Μία αφήγηση του Άγιου Γέροντα Πορφύριου.

Διηγήθηκε ο Γέροντας Πορφύριος:

«Ήταν ένα Μοναστήρι, όπου όλοι οι μοναχοί είχαν γεράσει και πεθάνει, εκτός από έναν, που ζούσε εκεί σαν ερημίτης. Ο μοναχός αυτός ήταν τελείως αγράμματος αλλά είχε δυνατή και απλή πίστη. Καθώς έκανε τις ακολουθίες του και τα διακονήματα του, πίστευε ότι ο Χριστός και οι άγιοι είναι ζωντανοί και τον συντροφεύουν, γι’ αυτό τους μιλούσε τακτικά, όπως μιλά κανείς σε ζωντανούς ανθρώπους. Μια μέρα που βγήκε από το Μοναστήρι, μπήκαν σε αυτό ληστές, έκλεψαν ότι βρήκαν, τα φόρτωσαν στα ζώα τους κι’ έφυγαν. Όταν επέστρεψε ο μοναχός και είδε γυμνωμένο το Μοναστήρι, ταράχθηκε. Αμέσως έτρεξε στο Ναό, που ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Νικόλαο, στάθηκε μπροστά στον προστάτη του Μοναστηριού άγιο και άρχισε να διαμαρτύρεται: «Άγιε μου Νικόλα, τι έγινε εδώ όταν έλειπα; Ήρθαν κακοί άνθρωποι και έκλεψαν το Μοναστήρι κι εσύ τους κοίταζες και δεν μιλούσες; Τι έκανες για να εμποδίσεις τους κλέφτες; Βλέπω ότι δεν έκανε τίποτα. Αμ’ τότε δεν σου αξίζει αυτή η θέση που έχεις, αφού δεν προστάτεψες το Μοναστήρι. Θα σε βγάλω απ’ εκεί». Κι’ αμέσως ξεκολλά την εικόνα του αγίου από το τέμπλο, την βγάζει έξω από το Μοναστήρι, την ακουμπά σε ένα βράχο, επιστρέφει και κλείνει την πόρτα.
Δεν πέρασε μια ώρα και ακούει δυνατά χτυπήματα στην εξώπορτα. Ανοίγει και τι να δει. Οι ληστές με τα ζώα τους φορτωμένα με όλα τα κλεμμένα και να του λένε: Εμείς κλέψαμε το Μοναστήρι και καθώς φεύγαμε, τα ζώα μας περπατούσαν κανονικά, αλλά κάποια στιγμή σταμάτησαν και δεν προχωρούσαν. Τα χτυπούσαμε, τα τραβούσαμε, έμεναν ακίνητα, μόλις όμως γύριζαν πίσω έτρεχαν. Είπαμε, ότι όπως φαίνεται, ο Θεός θέλει πίσω τα κλεμμένα και στα φέραμε. Ο μοναχός πήρε τα πράγματα και καθώς έφευγαν οι ληστές, ευχαρίστησε το Θεό. Τότε θυμήθηκε την εικόνα του αγίου, πήγε στο βράχο που την είχε ακουμπήσει, την προσκύνησε και είπε: «Τώρα σε παραδέχομαι, Άγιε Νικόλα. Είσαι ο προστάτης του Μοναστηριού». Πήρε θριαμβευτικά την εικόνα του αγίου και την τοποθέτησε στη θέση της.
ΠΗΓΗ: Κ. Γιαννιτσιώτη, «Κοντά στο Γέροντα Πορφύριο»

ΤΟ ΟΠΙΟ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

2014-06-12_131135

ΤΟ ΟΠΙΟ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

Απόστολος Παπαδημητρίου

               Το ποδόσφαιρο είναι άθλημα συναρπαστικό. Επαληθεύεται αυτό από το πλήθος που παρακολουθεί τους αγώνες εθνικούς και διεθνείς. Ως ομαδικό άθλημα σαφώς υπερτερεί από την αντισφαίριση επί εδάφους, άθλημα που επιχειρούν να καθιερώσουν ευρύτερα οι οικονομικά ισχυροί χωρίς όμως επιτυχία.

               Μεγάλωσα απέναντι από ποδοσφαιρικό γήπεδο επαρχιακής πόλης. Εκείνα τα πρώτα μετεμφυλιοπολεμικά έτη όλα ήταν δύσκολα αλλά συνάμα συναρπαστικά. Παιδιά εμείς μοιραζόμασταν το ίδιο γήπεδο, στο οποίο κατά Κυριακή αγωνιζόταν η τοπική ομάδα. Παρακολουθούσαμε τις προπονήσεις της με προπονητή κάποιον που προσφερόταν εθελοντικά να εξασκεί τους παίκτες. Κι εκείνοι φορούσαν τις στολές τους αφήνοντας κατά γης τα ρούχα τους. Μην είχαν τάχα κάτι στις τσέπες τους, για να το κλέψουν; Κι όταν νικούσαν τους αντιπάλους ένα πιάτο φαγητού ή ένα γλύκισμα ήταν η αμοιβή τους. Γι’ αυτό όμως κατέβαλλαν όλες τους τις δυνάμεις, όπως και εμείς οι μικροί αντιμετωπίζοντας, στην έδρα μας πάντοτε, τους συνομηλίκους μας των άλλων γειτονιών. Υπήρχε όμως κάτι που δεν μου άρεζε στην όλη ατμόσφαιρα. Ήταν ο φανατισμός. Αυτός μετέτρεπε τάχιστα τους φιλάθλους σε τυφλωμένους οπαδούς. Ποια ή διάκριση; Ο φίλαθλος απολαμβάνει το θέαμα, χειροκροτεί κάθε καλή ενέργεια και, στο τέλος, εκείνον που στέφεται νικητής του αγώνα. Ο οπαδός υποφέρει, καθώς διακαής πόθος του είναι να νικήσει η ομάδα του και μόνο. Τί κι αν είναι κατώτερη; Πρέπει να νικήσει. Πώς; Με αντιαθλητικό παιχνίδι, με ψυχολογικό επηρεασμό των αντιπάλων και των διαιτητών, με δωροδοκία τέλος, αν ο αγώνας είναι βαθμολογικά κρίσιμος.

               Αυτά τα χαρακτηριστικά του ποδοσφαίρου σε συνδυασμό με την προϊούσα εμπορευματοποίηση των πάντων μετέτρεψαν το ποδόσφαιρο από ερασιτεχνικό σε επαγγελματικό! Όμως σε κάθε επαγγελματική δραστηριότητα, η οποία οργανώνεται από ιδιώτες, εμφιλοχωρεί το πάθος του κέρδους. Ίσως κατά καιρούς να εμφανίστηκαν «Μαικήνες» του ποδοσφαίρου, οι οποίοι φάνηκαν να στηρίζουν οικονομικά κάποιες ομάδες. Ας μην αμφιβάλλουμε για το ότι τα κέρδη τους υπήρξαν πολλαπλάσια της προσφοράς τους, έμμεσα πλην σαφώς κέρδη. Ο διοικών μεγάλη ποδοσφαιρική ομάδα αποκτά πολιτική δύναμη, δύναμη που απορρέει από το πλήθος των τυφλωμένων οπαδών της, αυτών που θεοποιούν την ομάδα τους και αναγράφουν επιβεβαιωτικά συνθήματα στους τοίχους, που τη συνοδεύουν σε κάθε εκτός έδρας αναμέτρηση, που αγοράζουν, ακόμη και με στερήσεις, τα εισιτήρια όλων των αγώνων της χρονιάς προκαταβολικά! Αυτοί είναι που δημιουργούν πολεμική ατμόσφαιρα στο στάδιο ώρες πριν από την έναρξη τους αγώνα, που μεθούν και προκαλούν τους οπαδούς της αντίπαλης ομάδας, που συμπλέκονται μαζί τους, παρά τα δρακόντεια μέτρα ασφαλείας, που καταστρέφουν τα πάντα σε περίπτωση ατυχούς αποτελέσματος του αγώνα εντός και εκτός γηπέδου.

Αυτοί αποτελούν τα τάγματα εφόδου, για τα οποία ουδείς πολιτικός τολμά να εκφέρει κρίση! Τι κρίση να εκφέρει, αφού οι ψήφοι των εμπαθών είναι πολύτιμες! Πώς να εναντιωθεί στη δύναμή τους και να ψηφίσει κατά της παραγραφής χρεών της ομάδας – λατρείας πλήθους οπαδών. Της ομάδας εμπορικής επιχείρησης, η οποία δαπανά υπέρογκα ποσά για την αγορά ποδοσφαιριστών διεθνούς κλάσεως και ικανότατου χρυσοπληρωμένου προπονητού. Ο οπαδός δεν θέτει στον εαυτό του το ερώτημα: Θα βγάλει ο πατέρας μου εργαζόμενος όλη του τη ζωή, όσα το είδωλό μου απολαμβάνει σε ένα μήνα; Πώς να πάψει το Κράτος να προστατεύει  με άνδρες των σωμάτων ασφαλείας ιδιωτικές συναθροίσεις; Πώς να υπολογίσει επακριβώς τις φθορές σε δημόσια περιουσία; Μπορεί να μη συμφωνούν ούτε και στα αμυντικά ζητήματα στη Βουλή, στα ποδοσφαιρικά κατά κανόνα ομονοούν. Και ενώ έντονη είναι η επιχείρηση εθνικού αποχρωματισμού των λαών, εντείνονται όμως περιέργως οι διεθνείς αναμετρήσεις μεταξύ χωρών. Σ’ εκείνες των ομάδων έχουμε αναμετρήσεις χρυσοπληρωμένων μισθοφόρων, στις άλλες όμως των εθνικών ομάδων διακυβεύεται, όπως πιστεύεται, το εθνικό γόητρο. Άλλωστε οι οπαδοί είναι πλέον σχεδόν οι μόνοι που ξεχύνονται με το εθνικό μας σύμβολο στους δρόμους μετά από κάθε επιτυχία της ομάδας μας! Τότε και μόνον τότε κάποιοι δηλητηριασμένοι και δηλητηριώδεις διεθνιστές βρίσκουν αφορμή να χλευάσουν και να ειρωνευτούν αυτούς και τη σημαία μας!

Κατά την περίοδο της πλαστής ευμάρειάς μας διαθέσαμε και εμείς σημαντικά ποσά για την ανάδειξη του αθλήματος. Καταφέραμε μάλιστα να κατακτήσουμε και ευρωπαϊκό τίτλο! Κατακτήσαμε και άλλους τίτλους όπως σε διεθνείς διαγωνισμούς μαθηματικών, φυσικής και αστρονομίας. Αυτοί όμως ουδόλως προβλήθηκαν! Ήταν χωρίς νόημα για την εθνική μας υπερηφάνεια! Το ποδόσφαιρο και η καλαθοσφαίριση αντιπροσωπεύουν τον νέο ελληνισμό. Για μικρό διάστημα επεκταθήκαμε και σε άλλα αθλήματα, όπως στίβου και άρσης βαρών, καθώς μας επέτρεπε ο αλόγιστος δανεισμός να σπαταλούμε για ειδικά σκευάσματα, ως τότε κτήμα μόνο των οικονομικά ισχυρών χωρών. Έσβησαν τα φώτα των αγώνων και απομείναμε τώρα άνεργοι και πεινασμένοι, γι’ αυτό και αποστέλλουμε στα πέρατα της γης τους επιστήμονές μας, που μόχθησαν για τις σπουδές τους οι γονείς και δαπάνησε το Κράτος μας.

Το άκρως θλιβερό πάντως είναι η συμμετοχή στον άνισο ανταγωνισμό, που μόνο ευγενής άμιλλα δεν είναι, χωρών που οι λαοί τους πεινούν. Πόσο έχασε ο Μαντέλα, που είχε καταστεί παγκόσμιο ίνδαλμα αγωνιστού για τα δίκαια του λαού του, όταν, ως πρόεδρος πλέον της χώρας του, εισήλθε στον πειρασμό να διοργανώσει και στη χώρα του διεθνείς αγώνες. Και ο κατήφορος συνεχίζεται. Ήρθε και η σειρά της Βραζιλίας, χώρας που η γη ανήκει σε πολύ λίγους μεγαλοκτηματίες και οι πολλοί εξαναγκάζονται σε εσωτερική μετανάστευση για ένα μεροκάματο. Χώρας, όπου οι άπληστοι του κεφαλαίου πειραματίζονται σε αχανείς εκτάσεις με καλλιέργειες γενετικά τροποποιημένων φυτών, με τα οποία, ισχυρίζονται, ότι θα λύσουν το πρόβλημα της πείνας! Χώρας, όπου το ποδόσφαιρο έχει θεοποιηθεί με την ανάδειξη από τις φτωχογειτονιές των μεγαλουπόλεων σπουδαίων ποδοσφαριστών, που διέπρεψαν ως μισθοφόροι σε ομάδες όχι και τόσο πλουσίων χωρών, όπως η Ισπανία. Βέβαια θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί: Και ποιο άλλο όνειρο μπορεί να έχει ο σύγχρονος Βραζιλιάνος από του να δει τον γυιό του διάσημο ποδοσφαιριστή και την κόρη του βασίλισσα στο καρναβάλι του Ρίο;

Ο Μαρξ είχε τονίσει ότι η θρησκεία είναι το όπιο του λαού. Από τότε που οι κοινωνικές εξελίξεις επέφεραν τον μετριασμό της επιρροής της θρησκευτικής πίστης στις δυτικές κοινωνίες, ανεπτυγμένες και υπανάπτυκτες οικονομικά, υπερεπλεόνασαν τα πάσης φύσεως ναρκωτικά και όχι μόνο εκείνα, που συνήθως έτσι αποκαλούνται, φυτικά ή χημικά σκευάσματα. Το ποδόσφαιρο κατέχει κυρίαρχη θέση μεταξύ αυτών. Και συμβαίνουν αυτά, επειδή οι θρησκευτικοί ηγέτες «μοχθούν» καθημερινά να μη διαψευσθεί ο Μαρξ!

                                                                                      «ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ»

 

https://egolpio.wordpress.com

Ο Γόρτυνος για Οικουμενικό Πατριάρχη και Παλαιοημερολογίτες

gortinos

Νά τό ἔχουμε χαρά καί νά δοξάζουμε τόν Θεό γιατί εἴμαστε Ὀρθόδοξοι χριστιανοί. Τήν Ὀρθόδοξη πίστη μας νά τήν διαφυλάξουμε ἀκριβῶς ὅπως μᾶς τήν παρέδωσαν οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, χωρίς νά τήν ἀλλοιώσουμε οὔτε στό παραμικρό.

Ἀκόμη κι ἄν μᾶς διώξουν καί ἄν μᾶς φυλακίσουν καί μᾶς θανατώσουν ἀκόμη, νά ὁμολογοῦμε τήν Ὀρθόδοξη πίστη μας ἔτσι ἀκριβῶς ὅπως αὐτή διατυπώθηκε στίς Ἅγιες καί Οἰκουμενικές Συνόδους ἀπό τούς θεοφόρους Πατέρες.

Δέν πρέπει νά εἴμαστε δειλοί γιά τήν πίστη μας· προπαντός δέ ἐμεῖς οἱ Ἐπίσκοποι πρέπει νά δίδουμε καλή μαρτυρία γι᾽ αὐτήν, διαμαρτυρόμενοι, μέ ταπείνωση ὅμως καί μέ σωστή θεολογία, ὅταν βλέπουμε νά συμβαίνουν παραβάσεις τῶν Ἱερῶν Κανόνων τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας.

Καί ἐγώ, ἀδελφοί μου χριστιανοί, ὁ Ἐπίσκοπός σας, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, δέν θέλω νά εἶμαι δειλός, ἀλλά θέλω νά ἐκφράζω σέ σᾶς καί σέ ὅλη τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ τόν πόνο μου καί τήν διαμαρτυρία μου, ὅταν βλέπω πράγματα πού φαίνονται ὡς ὠμές παραβάσεις τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί ὅταν βλέπω νά παραβιάζονται τά ὅρια, τά ὁποῖα ἔθεσαν οἱ Πατέρες μας.

Παρακαλῶ τήν Κυρία Θεοτόκο νά μέ φωτίζει καί νά μέ ἐνισχύει νά εἶμαι σωστός ὁμολογητής τῆς Ὀρθόδοξης πίστης μας καί νά ἐκφράζω παρρησίᾳ, καί προφορικῶς καί γραπτῶς, τήν ὁμολογία μου αὐτή.

Προσέξτε ὅμως, ἀδελφοί μου, πολύ νά προσέξετε ἕνα σοβαρό πού θέλω νά σᾶς πῶ τώρα: Μερικοί, πού φαίνονται ὡς «σοῦπερ» Ὀρθόδοξοι καί πολύ ζηλωτές, μοῦ ἀποστέλλουν προσωπικά γράμματα καί μέ τά γραφόμενά τους τραβοῦν τά πράγματα πρός τά ἄκρα, δηλαδή πρός τήν αἵρεση. Γιατί «αἵρεση», ἀγαπητοί μου, εἶναι ἡ ἀλήθεια τραβηγμένη στά ἄκρα!

Στίς ἐπιστολές τους λοιπόν αὐτοί πρός ἐμένα – φαντάζομαι καί σέ ἄλλους – μοῦ γράφουν ὅτι ὅσοι θέλουν νά εἶναι γενναῖοι ἀγωνιστές τῆς Ὀρθοδοξίας πρέπει νά προχωρήσουν σέ «ἀποτείχιση».

Νά ἀποκηρύξουμε δηλαδή τόν Πατριάρχη γιά τίς συμπροσευχές του μέ τόν Πάπα καί μαζί μέ τόν Πατριάρχη νά ἀποκηρύξουμε καί ὅσους ἔχουν κοινωνία μαζί του.

Οἱ συγγραφεῖς τῶν ἐπιστολῶν αὐτῶν μοῦ εἶναι ἐπίμονοι στίς προτάσεις τους, ἀκόμη δέ μοῦ τίς γράφουν προκλητικά καί σέ ἱστολόγια κρίνοντές με αὐστηρά.

Σ᾽ αὐτούς λοιπόν ὅλους δηλώνω μέ εὐθύτητα στό κήρυγμά μου αὐτό, ἄς μέ φυλάξει ὁ Χριστός καί ἡ Παναγία νά μήν κάνω τέτοιο κακό πού μοῦ προτείνουν.

Γιατί αὐτό πάει γιά τήν αἵρεση τοῦ Προτεσταντισμοῦ, στόν ὁποῖο ὁ καθένας τους εἶναι «ἐκκλησία» καί «ὑπέρ-ἐκκλησία».

Ἀκοῦστε, ἀδελφοί μου χριστιανοί, καί προσέξτε ἰδιαίτερα τό σημερινό μου κήρυγμα, γιατί εἶναι ἕνα σύντομο καί ἁπλό μάθημα Ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας.

Ακοῦστε: Γιά νά σωθοῦμε πρέπει νά ἀνήκουμε στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας. Ἔξω ἀπό αὐτήν δέν ὑπάρχει σωτηρία.

Στήν Ἐκκλησία ὅμως ὑπάρχει ἑνότητα. Γι᾽ αὐτό, κατά μία ἑρμηνεία, τήν Ἐκκλησία τήν λέγουμε «ΜΙΑ» καί ὁμολογοῦμε πίστη εἰς «ΜΙΑΝ… Ἐκκλησίαν».

Εἶναι ΜΙΑ καί γιά τήν ἐσωτερική της ἑνότητα. Ἡ ἑνότητα αὐτή τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζεται ὡς ἑξῆς: Οἱ ἱερεῖς μνημονεύουν τό Ἐπίσκοπο. Τό ἀκοῦτε αὐτό κάθε φορά ἀπό τόν Ἱερέα σέ κάθε ἱερή Ἀκολουθία καί προπαντός τό ἀκοῦτε στήν θεία Λειτουργία, ὅταν ὁ Ἱερέας λέει «Ἐν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε, τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν (τάδε)…».

Ὁ Ἐπίσκοπος πάλι μνημονεύει τήν Ἱερά Σύνοδο. Ἡ δέ Ἱερά Σύνοδος μνημονεύει ὅλους τούς Ἀρχιεπισκόπους, ὅλα τά Πατριαρχεῖα καί ἰδιαιτέρως μνημονεύει τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη.

Ἔτσι, μέ τήν μνημόνευση αὐτή ὑπάρχει ἑνότητα σέ ὅλη τήν Ἐκκλησία. Ἐσεῖς οἱ λαϊκοί γιά νά ἀνήκετε στήν Ἐκκλησία πρέπει νά μνημονεύετε κάποιον Ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος ὅμως πρέπει νά εἶναι ἑνωμένος μέ ὅλο τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.

Καί τό ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι ἑνωμένος μέ ὅλο τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τό λέει φανερά σέ ὅλο τό πλῆθος τῶν πιστῶν στήν θεία Λειτουργία.

Ἐμένα, γιά παράδειγμα, μέ ἀκοῦτε στά «Ἅγια» πού μνημονεύω «τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου».

Καί ἀργότερα, μετά τόν καθαγιασμό τῶν Τιμίων Δώρων, μέ ἀκοῦτε μπροστά στήν Ἁγία Τράπεζα νά λέγω πάλι, «Ἐν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε, τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου».

Ἐσεῖς λοιπόν οἱ λαϊκοί τῆς Μητροπόλεώς μας, γιά νά ἀνήκετε στήν Ἐκκλησία, πρέπει νά εἶστε ἑνωμένοι μέ ἐμένα τόν Ἐπίσκοπό σας.

Καί εἶστε ἑνωμένοι μαζί μου, ἐπειδή μέ βλέπετε καί μέ ἀκοῦτε ὅτι εἶμαι ἑνωμένος μέ τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἑλλαδικῆς μας Ἐκκλησίας.

Ἀλλά καί ἐγώ μνημονεύω τήν Ἱερά Σύνοδο, ἐπειδή βλέπω ὅτι Αὐτή μνημονεύει ὅλα τά Πατριαρχεῖα καί τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη.

Ἔτσι ἀνήκω στήν καθόλου Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καί εἶμαι ἑνωμένος μαζί Της. Ἄν ὅμως τώρα ἐγώ, ὁ Ἐπίσκοπός σας, παύσω νά μνημονεύω τήν Ἱερά Σύνοδο, κόβομαι ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀλλά αὐτόματα καί ἐσεῖς, πού εἶστε ἑνωμένοι μαζί μου, ἀποκόπτεστε καί ἐσεῖς ἀπό τήν Ἐκκλησία καί βρίσκεσθε ἔξω ἀπ᾽ Αὐτήν.

Τό ξαναλέγω, χριστιανοί μου: Ὅταν ἕνας Δεσπότης, μόνος του αὐτός, χωρίς νά τό ποῦν καί νά συμφωνήσουν καί οἱ ἄλλοι πατέρες Ἱεράρχες, παύει τό μνημόσυνο τοῦ Πατριάρχου, αὐτός ἀποκόπτεται ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἔκανε τόν ἑαυτό του ὑπέρ-Ἐκκλησία καί ἔκανε σχίσμα, τό ὁποῖο σχίσμα εἶναι φοβερό ἁμάρτημα, τό φοβερώτερο, πού δέν τό ξεπλένει οὔτε αἷμα μαρτυρίου.

Τό κακό αὐτό, ἀδελφοί μου, τό ἔκαναν οἱ Παλαιοημερολογῖτες. Κακῶς ἄλλαξε τό Ἡμερολόγιο. Ὅταν ὅμως ἡ Ἑλλαδική μας Ἐκκλησία δέχτηκε τό Νέο Ἡμερολόγιο, ἀλλάζοντάς το μέ τό Παλαιό, τότε οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες καί τά Πατριαρχεῖα, πού ἀκολουθοῦσαν τό Παλαιό Ἡμερολόγιο, ἀνέχτηκαν τήν Ἑλλαδική Ἐκκλησία γιά τήν ἀλλαγή τοῦ Ἡμερολογίου καί δέν ἔπαυσαν νά ἔχουν κοινωνία μαζί της.

Πολλοί ὅμως χριστιανοί τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, πού κράτησαν τό Παλαιό Ἡμερολόγιο, ἀποκήρυξαν τήν Ἐκκλησία μας, ἐπειδή αὐτή προσχώρησε στό Νέο Ἡμερολόγιο, καί ἀποκόπηκαν ἀπό αὐτήν.

Ἀποκοπέντες ὅμως αὐτοί ἀπό τήν Ἑλλαδική Ἐκκλησία ἀποκόπηκαν αὐτομάτως καί ἀπό ὅλες τίς ἄλλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καί ἀπ᾽ αὐτές ἀκόμη πού ἀκολουθοῦσαν τό Παλαιό Ἡμερολόγιο.

Γιατί καί αὐτές οἱ Ἐκκλησίες, πού ἀκολουθοῦσαν τό Παλαιό Ἡμερολόγιο, εἶχαν κοινωνία μέ ἐμᾶς, τούς Νεοημερολογῖτες, καί ὄχι μέ αὐτούς, τούς Παλαιοημερολογῖτες, ἀκριβῶς γιά τόν λόγο ὅτι ἀποκόπησαν ἀπό τήν Ἑλλαδική Ἐκκλησία.

Ἔτσι οἱ Παλαιοημερολογῖτες βρέθηκαν ξεκρέμαστοι, γιατί καταδίκασαν ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τοῦ κόσμου καί θεώρησαν ὡς μόνη ἀληθινή Ἐκκλησία τήν δική τους παράταξη!.. Οἱ Παλαιοημερολογῖτες λοιπόν δέν εἶναι Ἐκκλησία καί τά μυστήριά τους δέν εἶναι ἔγκυρα.

Τό κακό τους ξεκίνησε ὄχι ἀπό τό ὅτι κράτησαν τό Παλαιό Ἡμερολόγιο – πολύ καλά ἔπραξαν σ᾽ αὐτό – ἀλλά ἀπό τό ὅτι ἀποκόπηκαν ἀπό τήν Ἑλλαδική Ἐκκλησία, ἔστω καί ἄν αὐτή ἔκανε τό λάθος καί ἀκολούθησε τό Νέο Ἡμερολόγιο.

Ἔτσι, ἀπό ἕναν ἄκριτο καί ἀθεολόγητο ζηλωτισμό χωρίς ἐκκλησιολογία, οἱ Παλαιοημερολογῖτες τῆς Ἑλλάδος ἔχασαν τήν ἑνότητά τους μέ τήν Ἐκκλησία. Ἀξίζει ἐδῶ νά ἀναφέρουμε ἕνα πολύ ὡραῖο λόγο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, πού εἶπε πρός τούς Ἰουδαΐζοντες τῆς ἐποχῆς του, ὅτι καί λάθος ἀκόμη νά κάνει ἡ Ἐκκλησία (ὄχι ὅμως δογματικό λάθος ἤ παραβάσεις ἱερῶν Κανόνων), νά μήν δίνουμε σημασία σ᾽ αὐτό, ἀλλά νά προσέχουμε μόνο στό νά μήν χαθεῖ ἡ μεταξύ μας ἑνότητα.

Αὐτό εἶναι τό κύριο. Λέγει ἐπί λέξει ὁ ἅγιος πατέρας: «Πανταχοῦ τῇ Ἐκκλησίᾳ μετ᾿ ἀκριβείας ἑπώμεθα, τήν ἀγάπην καί τήν εἰρήνην προτιμῶντες ἁπάντων. Εἰ γάρ καί ἐσφάλλετο ἡ Ἐκκλησία, οὐ τοσοῦτον κατόρθωμα ἀπό τῆς τῶν χρόνων ἀκριβείας ἦν, ὅσον ἔγκλημα ἀπό τῆς διαιρέσεως καί τοῦ σχίσματος…Τό μέν γάρ τῷδε ἤ τῷδε χρόνῳ νηστεῦσαι οὐκ ἔγκλημα, τό δέ σχίσαι Ἐκκλησίαν καί φιλονεικῶς διατεθῆναι καί διχοστασίας ἐμποιεῖν, καί τῆς Συνόδου διηνεκῶς ἑαυτόν ἀποστερεῖν ἀσύγγνωστον καί κατηγορίας ἄξιον καί πολλήν ἔχει τήν τιμωρίαν» (Εἰς Ἅπαντα Ἁγίων Πατέρων, Ἱεροῦ Χρυσοστόμου ἔργα, τόμ. 4, 615 A.DE).

Ἀπαντώντας λοιπόν μέ τό κήρυγμά μου αὐτό στούς συγγραφεῖς τῶν ἐπιστολῶν καί μηνυμάτων πρός ἐμένα καί σέ ἄλλους Ἱεράρχες νά προχωρήσουμε σέ «ἀποτείχιση», τούς λέγω ὅτι δέν εἶμαι καθόλου σύμφωνος μέ τήν πρότασή τους αὐτή. Καί ὄχι μόνο δέν εἶμαι σύμφωνος, ἀλλά θά εἶμαι καί πολέμιος.

Καλύτερα «νά πάω νά πνιγῶ», ὅπως τό λένε στήν πατρίδα μου (πρβλ. Λουκ. 17,2), παρά νά γίνω αἰτία ἀποσχισμοῦ ἐμοῦ καί ἄλλων χριστιανῶν ἀπό τήν Ἐκκλησία.

Τέλος καί συμπέρασμα: Χριστιανοί μου, προσοχή! Θά εἴμαστε στενά ἑνωμένοι μέ τήν Ἑλλαδική μας Ἐκκλησία, ἐπειδή αὐτή εἶναι ἑνωμένη μέ ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τοῦ κόσμου. Καί ἔτσι θά ἀνήκουμε στήν καθόλου Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

Ὅ,τι κάνουμε θά τό κάνουμε μέσα στήν Ἐκκλησία καί γιά τήν δόξα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν βλέπουμε παραβάσεις τῶν Ἱερῶν Κανόνων μας (γιά παράδειγμα, συμπροσευχές μέ τούς Παπικούς καί Οἰκουμενιστικές κινήσεις) δέν θά σιωποῦμε, ἀλλά θά διαμαρτυρόμαστε.

Καί ἄν ἀκόμη μᾶς διώξουν, πρόθυμα θά ἀκολουθήσουμε τόν δρόμο τοῦ διωγμοῦ, χωρίς νά σιγάσουμε μάλιστα καθόλου τήν διαμαρτυρία μας. Ἀλλά αὐτή τήν διαμαρτυρία μας, ἐπαναλαμβάνω, θά τήν κάνουμε ὄντας μέσα στήν Ἐκκλησία, μνημονεύοντες τήν Ἱερά μας Σύνοδο καί τόν Οἰκουμενικό μας Πατριάρχη.

Ἀκόμη δέ προσοχή καί στό ἄλλο: Τούς ἀγῶνες μας γιά τήν Ὀρθόδοξη πίστη νά τούς κάνουμε μέ ταπείνωση, μέ φόβο Θεοῦ καί μέ ἀγάπη καί πρός αὐτούς τούς αἱρετικούς ἀκόμη (τούς Παπικούς, γιά παράδειγμα), γιά τούς ὁποίους ἐπιθυμοῦμε τήν ἐπιστροφή τους ἀπό τήν πλάνη καί γι᾽ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο κάνουμε τούς διαλόγους μαζί τους.

Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι βλέπουμε παραβάσεις τῶν Ἱερῶν Κανόνων. Ἀλλά δέν θά γίνει ὁ κάθε Ἐπίσκοπος Σύνοδος γιά νά τιμωρεῖ τούς παραβάτες. Ἀφοῦ τούς παραβάτες τῶν Ἱερῶν Κανόνων τούς ἀνέχονται (πρός καιρόν ἴσως) ὅλοι οἱ Ἱεράρχες, ὑποχρεούμεθα ὅλοι νά ἀκολουθοῦμε τήν γραμμή τῶν Ἱεραρχῶν τῆς καθόλου Ἐκκλησίας.

Ἀγαπητοί μου Χριστιανοί, τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως! Ἐπιθυμῶ νά εἶστε ζηλωτές τῶν πατρώων παραδόσεων, ἀλλά ὁ ζῆλος σας γιά τήν πίστη μας νά ἐνεργεῖται ταπεινά καί ἐκκλησιολογικά, ὅπως σᾶς τό εἶπα στό σημερινό μου κήρυγμα.

Μήν ἀκοῦτε τούς ἀκραίους πού σᾶς λένε γιά «ἀποτείχιση», γιά διακοπή δηλαδή ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μέ τό θρυλικό μας Πατριαρχεῖο γιά τίς παρατηρούμενες συμπροσευχές του μέ τούς παπικούς. Εἶναι ἐκ τοῦ πονηροῦ οἱ φωνές αὐτές.

Θά μείνουμε μέσα στήν Ἐκκλησία μας, ἀγωνιζόμενοι γιά τήν σωτηρία μας, κλαίοντες μαζί μέ τά ἁμαρτήματά μας καί γιά τίς παρατηρούμενες παραβάσεις τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ἀπό ἐκεῖ μάλιστα πού δέν τό περιμέναμε, καί ὡς τέκνα πιστά καί ζωντανά τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας θά διακηρύσσουμε, μαζί μέ τόν τελευταῖο ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας μας π. Ἰουστῖνο Πόποβιτς (βλ. βιβλίο του ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΣ), ὅτι ὁ Παπισμός εἶναι αἵρεση καί ὁ Οἰκουμενισμός παναίρεση!

Γιά καλή μαθητεία σέ ὅσα σᾶς εἶπα παραπάνω σᾶς συνιστῶ νά διαβάσετε ἕνα ὡραῖο βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ ἁγίου Γέροντος πατρός Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου ΤΑ ΔΥΟ ΑΚΡΑ («Οἰκουμενισμός» καί «Ζηλωτισμός»).

Εἶναι καί τοπικά δικός μας ὁ θεολόγος αὐτός πατέρας, γιατί κατάγεται ἀπό ἐδῶ κοντά μας, ἀπό τήν Καλαμάτα.

Μέ πολλές εὐχές,
† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας

Γέρων Αμβρόσιος Λαζάρης: «Μην κρίνεις»

 

Γιατί δεν πρέπει να κρίνουμε…

-Γέροντα, λέγονται κάποιες φορές ιστορίες δυσάρεστες για μερικούς μοναχούς στο Άγιον Όρος. Τι γνώμη έχεις;

-Παιδί μου, οι μοναχοί είναι άνθρωποι. Υπάρχουν και καλοί και κακοί. 

Εμείς θα έχουμε πυξίδα στη ζωή μας τους καλούς, σαν τον Γέροντα Παΐσιο, τον Γέροντα Πορφύριο, τον Γέροντα Ιάκωβο. Δεν είμαστε άξιοι να κρίνουμε κανέναν, ούτε τους κακούς.

Μπορεί ένας αμαρτωλός να πει αύριο ένα «ήμαρτον» και να τον συγχωρήσει ο Θεός και να πάει πιο γρήγορα στον Παράδεισο από σένα. Γι’ αυτό, μην κρίνεις.

  • Από  eikonografies.gr

 

Γεννηθήτω το θέλημά Σου …

 

Φιλάνθρωπε Κύριε, δεν λησμόνησες τον αμαρτωλό δούλο σου, αλλά γεμάτος έλεος με είδες από τη δόξα σου και μου εμφανίστηκες με ακατάληπτο τρόπο! Εγώ, πάντοτε σε προσέβαλλα και σε λυπούσα. Συ όμως, Κύριε, για τη μικρή μου μετάνοια μου έδωσες να γνωρίσω τη μεγάλη σου αγάπη και την άμετρη αγαθότητά σου. Το ιλαρό και πράο βλέμμα σου έθελξε την ψυχή μου. Τί να σου ανταποδώσω, Κύριε, ή ποιόν αίνο να Σου προσφέρω; Συ δίνεις τη χάρη σου, για να καίγεται αδιάλειπτα η καρδιά μου από αγάπη, και δεν βρίσκει πια ανάπαυση ούτε νύχτα ούτε μέρα από τη θεϊκή αγάπη. Η θύμησή σου θερμαίνει την ψυχή μου, που τίπποτε στη γη δεν την αναπαύει εκτός από Σένα. Γι’ αυτό με δάκρυα Σε ζητώ, και πάλι ποθεί ο νους μου τη γλυκύτητά σου… Κύριε, δώσε μου να αγαπώ μόνον Εσένα. Συ με έπλασες, Συ με φώτισες με το άγιο Βάπτισμα, Συ συγχωρείς τα αμαρτήματά μου και μου δίνεις τη χάρη να κοινωνώ το τίμιο Σώμα και Αίμα σου. Δώσε μου τη δύναμη να μένω πάντα κοντά σου. Κύριε, δώσε μου τη μετάνοια του Αδάμ και την άγια ταπείνωσή σου.

Αμήν

( Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου )