, δύο θύρας ἱερᾶς Πύλης ἐκ Περσικοῦ ὑφάσματος καί ἑτέρας ἐκ βελούδου καί ἕν προσόψιον καλύπτον τά περιεχόμενα.

Ηον. Δύο κιβώτια κλειδωμένα (μή ἀνοιγέντα παρ’ ἡμῶν) φέροντα τήν ἐπιγραφήν Ἱερά Ἄμφια καί ἀνήκοντα πιθανῶς εἰς ΧΙ´ Μεραρχίαν.

Θον. Δύο μεγάλας εἰκόνας Ἁγίου Παντελεήμονος περιτετυλιγμένας διά μεταξωτοῦ ἡ μία καί ἡ ἑτέρα διά λινοῦ ὑφάσματος, ἡ μέν ἀργυρᾶ, ἡ δέ ἐπίχρυσος, 2 πλαίσια εἰκόνων φερουσῶν προσόψεις Παναγίας μετά καλυμμάτων, μία θήκη περιέχουσα δύο ἀστέρας καί ἕνα σταυρόν ἑξαπτερύγων ἐξ ἀργύρου καί μετάλλου λευκοῦ, ἕν ἁγιασματάριον, μίαν εἰκόνα φέρουσα τόν Ἅγιον Γρηγόριον κεκαλυμένη διά λινοῦ ὑφάσματος καί ἕν δοχεῖον περιέχον ἅγιον μῦρον ἐκ λευκοῦ σιδήρου.

Ἐν Πριγκήπῳ τῇ 26ῃ Ἰουνίου 1921

Ὁ παραλαβών καί καταγράψας
(ὑπογρ.) Ν. Νιχᾶς.

Ἀποσκευαί Μητροπολίτου Νικομηδείας

Δύο δέματα (μπόγοι) μέ εἴδη ὕπνου καί τάπητος.
Δύο κάσας παραδοθεῖσαι ἡμῖν καρφωμέναι καί μή ἀνοιγεῖσαι μέ σκεύη τραπέζης.
Ἕξ κιβώτια κλειδωμένα.

Ἐν Πριγκήπῳ τῇ 26η Ἰουνίου 1921

O παραλαβών καί καταγράψας
(ὑπογρ.) Δυσανάγνωστος

      
8.   Ὁ Μητροπολίτης Νικομηδείας Ἀλέξανδρος Ρηγόπουλος γεννήθηκε στήν Ἀνδριανούπολη τό ἔτος 1851. Σπούδασε τά θεολογικά γράμματα στήν Θεολογική Σχολή τῆς Χάλκης καί ὑπηρέτησε, ἐπί διετία, ὡς ἱεροκήρυξ στήν περιοχή τῆς Μακεδονίας. Τό 1881 χειροτονήθηκε Βοηθός Ἐπίσκοπος τοῦ Μητροπολίτου Βοδενῶν. Τό1891 ἐξελέγη Μητροπολίτης Βάρνης, ἀλλά δέν ἔγινε δεκτός ἀπό τούς Βουλγάρους. Τό ἴδιο ἔτος μετετέθη στήν Μητρόπολη Πελαγονίας καί τό 1895 ἐκλήθη νά ποιμάνη τήν Μητρόπολη Νεοκαισαρείας. Τά 1903 ἐξελέγη Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Ἀπό τή θέση αυτή, τό 1910, προήχθη στήν Γεροντική Μητρόπολη Νικομηδείας. «Χθές ἐγένοντο ἐν τῷ σεπτῷ πατριαρχικῷ ναῷ αἱ κανονικαί ψῆφοι ἐπί τῇ ἱερᾷ Μητροπόλει Νικομηδείας, χηρευούσῃ ἕνεκα τῆς παραιτήσεως τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου κ. Φιλοθέου. Ἐκ τῶν τεθέντων συνυποψηφίων παριερ. μητροπολιτῶν Θεσσαλονίκης κ. Ἀλεξάνδρου, Τραπεζοῦντος κ. Κωνσταντίνου καί Κασσανδρείας κ. Εἰρηναίου, προεκρίθη Μητροπολίτης Νικομηδείας ἀναδειχθείς ὁ σεβ. Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, ποιμαίνων τήν ἐπαρχίαν ταύτην ἀπό ἑπτά ἐτῶν» (Ε. Α. τόμος 34, ἔτος Λ-ΛΑ, 1910, σελ. 357). Ἀπό τήν ἕδρα του ἀνεχώρησε τό 1921, μετά τήν ἐκκένωση τῆς πόλεως κατά τόν Ἑλληνοτουρκικό πόλεμο. Ὑπῆρξε ὁ τελευταῖος Μητροπολίτης Νικομηδείας. Ἐκοιμήθη στίς 27 Ἰουνίου 1928.

9.    Βλ. ὑποσ. 1.

10.    ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ
Διεύθυνσις Διοικ. Ὑπηρεσίας -Τμῆμα Προσωπικοῦ

Ἐν Ἀθήναις τῇ 18 Νοεμβρίου 1922
ἀριθ. πρωτ. 62535 -11523

Διαβιβάζεται πρός τόν Ἀρχηγόν τοῦ Στόλου, ὅπως ἐξετάσῃ καί ἀναφέρῃ ἡμῖν σχετικῶς.

Ὁ Ὑπουργός
Κ. Βούλγαρης

11.    ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΟΥ ΣΤΟΛΟΥ – ἀριθ. πρωτ. 2533

Ἐπαναφέρεται πρός τό Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν, Διεύθυνσιν Ὑπηρεσίας Τμῆμα Προσωπικοῦ, τό ὁποῖον ἔχομεν τήν τιμήν νά πληροφορήσωμεν ὅτι τά ἐκ τοῦ «Κιλκίς» παραληφθέντα κιβώτια μέ σκεύη καί λοιπά τιμαλφῆ τοῦ Μητροπολίτου Νικομηδείας περεδόθησαν τήν 14ην Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. εἰς τά Γραφεῖα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐν Ἀθήναις ἐπί ἀποδείξει, ἀπό τήν ὑπηρεσία τοῦ Θωρηκτοῦ «ΑΒΕΡΩΦ».

Εὐπειθέστατος

ὁ Ἀρχηγός
(ὑπογρ. δυσανάγνωστος)

12.    Τόμος Πρακτικῶν Δ.Ι.Σ., 1921-1927, Περίοδος Ο´, Συνεδρία ΙΖ´, Ἡμέρα Τετάρτη, 19 Ὀκτωβρίου 1922, σελ. 112. Δέν εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατά τήν περίοδο αὐτή, πού ἡ Σύνοδος παρακαλεῖται νά φροντίση γιά τήν διάσωση καί τακτοποίηση ἱερῶν πραγμάτων και ἐκκλησιαστικῶν εἰδῶν, τά ὁποῖα προέρχονται ἀπό τίς Ἐκκλησίες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί τῶν ἄλλων περιοχῶν. Αὐτό προκύπτει ἀπό διάφορα ἔγγραφα τοῦ Ἀρχέιου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.

13.    ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΕΠΙ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ
Διεύθυνσις Διοικητικῆς Ὑπηρεσίας
Τμῆμα Προσωπικοῦ -Γραφεῖον Διοικήσεως
Ἀριθ. Πρωτ. 64000 –11823

Ἐν Ἀθήναις τῇ 28 Νοεμβρίου 1922

Πρός τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλαδος

Ἔχομεν τήν τιμήν νά σᾶς διαβιβάσωμεν ἐγκλείστως, τήν ὑπ’ ἀριθ. 2535 ἐ. ἔ. ἀναφοράν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Στόλου, μετά τῆς ὑποβαλλομένης διά ταύτης ἀναφορᾶς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Νικομηδείας, ὅπως λαβητε γνῶσιν καί εὐαρεστηθῆτε νά ἐνεργήσητε ἐπί τοῦ προκειμένου τά δέοντα συνεννούμενοι μετά τῆς ἐν λόγῳ Μητροπόλεως.

Ὁ Ὑπουργός.
Κ. Βούλγαρης,

14.     Ἀρχεῖο Ἱερᾶς Συνόδου, Φάκελος Οἱκουμενικοῦ Πατριαρχείου, Διάφορα (1922).

15.    Βλ. ὑποσημ. 13.

16.    Τόμος Πρακτικῶν Δ.Ι.Σ. (1921 -1972), Περίοδος Ο´, Συνεδρία ΙΗ´, Ἡμέρα Παρασκευή, 21 Ὀκτωβρίου 1922, σελ. 114.

17.    Ἔγγραφον 47616 -19922. Ἀρχεῖο Ἱερᾶς Συνόδου, Φάκελος Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, Διάφορα (1922).

18.    Ἀρχεῖο Ἱερᾶς Συνόδου, Φάκελος Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, Διάφορα 1922, Ἀναφορά 1ης Δεκεμβρίου 1922, Ἀρχιμ. Γερμανοῦ Ρουμπάνη πρός τήνἹερά Σύνοδο, καί Πρωτόκολο παραδόσεως καί παραλαβῆς, Τομ. Πρακτικῶν Δ.Ι.Σ., (1921-1927), Περίοδος Ο´, Συνεδρία ΛΓ´, ἡμέρα Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 1922, σελ. 133.

Πηγές:

Συνέχεια

Πρωτοχρονιά στη Σιβηρία. Στο εκκλησάκι του πάτερ Ιωνά


Προχτές πήγα να δώ τον μπάρμπα – Ηρακλή Γιαβάσογλου, που τον λένε Γιαβάς-Θαλασσινόν από το κοσμογύρισμα που έκανε σ’ όλη τη ζωή του. Καθότανε στη φωτιά, γιατί έκανε ψύχρα και πυρωνότανε. Φορούσε ένα καλπάκι από αστραχάν, κι είχε τρυπωμένα τόνα χέρι του μέσα στο μανίκι τα’ αλλουνού. Μου φάνηκε πως βρισκόμουνα στην καλύβα κανενός Γιακούτου, στις χιονισμένες χώρες, μέσα στην Ασία. Ο μπάρμπα-Ηρακλής είναι πολύ γέρος, ως ενενηνταπέντε χρονών, μα βαστά καλά, γέρος-αγέραστος.

Άμα τον είδα ντυμένον έτσι, χαμογέλασα. Κι εκείνος μου λέγει: «Ένα μπαίγνιο είναι ο άνθρωπος. Τώρα που γέρασα κρυώνω με τούτη την τιποτένια ψύχρα. Κείνον τον καιρό που ταξιδεύαμε στα παγωμένα μέρη με τις καζάκες (έλκυθρα), το κορμί μας άναβε, κι ας κρεπάρανε οι πέτρες από το τάντανο»

Του λέγω: «Δε μου λές καμιά ιστορία, μπάρμπα-Ηρακλή, από κείνα τα μέρη;».

«Μετά χαράς να σου πώ», μου λέγει. «Σε τούτον τον μάταιον τον ντουνιά, ούλα γίνουνται ιστορίες και περνούνε. Μα σήμερα θα σου πώ μιαν ιστορία καλή, και τη θυμήθηκα λίγο πρίν νάρθεις, την ώρα που άναψα τη φωτιά και μυρίσανε τα ξύλα. Με τη μυρουδιά και με τα’ αστραχάν που φόρεσα στο κεφάλι μου, ήρθανε στο νού μου καθαρά, σαν νάτανε προχτές, κάτι πράματα ξεχασμένα, πρίν από τον Ρωσο-Γιαπωνέζικον πόλεμο. Κείνη τη χρονιά βρέθηκα… Για πες που βρέθηκα;… Στη Σιβηρία!».

Εγώ, σαν άκουσα «Σιβηρία», ενθουσιάστηκα, και τον αγκάλιασα τον μπάρμπα-Ηρακλή, που χαμογελούσε και με κοίταζε καλοκάγαθα. Με όλο που ήξερα πως είχε ταξιδέψει σ’ όλη την υδρόγειο σφαίρα, μ’ όλα ταύτα δεν περίμενα νάχε πάγει και στη Σιβηρία.

Πήγα δυό φορές στη Σιβηρία, μούπε, κι έχω να σου πω πολλές ιστορίες. Ήτανε κι άλλοι Ρωμιοί πηγαιμένοι σε κείνα τα μέρη. Σήμερα θα σου πώ την πιο καλή ιστορία, και μπορείς να τη γράψεις στη φημερίδα, οι μέρες πούναι. Το λοιπόν, σαν τέτοιες χρονιάρες μέρες , Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά, βρέθηκα, όχι μονάχα στη Σιβηρία, αλλά πέρασα και στο νησί που το λένε Σαχαλίνα. Γι αυτό σου λέγω πως η σημερινή ιστορία είναι σπουδαία από τις σπουδαίες. Στη Σαχαλίνα δεν μπορούσε να πάγει όποιος κι όποιος, γιατί εκεί πέρα βρισκότανε οι φυλακές που στέλνανε τους βαρυποινίτες απ’ ούλη τη Ρουσία. Το λοιπόν, σ’ αυτό το μέρος έκανα Χριστούγεννα και τα’ αγιού Βασιλείου, κι έκλαψα, γιατί πήγα και λειτουργήθηκα σε εκκλησία! Και τι εκκλησία: Ορθόδοξη σαν τις δικές μας, με παπάδες σαν τους δικούς μας, με εικονίσματα, με ψαλμωδίες σαν τις δικές μας. Το «Πάτερ ημών», το «Κύριε ελέησον», κι άλλα γράμματα, τα λέγανε ελληνικα. Που; Εκεί που θαρρεί κανένας πως βρίσκεται στον άλλον κόσμο.

Μπόρεσα και πήγα στη Σαχαλίνα, γιατί ήμουνα τότες μαζί μ’ έναν Ρούσο μηχανικό Αντρώποφ, που είχε άδεια να πάγει να κάνει εξέταση για πετρέλαια. Γιατί αυτό το καταραμένο νησί τι δεν βγάζει: Κάρβουνο, πετρέλαιο, χρυσάφι, σίδερο, ψάρια, γούνες, φώκες, φάλαινες…    Μ΄ όλο που είναι πολύ μεγάλο, δεν έχει καμιά πολιτεία απάνω του, εξόν από πεντέξι μαζέματα καλύβες, το Ντουέκ, τα’ Αλεξαντρόβσκ, το Ονόρ, κι ένα-δύο άλλα. Σ’ αυτά τα μέρη βγάζανε πετροκάρβουνο. Δουλεύανε Ρούσοι, Τάταροι, Αρμένηδες, Έλληνες και Τούρκοι, ούλοι ύποπτοι, της κοπριάς τ’ άνθος. Το νησί αυτό το λέγανε καταραμένο από τις φυλακές, από τα κάτεργα, που τα λέγανε κι οι Ρούσοι Κάτοργκα. Το τι είδανε τα μάτια μου, όσον καιρό κάθισα σ’ αυτόν τον τόπο, και τι σκληρά πράγματα άκουσα να λένε για τους καταδίκους, θα σου τα πώ άλλη φορά. Υπήρχανε κάτεργα σε δυό-τρία μέρη, όλα στο ίδιο σχέδιο, τα γραφεία, η εκκλησία, η καζάρμα, δυό-τρία μικρομάγαζα, κι οι φυλακές, κάτι μπουντρούμια, που καλύτερα να πεθαίνει κανένας στην καρμανιόλα, παρά νάναι ζωντανός εκεί μέσα.

Εξόν απ’ αυτά που είπα, εκείνο τα’ απέραντο νησί ήτανε έρημο. Από τη μεγάλη στεριά της Ταταρίας το χωρίζει ένα μπουγάζι, που έχει φάρδος από 12 έως 50 μίλια. Τον χειμώνα παγώνει αυτό το μπουγάζι, και περνάνε από την Ταταρία κρυφά Τάταροι, Μογγόλοι και άλλοι. Περνάνε από τη στεριά και αγρίμια. Περνούσανε από το νησί στη στεριά και κατσάκηδες (δραπέτες), που καταφέρνανε να φύγουνε από τα κάτεργα και γυρίζανε μέσα στα χιόνια οι δυστυχισμένοι, χωρίς θροφή, χωρίς τίποτα. Οι περισσότεροι πεθαίνανε.

Εγώ με τον μηχανικό είχαμε ξεμπαρκάρει στη Σαχαλίνα μπαίνοντας ο Δεκέμβριος. Επειδή ήμουνα ορθόδοξος, με περιποιόντανε  πολύ όπου πήγαινα γιατί, μ’ όλο που οι πιο πολλοί ήτανε του σκοινιού και του παλουκιού, είχανε μεγάλο σέβας για τη θρησκεία. Τα Χριστούγεννα βρέθηκα σ’ ένα χωριό που το λέγανε Μοτνάρ, απάνω στην ακροθαλασσιά που κοιτάζει στο τατάρικο μπουγάζι. Εκεί πέρα βρήκα κι ακόμα ένα Ρωμιό από τα μέρη της Μακεδονίας, που είχε δυό-τρία χρόνια σ’ αυτό το μέρος και πήγαμε μαζί και προσκυνήσαμε στην εκκλησία. Ήτανε κανωμένη με ξύλα, αλλά στο σχέδιο ήτανε απαράλλαχτη με τις δικές μας, με κουμπέ και με καμπαναριό, με τέμπλο, με μανάλια, με όλα τα καθέκαστα σαν τις δικές μας εκκλησιές. Την είχανε στολισμένη για τα Χριστούγεννα, «Ροζντεστβό Χριστόβο». Η σκεπή της ήτανε φορτωμένη από χιόνι. Τα καλύβια τα μισά χωμένα στο χιόνι. Χιόνι! Χιόνι! Χιόνι!

Τη νύχτα, εκεί που κοιμώμουνα, με ξύπνησε η καμπάνα. Νόμισα πως ονειρεύουμαι, ν’ ακούγω καμπάνα της εκκλησιάς μας, ύστερα από χρόνια που είχα ζήσει μέσα στις ερημιές, χωρίς καλά-καλά να βλέπω άνθρωπο. Σηκώθηκα κι έκανα τον σταυρό μου, ντύθηκα και τράβηξα κατά την εκκλησία. Τη βλέπω από μακριά και φεγγοβολούσε από τα πολυέλαια, κι από τις λαμπάδες, κι οι άνθρωποι περπατούσαν μέσα στο χιόνι με φανάρια στα χέρια, και πηγαίνανε κατά την εκκλησιά από τα καλύβια τους. Δάκρυσα! Τι είναι η θρησκεία για τον άνθρωπο! Συνέχεια

Γέροντας Παϊσιος: γιατί είναι σημαντική η ευχή της μάνας;

 

Η ευχή των γονέων είναι η μεγαλύτερη κληρονομιά για τα παιδιά. Για αυτό φροντίζουν να έχουν την ευχή των γονέων. Δεν είδες ο Ιακώβ, μέχρι πού έφθασε, για να πάρη την ευλογία του πατέρα του; Και προβιά φόρεσε!

Ειδικά η ευχή της μάνας είναι μεγάλο πράγμα! Κάποιος έλεγε: «Κάθε λόγος της μητέρας μου είναι και μια λίρα χρυσή». Να, και πριν από καιρό πόση εντύπωση μου έκανε κάποιος από το Γιοχάνεσμπουργκ! Ήρθε στο Καλύβι το φθινόπωρο. «Γέροντα, η μάνα μου αδιαθέτησε, μου λέει, και ήρθα να την δω». Τρεις μήνες δεν πέρασαν, τα Χριστούγεννα ξαναήρθε.

«Πώς πάλι εδώ;», τον ρωτάω. «Έμαθα, μου λέει, πως πάλι αδιαθέτησε η μάνα μου και ήρθα να φιλήσω το χέρι της, γιατί είναι ηλικιωμένη και μπορεί να πεθάνει. Για μένα η μεγαλύτερη περιουσία είναι η ευχή της μάνας μου».
Εξήντα χρονών άνθρωπος ξεκίνησε από το Γιοχάνεσμπουργκ και ήρθε στην Ελλάδα, για να φιλήση το χέρι της μάνας του! Και τώρα τέτοια ευλογία έχει, που σκέφτεται να κάνει ένα γηροκομείο μεγάλο για τους κληρικούς και να το χαρίση στην εκκλησία. Δηλαδή τις ευλογίες δεν έχει που να τις βάλη κατά κάποιον τρόπο. Για μένα είναι φάρμακο μια τέτοια ψυχή.
 
Είναι σαν να είμαι στην έρημο Σαχάρα και να βρίσκω ξαφνικά λίγο νερό. Αυτά χάνονται σιγά-σιγά.

Ένας άλλος ήρθε μια μέρα με κλάματα στο Καλύβι. «Πάτερ, με καταράστηκε η μάνα μου. Στο σπίτι έχουμε όλο αρρώστιες, στεναχώριες, η δουλειά μου δεν πάει καλά», μου είπε. «Κι εσύ δεν θα ήσουν εντάξει» του λέω. «Δεν μπορεί η μάνα σου άδικα να σε καταράστηκε». «Ναι, μου λέει. Ήμουν κι εγώ». «Να πας να ζητήσης συγχώρηση από την μάνα σου», του λέω. «Θα πάω, Πάτερ, μου λέει. Δώσε μου την ευχή σου». «Την ευχή μου την έχεις, του είπα, αλλά να πάρης και την ευχή της μάνας σου».
«Δύσκολο να μου δώση την ευχή της», μου λέει. «Να πας, κι αν δεν σου την δώση, να της πης: «Μου είπε ένας Γέροντας πως κι εσύ θα παραδώσης ψυχή». Πήγε, και η μάνα του του ευχήθηκε: «Παιδί μου, να έχης την ευλογία του Αβραάμ!». Ήρθε μετά από λίγο καιρό στο Όρος με βυσσινάδες, με λουκούμια. Ήταν γεμάτος χαρά. Τα παιδιά του ήταν καλά, η δουλειά του πήγαινε καλά. Συνέχεια βούρκωνε και μου έλεγε: «δόξα τω Θεώ».
 
Άλλαξε η ζωή του και μιλούσε όλο πνευματικά. Πόσο μάλλον όταν κανείς έχη εξ αρχής σεβασμό προς τους γονείς! Πώς να μην έχει την ευλογία του Θεού;
 
Από το βιβλίο «Οικογενειακή ζωή»,
Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι Δ’

http://www.agioritikovima.gr

Ποτέ δεν τονίζουμε σε κάποιον την αδυναμία του

Σέ στέλνει ὁ Γέροντάς σου σέ κάποιους ἐπισκέπτες καί σοῦ ξεφεύγει μιά κουβέντα. Ἀργότερα σοῦ λέγει ἕνας ἀδελφός σου:

«Πῶς σοῦ ξέφυγε αὐτή ἡ κουβέντα; Ἀλλά τέτοιος εἶσαι πάντα».

Καλύτερα νά φᾶς τήν γλώσσα σου, παρά νά τοῦ μιλήσεις ἔτσι. Οὐδέποτε προσβάλλομε ἤ λυποῦμε ἄνθρωπο, οὐδέποτε τόν κάνομε νά νοιώση στερημένος, ἐλαττωμένος, νά νοιώση κατωτερότητα, διότι τοῦ σκοτώνομε τήν ψυχή. Αὐτός ὁ ἄνθρωπος θά τραυματισθῆ καί δέν θά μπορῆ νά ἐπιτύχη στήν ζωή του.

Ἀναθέτεις σέ κάποιον νά ψάλη, καί ἐκεῖνος κάνει λάθος τόν ἦχο, καί τότε τοῦ λες: «Πάλι πῆρες στραβά τό τροπάριο».

Κάθε φορά πού θά πηγαίνη νά ψάλη, θά τό θυμᾶται καί θά λέη: Πρέπει νά προσέξω μήν τό πάρω στραβά. Καί θά τό παίρνη πάλι στραβά. Ποιός θά φταίη; Αὐτός πού τοῦ ἔκανε τήν παρατήρησι.

 

Ποτέ δέν τονίζουμε σέ κάποιον τήν ἀδυναμία του, τό πρόβλημά του. Ποτέ δέν τοῦ ὑπενθυμίζουμε τήν κακία του, τήν ἁμαρτία του. Μόνον τόν ἔπαινο χρησιμοποιοῦμε, ἀλλά τόν εὐγενῆ ἔπαινο, ὄχι τόν ἀφελῆ.

Διότι ὁ ἄνθρωπος οὐδέποτε διορθώνεται μέ ὀνειδισμό, ὅπως καί μέ παρατήρηση.Πρέπει νά εἶναι πολύ ἅγιος, γιά νά δεχθῆ νά διορθωθῆ μέ τόν ὀνειδισμό, τήν ὑπόδειξι ἤ τήν παρατήρησί σου. Ἀλλά, ἐάν ἦταν τόσο ἅγιος, δέν θά εἶχε αὐτό τό ἐλάττωμα, γιά τό ὁποῖο χρειάσθηκε νά τοῦ κάνης παρατήρησι ἐσύ. Αφοῦ λοιπόν τό ἔχει, τό μόνο πού χρειάζεται, εἶναι ὁ ἄκρος σεβασμός σου, γιά νά μπορέση κάποτε νά ταπεινωθῆ καί νά διορθωθῆ, βλέποντας τήν δική σου εἰρήνη, πραότητα, ταπείνωσι, ἀγάπη, μακροθυμία, χρηστότητα, ἐπιείκεια, γλυκύτητα… Μόνον ὅποιος ἔχει αὐτές τίς ἀρετές μπορεῖ νά διορθώση κάποιον ἄλλον….

 «Νηπτική ζωή καί ἀσκητικοί κανόνες», ἐρμηνεία κανόνων Μ.Ἀντωνίου,

ἀρχ. Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτου

Στην αλλαγή του χρόνου…

Οφείλω μια συγνώμη στο Θεό για όσα μου χάρισε και δεν τα χάρηκα. Για εκείνα που μου έδωσε και δεν τα πήρα. Μα κι γι αυτά που μου ζήτησε και δεν του έδωσα. Πάνω από όλα θέλω να κλάψω στην αγκαλιά Του, για όλες εκείνες τις μέρες που δεν έζησα και απλά επιβίωσα.
Να πω συγνώμη για όσα σε αγαπώ δεν είπα, σε αγκαλιές που δεν έδωσα, σε πόρτες που έκλεισα, σε τηλέφωνα που δεν σήκωσα, σε μάτια που δεν αντίκρισα, σε φιλιά που δεν σαρκώθηκαν και σε προσευχές που δεν ειπώθηκαν…
Τέλος να πω, ότι εάν βρήκες έναν άνθρωπο να σε νιώσει, να σε καταλάβει, να σε αγαπήσει, κράτα τον, κι ας είναι στην άλλη άκρη της γης. Φτάνει που τον βρήκες…. Δεν θα σου τύχει πολλές φορές την ζωή. Και να θυμάσαι, οτι στα δώρα λες ευχαριστώ κι ας μην τα ξετυλίξεις ποτέ..

π.λίβυος 

Ο ΦΟΒΕΡΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΕΠΑΡΧΟ ΜΟΔΕΣΤΟ

Του Παναγιώτη Τελεβάντου

 
Εμπνέει πραγματικά ο Διάλογος του Μ. Βασιλείου με τον έπαρχο Μόδεστο ο οποίος προσπάθησε να τον πείσει να γίνει αρειανιστής, όπως ήταν και ο αυτοκράτορας Ουάλης.
«ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Πώς τολμάς να αντιστέκεσαι ενάντια στην εξουσία και να φέρεσαι μόνος συ με τόση αυθάδεια;                                                     
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Γιατί μου κάνεις τέτοια ερώτηση; Ποια είναι η απείθεια και η υπεροψία μου; 
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Γιατί δεν ακολουθείς την θρησκεία του αυτοκράτορα, ενώ όλοι πιά οι άλλοι υποτάχτηκαν και νικήθηκαν;
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Δεν είναι αρεστά αυτό στο δικό μου Βασιλιά. Ούτε ανέχομαι να προσκυνώ το Χριστό σαν κάποιο κτίσμα, όπως τον θεωρείτε σεις οι αιρετικοί, αφού εγώ είμαι κτίσμα του Θεού.
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Δεν θεωρείς μεγάλο και τιμητικό το να ταχθής με το μέρος μας και να μας έχεις φίλους;
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Αναγνωρίζω και δεν αρνούμαι ότι σείς είσθε επιφανείς, αλλά καθόλου ανώτεροι από το Θεό. 
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Πως λοιπόν δεν φοβάσαι την εξουσία;
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Τι θα μου συμβεί; Τι πρόκειται να πάθω;
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Τι θα πάθης; Ένα από τα πολλά που έχω στην εξουσία μου.
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Ποια είναι αυτά; Πες μου τα, για να ξέρω.
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Δήμευση, εξορία, βασανιστήρια, θάνατος.
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Απείλησε τίποτε άλλο, αν υπάρχη. Γιατί κανένα απ΄ αυτά που ανέφερες, δεν μπορεί να με θίξη και να με βλάψη.
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Πώς είναι δυνατόν και με ποίο τρόπο θα τα καταφέρης;
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
1.) Δήμευση περιουσίας δεν φοβάται εκείνος που δεν έχει τίποτα, εκτός αν πάρης τα τρίχινα αυτά φτωχά ρούχα και τα λίγα βιβλία, από τα οποία αποτελείται ολόκληρη η περιουσία μου. 
2.) Εξορία δεν ξέρω αφού δεν είμαι πουθενά εγκατεστημένος και ούτε αυτή τη πόλη του κατοικώ τώρα, θεωρώ δική μου, αλλά θα έχω πατρίδα μου κάθε τόπο, στον οποίο θα με ρίξουν. Και μάλλον κάθε τόπο του Θεού, όπου εγώ είμαι ξένος και πάροικος
3.) Τα βασανιστήρια πάλι τι μπορούν να κάνουν σε άνθρωπο που δεν έχει σώμα, εκτός αν λές βάσανο την πρώτη πληγή με την οποία θα πέσει το σώμα αυτό. Μόνο της πληγής αυτής είσαι κύριος. 
4.) Και ο θάνατος θα είναι για μένα ευεργεσία, γιατί θα με στείλει γρηγορότερα στο Θεό, για τον οποίο ζω και πολιτεύομαι και χάρη του οποίου νεκρώθηκα και προς τον οποίο από καιρό τώρα σπεύδω.
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Κανείς μέχρι σήμερα δε μίλησε με τέτοιο τρόπο και με τόση μεγάλη παρρησία.
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Ίσως δε συνάντησες ποτέ ΕΠΙΣΚΟΠΟ. Γιατί αν συναντούσες πραγματικό Ιεράρχη, που ν’ αγωνίζεται για την ορθή πίστη, με αυτό τον τρόπο θα σου απαντούσε.»
Διηγόμουν πάντοτε, όσο πιο παραστατικά μπορούσα, αυτό το διάλογο του Μεγάλου Βασιλείου και του έπαρχου Μόδεστου στα παιδιά που δίδασκα εκκλησιαστική ιστορία και μου έκανε πάντοτε εντύπωση η φοβερή αίσθηση που τους δημιουργούσε.
Προπαντός δεν θα ξεχάσω τον Κώστα -ένα ζωηρό μαθητή της Β΄ Γυμανσίου- που μου είπε με ολοφώτεινο από χαρά πρόσωπο:
Δηλαδή, κύριε, τον έσβησε τον Μόδεστο ο Μέγας Βασίλειος.
Ακριβώς αυτό έκανε ο Μέγας Βασίλειος. Οπως κάνει μέχρι σήμερα στους Οικουμενιστές που δεν έχουν καμιά διαφορά από τους οπαδούς του Αρείου ως προς το αιρετικό φρόνημα.
πηγή

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΦΡΑΙΜ – Να βλέπεις του άλλους ως αγίους

gerontas_efraim_katounakiotis_600x377_1011

Πολλοί πλησίαζαν τον Γέροντα για να λύσουν τις πνευματικές απορίες τους. Ιδιαίτερα οι μοναχοί έθεταν το θέμα των σχέσεών τους με τον Γέροντα και τους παραδελφούς τους.

Στην σημερινή εποχή πλήθυνε το δικαίωμα και ο αυταρχισμός. Η νέα γενιά ζει μέσα σε ένα κοσμικό περιβάλλον, που συνεχώς εξαπλώνεται και που διέκοψε την επαφή και συνύπαρξη με την παλαιά γενεά. Αυτό στην καλογερική ζωή προκαλεί διακοπή και ασυμφωνία.

Οι παλαιότεροι Γέροντες, που είναι οι φορείς της παραδόσεως, φαίνονται σήμερα στους νέους που προσέρχονται στον μοναχισμό λίγο παράξενοι. Όσοι από τους νέους έχουν καταρτισθεί με την μελέτη των Πατερικών κειμένων δεν δυσκολεύονται, γιατί αντελήφθησαν το θέμα της πίστεως και της υπακοής στον Γέροντα. Στους περισσότερους όμως γεννιούνται διλήμματα και προβάλουν το «γιατί;». Αφού ο Γέροντας δεν έχει δίκαιο, γιατί επιμένει; Ή αφού δεν γνωρίζει καλά, γιατί θέλει να τον υπακούομε;

Σε αυτό το φαύλο κύκλο του ορθολογισμού στεκόταν, ο μακάριος, ως πραγματικός φάρος διακρίσεως. Όποιος πρόβαλλε ερωτήσεις και λάθη ή ελαττώματα ή και παραλείψεις του Γέροντος του απαντούσε στερεότυπα:

«Παιδί μου, ο καρπός της ησυχίας που επιδιώκεις είναι να επιδιώκεις να βλέπεις τους άλλους ως αγίους, ως αγγέλους. Όταν βλέπεις στους άλλους ελαττώματα και ιδίως στον Γέροντά του, να ξέρεις ότι έπεσε η πνευματική σου ζωή, υποβιβάστηκε, και χρειάζεται πολλή μετάνοια και αυτομεμψία. Όταν βλέπω και κρίνω μέσα μου τους αδελφούς μου, να ξέρω ότι δεν πάω καλά… Πρέπει να πιστέψω καλά μέσα μου, ότι ο κάθε αδελφός είναι καλός και άγιος και μόνο εγώ είμαι ο πιο αχρείος. Σε κάθε παρεξήγηση να βάζω εγώ μετάνοια, είτε φταίω είτε όχι, για να είμαι πάντα ειρηνικός με τους άλλους και να είναι μαζί μου η Χάρις του Θεού. Ποτέ να μην κοινωνήσω τα θεία Μυστήρια αν έχω πικράνει κάποιον αδελφό και δεν έχω συνδιαλλαγεί μαζί του»

Από το βιβλίο «Ο χαρισματούχος υποτακτικός Γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης»
Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού – Ψυχωφελή Βατοπαιδινά