Το ξέρετε το «Πάντα-Βρέχει»;

 
Ο παράδεισος δεν είναι… μεταφυσικός. 
Είναι απόλυτα γήινος και βρίσκεται εδώ, δίπλα μας!
Τα μονοπάτια προσμένουν υπομονετικά και οι προορισμοί αναλλοίωτοι. 
Αρκεί να ποθείς τη γνώση και την ομορφιά!  
(Φωτο:  Πάντα-Βρέχει, Ευρυτανία}
 

Η προσευχή δεν είναι συνταγή…..

Η προσευχή δεν είναι συνταγή για καλιτσούνια ή μουστοκούλουρα, ώστε να πρέπει να την εκτελέσεις τέλεια και προσεκτικά για να πετύχει. Καταρχήν δεν προσεύχομαι για να πετύχω, μα για να κοινωνήσω με τον Θεό μου, με ένα κομμάτι του εαυτού μου, που δεν έχω ενεργοποιήσει και δεν ξέρω ότι διαθέτω.

Όταν λοιπόν ακούω ότι, πρέπει να προσεύχεσαι έτσι, τόσες φορές επί τόσες μέρες, με αυτό τον τρόπο και αυτή την ώρα, και το αποτέλεσμα θα είναι σίγουρο, αυτό που ζητάς θα γίνει, όχι γιατί ο Θεός γνωρίζει και θέλει, μα γιατί εκτέλεσες σωστά την συνταγή ως άλλος πνευματικός σεφ, τότε πραγματικά ναι, τρελαίνομαι… 

Είναι δυνατόν η προσευχή, που είναι μια από τις ανώτερες μορφές εσωτερικής έκφρασης και δημιουργίας, ανώτερη μορφή τέχνης, ως έλεγε ο Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ «η προσευχή είναι ατελεύτητος δημιουργία, και ανωτέρα πάσης τέχνης ή επιστήμη..», εμπειρική σχέση με τον Θεό, να μετατρέπεται σε γυμναστικές επιδείξεις, χημικές ενώσεις, και συνταγογραφούμενες ευκαιρίες; 

Δεν προσεύχομαι καλά και κακά, σωστά και λάθος, δεν ρωτάω ακούστηκε η προσευχή μου; τώρα θα γίνει αυτό που ζήτησα; Πόσο ακόμη να προσευχηθώ για να επιτευχθεί ο στόχος μου; Τώρα έπιασε η προσευχή που είπα; Έχει δύναμη με τον τρόπο που την έκανα;

Όλες αυτές οι ερωτήσεις και αγωνιώδης απορίες, είναι σεβαστές αλλά πολύ μακριά από αυτό που είναι η προσευχή. 

Στην προσευχή καλλιεργούμε μια σχέση. Ενωνόμαστε με τον μυστήριο ζώντος Θεού. Κοινωνούμε την αδυναμία μας και την αστοχία μας, με την πληρότητα Εκείνου. Ομολογούμε την ανεπάρκεια μας, και ζητάμε την αγάπη Του να αγκαλιάσει την αδύναμη φύση μας. Τον πόνο, τους καημούς και τα βάσανα μας, τα κάνουμε αιτία κουβέντας και κοινωνίας με τον Πατέρα μας.

Λέει ο Γέροντας Σωφρόνιος, «Να παρασταθεί κάποιος ενώπιον του Θεού δεν σημαίνει καθόλου να «σταθεί μπροστά στις εικόνες», αλλά να Τον αισθανθεί στο βάθος της συνειδήσεώς του ως Εκείνον που γεμίζει με την παρουσία Του τα πάντα. Να Τον ζήσει ως την αληθινή Πρωταρχική Πραγματικότητα από την οποία προέρχεται ο κόσμος στην τάξη της κατώτερης, δεύτερης δημιουργημένης κτιστής πραγματικότητος. Γι’ αυτό μπορεί να είναι κατάλληλη η κάθε στάση στην οποία βρίσκεται το σώμα: είτε κατακλίνεται, είτε βαδίζει, είτε κάθεται, είτε στέκεται και τα παρόμοια. Αν ο νους και η καρδιά σου δοκιμάζουν προσευχητική διάθεση κατά την ανάγνωση της Αγίας Γραφής, τότε μένε σε αυτήν όσο δεν διακόπτεται η προσευχητική αυτή διάθεση. Ο κανόνας είναι ο εξής: Κάθε λόγος, κάθε θέση του σώματος, στα οποία ο νους και η καρδιά ενώνονται σε μια ζωή της μνήμης του Θεού, δεν πρέπει να αλλάζει, ωσότου εξαντληθεί ο νους ή η καρδιά ή το σώμα..»..

π. λίβυος-Χαράλαμπος Παπαδόπουλος 

Μία προσευχή

Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν φιλάνθρωπε Δέσποτα τὸ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς, καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμοὺς διάνοιξον εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν.

Ἔνθες ἡμῖν καὶ τὸν τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα πάσας τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας καταπατήσαντες, πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες.

Σὺ γὰρ εἶ ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν Χριστὲ ὁ Θεὸς καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων ἀμήν.

Τα χαρακτηριστικά της Παναγίας Θεοτόκου από τον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη

Η Κυρία Θεοτόκος κατά τον έξω χαρακτήρα και ήθος του σώματος ήτο σεμνή και σεβάσμια κατά πάντα, ολίγα και απαραίτητα λαλούσα, ήτο ογλήγορος εις το υπακούειν και ευπροσήγορος, ετίμα όλους και επροσκύνει, είχε το μέγεθος του σώματος μέσον και σύμμετρον, δεν επαρουσιάζετο εις κάθε άνθρωπον, ήτο μακράν από τόν γέλωτα και έξω από κάθε ταραχήν και θυμόν.

Το χρώμα του θεοδόχου Της σώματος ήτο όμοιο με το χρώμα του σιταριού. Είχε ξανθάς τάς τρίχας της κεφαλής, είχεν οφθαλμούς πολλά ωραίους, χρωματισμένους με θείαν σεμνότητα, ωραισμένους με κόρας οξείς και όμοιας με τήν ελαίαν και καλλυνομένας με βλεφαρίδας φαιδροπρεπείς.

Είχε τα οφρύδια μαύρα, κυκλικώς σχηματισμένα.
Είχε τήν μύτην ομαλήν και ευθείαν.
Τα πανάμωμα χείλη Της ήτον ανθηρά, λάμποντα κοσμίως με ερυθρόν χρώμα και γέμοντα από την των λόγων γλυκύτητα.

Είχε το ιεροπρεπές πρόσωπον ολίγον μακρύ, είχε τάς θεοδόχους χείρας Της μακράς και τούς δακτύλους των χειρών μακρούς με λεπτότητα.

Ήτο ανυπερήφανος και είχε ταπείνωσιν υπερβάλλουσαν, εφόρει ρούχα φυσικώς χρωματισμένα, καθώς δηλούται από το άγιον μαφόριον, αυτόχροον υπάρχον.

Και δια να ειπούμεν καθολικώς, η Κυρία Θεοτόκος ήτο κατά τα εξωτερικά μέλη του σώματος γεμάτη τόση θείαν χάριν και σεβασμιότητα, ώστε όπου όστις έβλεπεν Αυτήν, ελάμβανε εις την ψυχήν του κάποιον φόβον και ευλάβειαν και χωρίς να Τήν ηξεύρη προτύτερα, εγνώριζεν από μόνον τόν εξωτερικόν χαρακτήρα Της ότι Αύτη αληθώς εστί Μήτηρ Θεού.

Και ο Αρεοπαγίτης θείος Διονύσιος, από την πολλήν αγάπην που είχε πρός τόν Χριστόν, ακούσας ότι έζη σωματικώς η πανάμωμος Μήτηρ Αυτού, επήγε να Την ιδεί, και λοιπόν βλέπων τήν θείαν θεωρίαν και τήν θαυμάσιαν και βασιλικήν ωραιότητά Της, ίδών δε και τούς Αγγέλους ισταμένους τριγύρω Αυτής και Τήν εδορυφόρουν ως βασίλισσαν, ακούσας δε και τα ουράνια λόγια εκ του αγίου στόματός Της, εξέστη ομολογήσας ότι και μόνος ο σωματικός Αυτής χαρακτήρ και το είδος Της Τήν εμαρτύρουν ως εστί Μήτηρ Θεού κατ’ άλήθειαν.

Μεγαλείον και εξαίρετον ήτο εις μόνην τήν Θεοτόκον, διότι θεόθεν ήτο δεδωρημένον, ίνα γεννηθή εν τη Παλαιά Διαθήκη Παιδίον θήλυ κατ’ επαγγελίαν, και μάλιστα εκ της στείρας, της θεοπρομήτορος Άννης.

Γνωστόν όμως έστω ότι η Κυρία Θεοτόκος, δια τα μεγαλεία ως Της έδωκεν ό Θεός, εσυνερίζετο τρόπον τινά και εφιλοτιμείτο να αγωνίζεται και Αυτή μετά τήν Ανάληψιν του Υιού Της με προσευχάς, με γονυκλισίας και με κάθε είδος ασκήσεως.

Όθεν λέγεται λόγος ότι, από τάς συχνάς γονυκλισίας, όπου η Θεοτόκος εποίει, εβαθούλωσαν αι πλάκαι, επάνω εις τας οποίας τα γόνατα έκλινεν.