Ο καιρός χθες (Τις Θεός μέγας…)

Μια ξαφνική καταιγίδα χθες το απόγευμα με δυνατή νεροποντή και ισχυρούς ανέμους που κράτησε για ώρες έπληξε την περιοχή μας. Ευτυχώς ήμουν σπίτι.

Το συγκρότημα Perpetuum Jazzile από τη Σλοβενία
που μιμείται τον ήχο βροχής και καταιγίδας με τα χέρια και τα πόδια
Αργά το βράδι, ο καιρός ηρέμησε, ο ουρανός ξαστέρωσε και για κάποιον άγνωστο λόγο ο δημόσιος φωτισμός δεν λειτουργούσε (τα φώτα στους δρόμους). Το σκότος βαθύ, αλλά ο έναστρος ουρανός αποκαλυπτικός. Βγήκα στον κήπο και κυττούσα
ψηλά μαγεμένος.
Το απερίγραπτο αυτό θαύμα του έναστρου ουρανού μου έφερε στα χείλη το  «Τίς Θεός μέγας ως ο Θεός ημών; Συ εί ο Θεός, ο ποιών θαυμάσια, μόνος.» (από τον 76ο ψαλμό).
Από Βασίλης Χατζηνικολάου — «Τα Μπλουζ Της Ψυχής Μου» (2008)

Στην πολίτικη λύρα ο Σ. Σινόπουλος.
Που σε ήχο βαρύ θά’ ταν πιστεύω η προτίμηση του αδελφού μου.
Υπενθυμίζω εδώ και το πρόβλημα της φωτορύπανσης.
Φωτορύπανση είναι το φαινόμενο του υπερβολικού και λανθασμένου φωτισμού των αστικών περιοχών και οι συνέπειές του. Τα άφθονα φώτα των πόλεων ανακλώνται και διαχέονται στην ατμόσφαιρα με αποτέλεσμα τον γνωστό σε όλους φωτισμένο ουρανό των αστικών περιοχών. Ο έναστρος ουρανός έχει πια εξαφανιστεί από τις περισσότερες αστικές περιοχές, χαμένος σε ένα περιβάλλον άφθονου τεχνητού φωτισμού (άλλα εδώ).
Σύγκριση όψης του νυχτερινού ουρανού από μια εξοχική τοποθεσία (πάνω) και από μια πόλη (κάτω).
Η φωτορύπανση μειώνει δραματικά την ορατότητα των άστρων στην δεύτερη περίπτωση,
ενώ στην πρώτη φωτογραφία φαίνεται ευδιάκριτα η γαλαξιακή ζώνη (από wikipedia).

Μάθετέ τους να διαχειρίζονται την απογοήτευση

shutterstock_93816364.limghandler
Γιατί η ζωή είναι ωραία, αλλά και άδικη…
Η καθημερινότητα είναι γεμάτη με ανατροπές, δυσκολίες και αντιφατικά συναισθήματα.
Καταστάσεις που μας γεμίζουν με απογοήτευση συμβαίνουν συχνά σε όλους μας -στο σχολείο, στην εργασία, στις φιλίες, στο γάμο ή στη συμβίωση με το σύντροφό μας, ακόμη και στη σχέση μας με τον εαυτό μας.
Η απογοήτευση είναι ένα φυσιολογικό κομμάτι της ζωής, αλλά θα πρέπει να είμαστε σε θέση να την αποδεχτούμε και να την αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά, αν θέλουμε να έχουμε μια επιτυχημένη και ικανοποιητική ζωή. Συνέχεια

H συνάντηση Ελληνισμού και Χριστιανισμού

π.Βασιλείος Γοντικάκης, π. Καθηγουμένος της Ιεράς Μονής Ιβήρων
Μέσα στη θεία μυσταγωγία της Ορθοδόξου λατρείας βρίσκεις τον ουρανό στη γη όχι ως θεατρική αναπαράστασι, αλλά ως λειτουργική πραγματικότητα. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα βασιλεύει και διευθετεί τα πάντα η ασύγχυτη και αδιαίρετη ένωσις του θείου και ανθρωπίνου· δωρεά της παρουσίας του Θεανθρώπου Κυρίου, που είναι ο προσφέρων και προσφερόμενος
Μα, δεν είναι μητέρα μας η Μεγάλη Εκκλησία; Δεν βρίσκεται εκεί η καρδιά μας, η δύναμις και το πώς ζήσαμε μέχρι τώρα; Και δεν βρίσκεται εκεί η εξασφάλισις της ελπίδος για το πώς μπορούμε να ζήσωμε στην εποχή της παγκοσμιοποιήσεως και διεθνοποιήσεως;
Βλέποντας τα πράγματα από το Αγιον Ορος θα ήθελα (μου ζήτησαν και κάποιοι αδελφοί) να έλεγα δυο λόγια.
Ως αγιορείτης, βρίσκεσαι σε τόπο και τρόπο ασφαλείας, εάν είσαι αληθινός μοναχός. Είσαι νεκρός και είσαι ελεύθερος.
Ρώτησε κάποιος μοναχός: «Γιατί, περπατώντας στην έρημο, φοβάμαι;» Ο γέροντας του απαντά: «Ακμήν ζης», ακόμα ζης. «Εάν ήσουν νεκρός, δεν θα φοβόσουν τίποτα. Θα ήσουν απόλυτα ελεύθερος και ευαίσθητος. Θα ήσουν μια αίσθησι».
Ο σκοπός της ζωής του ανθρώπου είναι να φτάση σ’ αυτή την αίσθησι, να γίνη μια αίσθησι. Εάν σου δοθή αυτή η χάρις, τότε κινείσαι ελεύθερα. Κυκλοφορείς κεκλεισμένων και ανεωγμένων των θυρών, με λυμένα και άλυτα τα προβλήματα. Συνέχεια

Κοτόπουλο κοκκινιστό με μαυροδάφνη

ΥΛΙΚΑ
– 1 μεγάλο κοτόπουλο (σε κομμάτια)
– 1-2 ξερά κρεμμύδια (σε ροδέλες)
– 1 σκελ. τριμ. σκόρδο
– 1 ποτήρι κρασιού μαυροδάφνη Πατρών
– 500 γρ. πασάτα (ελαφρά συμπυκνωμένος ντοματοχυμός)
– Ελαιόλαδο
– 2 μπαχάρια
– 2 κλωναράκια δεντρολίβανο
– 1 ποτήρι νερό
– Αλάτι, μαύρο τριμ. πιπέρι

ΕΚΤΕΛΕΣΗ
1. Τσιγαρίζετε πρώτα σε φαρδιά κατσαρόλα το κρεμμύδι και το σκόρδο ώσπου να μαραθούν. Έπειτα, προσθέτετε τα κομμάτια κοτόπουλου αφού τα έχετε αλατοπιπερώσει καλά και τα ροδίζετε απ’ όλες τις πλευρές τους. Όταν «σωθούν» τα πολλά υγρά, σβήνετε με το γλυκό κρασί, βάζετε τα κλωναράκια δεντρολίβανου και αφήνετε το κοτόπουλο να πάρει μια ελαφριά βράση. Στη συνέχεια, ρίχνετε τον ντοματοχυμό, ένα ποτήρι χλιαρό νερό, τα μπαχάρια, και μαγειρεύετε σε μέτρια φωτιά, με κλειστό το καπάκι για 20 με 30 λεπτά ανάλογα και με το πάχος των κομματιών του κοτόπουλου (ώσπου να μαλακώσουν). Ελέγχετε τακτικά για τα υγρά και σερβίρετε με τη συνοδεία μακαρονάδας ή και πουρέ πατάτας.

Χρόνος εκτέλεσης:
45 λεπτά
Μερίδες: 4-5

Όταν η μαμά έγινε το «παιδί»: Μια ιστορία μαμάς – κόρης που μας συγκλόνισε!

 
Η αληθινή αγάπη στο μεγαλείο της..
Έχουμε ακούσει πολλές συγκινητικές ιστορίες για μαμάδες και παιδιά. Αυτή όμως μας συγκίνησε όσο τίποτα. Στην ιστορία αυτή οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί και τι εννοούμε με αυτό;
Σε ένα ιατρείο εισέρχονται μια μητέρα με μια κόρη. Το δίδυμο αυτό όμως δεν είναι όπως το φανταζόμαστε. Η μαμά έχει γίνει το μωρό και η κόρη έχει πάρει το ρόλο της μάνας. Πως συνέβη αυτό; Η μητέρα πάσχει από Alzheimer και Parkinson.
Το μυαλό της δε λειτουργεί σωστά κι έτσι νομίζει ότι είναι ακόμη μωρό. Ανάγκη της αποτελεί να μην εγκαταλείπει ποτέ την κούκλα της και  να την παίρνει όπου και αν πηγαίνει, ακριβώς όπως κάνουν τα μικρά κοριτσάκια. Aπό την άλλη η κόρη καλείται να την προσέχει και να την φροντίζει σα να είναι εκείνη η μάνα.
Μπαίνοντας, λοιπόν, στο ιατρείο όλα τα βλέμματα στράφηκαν πάνω τους. Δεν είναι και ότι πιο νορμάλ να κρατάει μια ηλικιωμένη μια κουκλίτσα στα χέρια. Και ενώ όλοι πίστευαν ότι η κόρη θα νιώθει ντροπιασμένη, εκείνη κοίταζε με υπερηφάνεια τη μητέρα της να φροντίζει και να παίζει με την κούκλα της. Η εικόνα μαγική. Συνέχεια

Φίλε αναρχικέ…!

Καταρχάς θέλω νά σοῦ ζητήσω συγγνώµη. Γιατί δέν ξέρω νά µιλάω ὅπως ἐσύ. Ἐγώ νιώθω ὅτι εἶµαι τοῦ συστήµατος, συµβιβασµένος καί συµβατός. Βολεµένος κάπως. Ἐσύ εἶσαι τό ἀντίθετο· ἀσύµβατος καί ἀσυµβίβαστος. Ἐλεύθερος ἀπό κλισέ καί συµπεριφορές.  Ἀγωνίζεσαι ἐνάντια σέ κάθε ἐξουσία, κράτος, δύναµη δηλαδή πού θέλει νά ἐπιβληθεῖ δυναστικά, ἀναγκαστικά. Ἀγωνίζεσαι. Ἐγώ δέν ἀγωνίζοµαι. Γι’ αὐτό καί ἡ γλώσσα µου, ὁ λόγος µου δύσκολα θά σέ βρεῖ. Τό ξέρω ὅτι ἐκπέµπω σέ συχνότητα πολύ χαµηλή γιά τ’ αὐτιά ἑνός ἀναρχικοῦ. Γι’ αὐτό προκαταρκτικά σοῦ ζητῶ συγγνώµη.

Ἤθελα ὅµως νά σοῦ πῶ πώς ἐχθές βρῆκα ἕνα γράµµα κάπου στή βιβλιοθήκη µου. Μιά ἐπιστολή γραµµένη πολύ πίσω, λίγα χρόνια, λέει, µετά τό Χριστό. Τή διάβασα· δέν τήν πολυκατάλαβα. Κάτι σκέψεις µόνο ἔκανα, σωστές ἤ ὄχι, δέν ξέρω. Εἶπα ὅµως ὅτι ἐσύ θά τήν καταλάβεις καλύτερα, γι’ αὐτό καί κάθισα νά σοῦ γράψω, να στή δείξω, κι ἄν θές, βόηθα µε καί µένα νά τήν «πιάσω».

Λέει γιά τήν ἐµφάνιση στόν κόσµο µιᾶς νέας τότε τάξης ἀνθρώπων, πού ἄρχισαν νά τούς ὀνοµάζουν «Χριστιανούς» (Εἶναι αὐτοί, οἱ σηµερινοί… ἄστα, κι ἐγώ σ’ αὐτούς λέω ὅτι ἀνήκω). Ἀλλά λέει κάποια παράξενα γι’ αὐτούς, δηλαδή πῶς ζοῦσαν.

Ἀπαντᾶ σέ κάποιον Διόγνητο, πού εἶχε κάνει µιά ἐρώτηση: Τί τελοσπάντων εἶναι ἡ νέα αὐτή γενιά τῶν ἀνθρώπων πού µπῆκε τώρα τελευταῖα στή ζωή µας, καί πῶς συµβαίνει ὅλοι τους νά περιφρονοῦν τόν κόσµο καί νά καταφρονοῦν τό θάνατο…

Καί τοῦ ἀπαντᾶ ὁ ἐπιστολογράφος καί τοῦ γράφει:
Αὐτοί, τοῦ λέει, οἱ Χριστιανοί, ἐξωτερικά δέν ξεχωρίζουν ἀπό τούς ἄλλους, οὔτε καµιά ἐπισηµότητα πάνω τους ἔχουν. Παρόλα αὐτά – στό γράφω ὅπως τό λέει – «ὁµολογουµένως παρουσιάζουν θαυµαστή καί παράξενη στάση ζωῆς. Κατοικοῦν στίς πατρίδες τους, ἀλλά σάν προσωρινοί» (σά νά ποῦµε, µετανάστες). Κι ἐξηγεῖ τήν ἔννοια τῆς πατρίδας γι’ αὐτούς: «Κάθε ξένη γῆ εἶναι πατρίδα τους, καί κάθε πατρίδα τούς εἶναι ξένη»!

Τί θέλει νά πεῖ µ’ αὐτό; Θυµήθηκα ὅτι κάπου, σ’ ἕναν τοῖχο, εἶχα διαβάσει ἕνα σύνθηµα πού εἶχες γράψει: «Πατρίδα µας ἡ γῆ». Κάτι τέτοιο µᾶλλον θέλει νά πεῖ, ἔ;… Ἤ ὄχι;

Παρακάτω λέει ὅτι δέν εἶναι πατρίδα τους ἡ γῆ. «Ζοῦν στή γῆ, ἀλλά πολιτεύονται στόν οὐρανό». Εἶναι φευγάτοι, λέει. Πατρίδα τους ἔχουν τόν οὐρανό. Δέν τούς κρατᾶ ἡ γῆ. Ἀδέσµευτοι. Ἐλεύθεροι κι ἀπ’ τούς νόµους τῆς βαρύτητας.

(Τώρα πού στα γράφω αὐτά θυµᾶµαι καί κάποιους ἀπ’ αὐτούς, πολύ πλούσιους, πού µοίρασαν ὅλη τήν περιουσία τους κι ἔµειναν µ’ ἕνα κοµµάτι ὕφασµα µόνο πάνω στό σῶµα τους, γιά νά εἶναι, λέει, ἐλαφροί, ἀδέσµευτοι, νά µήν τούς κρατᾶ ἡ γῆ. Κι ἕνας µάλιστα ἀπ’ αὐτούς – παπάς ἦταν κι ὅλας, δεσπότης – στήν ἐξουσία πού ἦρθε νά τον ἀπειλήσει µέ δήµευση, ἐξορία, θάνατο ἀπάντησε: «Βρές τίποτε ἄλλο νά ἀπειλήσεις, γιατί αὐτά πού λές δέν µ’ ἀγγίζουν καθόλου· ἀφοῦ γιά δήµευση δέν θά βρεῖς τίποτε νά πάρεις, ἐξορία πάλι δέν ἰσχύει γιά µένα, διότι πουθενά δέν εἶµαι µόνιµα ἐγκατεστηµένος, καί ὁ θάνατος εἶναι ἡ µεγαλύτερη εὐεργεσία πού µπορεῖς νά µοῦ κάνεις, καθώς θά µέ φέρεις µιά ὥρα γρηγορότερα στό Θεό, γιά τόν ὁποῖο ζῶ»).

Συνεχίζω νά σοῦ µεταφέρω τήν ἐπιστολή πού βρῆκα: «Ὑπακοῦνε στούς θεσπισµένους νόµους (ἐδῶ τό καταλαβαίνω, δέν χρειάζεται νά µοῦ ἐξηγήσεις τίποτε), καί µέ τή διαγωγή τους νικοῦν τούς νόµους».

Πάλι πρόβληµα. Τί θά πεῖ νικοῦν τους νόµους;

Ἐγώ ξέρω ὅτι σεῖς οἱ ἀναρχικοί ἀγωνίζεστε γιά νά πέσουν οἱ νόµοι. Αὐτοί τί θά πεῖ ὅτι νικοῦν τούς νόµους; Νικῶ ξέρω ὅτι θά πεῖ βρίσκοµαι ἀπό πάνω, πατῶ µέ τά πόδια µου ὅ,τι ἔχω νικήσει. Μήπως θέλει νά πεῖ ὅτι, µοῦ δίνει π.χ. ὁ νόµος το δικαίωµα νά τόν πάω τόν ἄλλον µέσα, κι ἐγώ δέν τόν πάω; τοῦ τή χαρίζω; Αύτό θέλει νά πεῖ; Μ’ ἀρέσει αὐτό. Δέν ξέρω τί λές…

Κι ἄλλα λέει παρακάτω: «Ἀγαποῦν τούς πάντες, κι ἀπ’ ὅλους καταδιώκονται. (Οὔτε αὐτό τό καταλαβαίνω: Πῶς, ἀφοῦ ἀγαποῦν, µισοῦνται καί καταδιώκονται; Καί πῶς ἀγαποῦν, ἀφοῦ µισοῦνται;) Περιφρονοῦνται καί καταδικάζονται. Ἀτιµάζονται, καί µέσα στίς ἀτιµώσεις δοξάζονται. (Θέλει νά πεῖ, µᾶλλον, ὅτι θεωροῦν δόξα τους νά ἀτιµάζονται ἀπό τούς ἄλλους[!;]). Κακολογοῦνται, κι αὐτοί σκορποῦν καλά λόγια. Ὑβρίζονται, κι αὐτοί τιµοῦν. Κάνουν τό καλό, καί τιµωροῦνται ὡς κακοί. Τιµωροῦνται, καί χαίρονται σά νά τούς δίνουν ζωή…».

Φίλε µου, δέν µπορῶ ἄλλο νά παρακολουθήσω τό κείµενο αὐτό. Μπλόκαρα. Γι’ αὐτό σοῦ τό δίνω, ἐπειδή νοµίζω ἐσύ θά τό καταλάβεις πιό καλά. Γιατί βλέπω πώς ἡ δική σου θεώρηση ἔχει κοινά σηµεῖα µέ τή διαγωγή τῶν πρώτων χριστιανῶν. Ἐγώ τό µόνο κοινό πού ἔχω µ’ ἐκείνους εἶναι τό ὄνοµα. Ἄν ὅµως θά ’θελα νά ’µουν εἰλικρινής µέ τόν ἑαυτό µου, θά ἔπρεπε νά τό ἀλλάξω.

Ἐκτός, σκέφτοµαι, ἄν ἀλλάξω διαγωγή. Ξέρω ὅτι Αὐτός τοῦ ὁποίου τό ὄνοµα φέρω, Αὐτός εἶναι πού ἔφερε τά πάνω κάτω στή θεώρηση τῶν πάντων. Αὐτός γκρέµισε τό πιό φοβερό κατεστηµένο καί ἀνέτρεψε τήν ἰσχυρότερη ἀρχή πού κρατοῦσε µέχρι τότε, τήν ἐξουσία τῆς ἁµαρτίας. Αὐτός µοῦ εἶπε πάλι πώς ἄν θέλω να Τόν ἀκολουθήσω, πρέπει νά ’χω κρατηµένο µέσα µου ἕνα µίσος· µίσος γιά τον ἑαυτό µου, νά ρίχνω δηλαδή γροθιές στή βιτρίνα τοῦ ἐγώ µου, κι ἔτσι νά Τόν ἀκολουθῶ. Ἔτσι, µοῦ ὑποσχέθηκε, θά βρῶ ἀληθινά τόν ἑαυτό µου, ἔτσι καί τόν διπλανό µου σέ µιά νέα τάξη πραγµάτων, καµιά σχέση µ’ αὐτή πού ἐπικρατεῖ τώρα στον κόσµο.

Τί λές, φίλε ἀναρχικέ; Δοκιµάζουµε; Ἐσύ ἴσως Τόν καταλάβεις καλύτερα. Μετά µοῦ λές κι ἐµένα…

Απόσπασμα από το Περιοδικό “Η Δράση μας”,
 

πηγή

Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Μεγαλομάρτυρας ὁ Στρατηλάτης, την 8ην Φεβρουαρίου.

 

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος καταγόταν ἀπὸ τὰ Εὐχάϊτα καὶ ἔζησε στὴν Ἡράκλεια τοῦ Πόντου, στὴν ἀρχαία χώρα τῆς Βιθυνίας, ἐπὶ Λικινίου (307 – 323 μ.Χ.). Κατεῖχε ἀνώτερο βαθμὸ στὸ στρατὸ τῆς Ἀνατολῆς. Στὸ Συναξάρι ἀναφέρεται, ὅτι ἦταν «στρατιωτικὸς ἔνδοξος, ὡραῖος τὴν παράστασιν, εἴλκυεν εἰς φιλίαν τοὺς πάντας καὶ διὰ τῆς λαμπρότητος τοῦ λόγου σαγήνευε τοὺς ἀκούοντας».
Ὅταν ὁ Λικίνιος διέτριβε στὴ Νικομήδεια, ἄκουσε περὶ τοῦ Θεοδώρου ὅτι εἶναι Χριστιανὸς καὶ βδελύσσεται τὰ εἴδωλα. Ἀμέσως ἀπέστειλε στὴν Ἡράκλεια ἀνώτερους ἀξιωματούχους, γιὰ νὰ τὸν συνοδεύσουν μὲ τιμὴ στὴ Νικομήδεια. Ἀλλὰ ὁ Θεόδωρος διεμήνυσε διὰ τῶν ἰδίων ἀπεσταλμένων στὸν Λικίνιο, ὅτι γιὰ πολλοὺς λόγους ἡ παρουσία του στὴν Ἡράκλεια ἦταν συμφέρουσα καὶ τὸν προέτρεπε νὰ μεταβεῖ ἐκεῖ. Ἀποδεχθεῖς τὴν πρόταση ὁ Λικίνιος μετέβη στὴν Ἡράκλεια, ὅπου τὸν προϋπάντησε μὲ λαμπρότητα ὁ Θεόδωρος, πρὸς τὸν ὁποῖο ὁ Λικίνιος ἅπλωσε τὸ χέρι, ἐλπίζοντας ὅτι διὰ τοῦ Θεοδώρου θὰ προσείλκυε τοὺς Χριστιανοὺς στὴ θρησκεία τῶν εἰδώλων. Κάποια ἡμέρα, ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ὁ Λικίνιος προέτρεψε τὸν Θεόδωρο νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ὁ Θεόδωρος ἀρνήθηκε καὶ ζήτησε νὰ τοῦ δοθοῦν τὰ χρυσὰ καὶ ἀργυρὰ ἀγαλματίδια τῶν θεῶν, γιὰ νὰ προσφέρει αὐτὰ θυσία στὸν οἶκο του ἰδιωτικὰ καὶ μετὰ νὰ προσφέρει δημόσια τὶς θυσίες. Πράγματι, ὁ Θεόδωρος ἔλαβε τὰ ἀγαλματίδια τὰ ὁποῖα κομμάτιασε καὶ μοίρασε τὰ χρυσὰ καὶ ἀργυρὰ αὐτῶν στοὺς πτωχούς. Ὁ ἑκατόνταρχος Μαξέντιος εἶδε τὴν κεφαλὴ τῆς θεᾶς Ἀφροδίτης στὰ χέρια ἐνὸς πτωχοῦ καὶ κατέδωσε τὸ γεγονὸς στὸν Λικίνιο, ὁ ὁποῖος θεώρησε τὸν Θεόδωρο ὡς ἐμπαίκτη καὶ καταφρονητὴ τῶν εἰδώλων. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ τὸν συνέλαβαν καὶ ἀμέσως ἄρχισαν νὰ τὸν ὑποβάλλουν σὲ πολυειδεῖς τιμωρίες. Τὸν κτυποῦσαν, ἔκαιγαν καὶ ἔγδερναν τὸ σῶμα τοῦ Μάρτυρος. Στὴν συνέχεια οἱ δήμιοι τὸν σταύρωσαν καὶ διαπέρασαν τὰ πόδια, τὰ χέρια καὶ τὰ κρυφὰ μέλῃ του διὰ περόνης, τόξευσαν τὸ πρόσωπό του μὲ τέτοιο τρόπο ὥστε νὰ ἐκχυθοῦν τὰ μάτια του καὶ τὸν ἄφησαν ἐπάνω στὸν σταυρό. Ὁ Λικίνιος, φοβούμενος τὴν ὀργὴ τοῦ ὄχλου, διέταξε νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν. Ἔτσι ὁ φόβος παρεχώρησε τὴν θέση του στὴ χαρὰ καὶ ἡ λύπη καὶ ὁ κόπος στὴν ἀνάπαυση.
Τὸ σεπτὸ σκήνωμά του μετετέθη, στὶς 8 Ἰουνίου, ἀπὸ τὴν Ἡρακλεία στὸ προγονικὸ κτῆμα τοῦ Ἁγίου, στὰ Εὐχάϊτα, κατὰ τὴν ἐπιθυμία τοῦ Ἁγίου τὴν ὁποία ἐξέφρασε πρὸ τῆς ἐκτομῆς αὐτοῦ στὸν γραμματέα του Οὔαρο. Ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει στὶς 8 Ἰουνίου τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Στρατολογίᾳ ἀληθεῖ Ἀθλοφόρε, τοῦ οὐρανίου στρατηγὸς Βασιλέως, περικαλλὴς γεγένησαι Θεόδωρε· ὅπλοις γὰρ τῆς πίστεως, παρετάξω ἐμφρόνως, καὶ κατεξωλόθρευσας, τῶν δαιμόνων τὰ στίφη, καὶ νικηφόρος ὤφθης Ἀθλητής· ὅθεν σε πίστει, ἀεὶ μακαρίζομεν.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ἀνδρείᾳ ψυχῆς, τὴν πίστιν ὁπλισάμενος, καὶ ῥῆμα Θεοῦ, ὡς λόγχην χειρισάμενος, τὸν ἐχθρὸν κατέτρωσας τῶν Μαρτύρων κλέος Θεόδωρε. Σὺν αὐτοῖς Χριστῷ τῷ Θεῷ, πρεσβεύων μὴ παύση, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν Μαρτύρων ἡ καλλονή, καὶ τῆς Ἐκκλησίας, ἀπροσμάχητος βοηθός. Χαίροις δωρημάτων, θησαύρισμα τῶν θείων, Θεόδωρε τρισμάκαρ, ἡμῶν ἀντίληψι