Η αφύπνιση της καρδιάς με τη μνήμη του θανάτου

Η αίσθηση, την οποία επιφέρει η χάρη της μνήμης του θανάτου, μπορεί να ενταθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε όλη η ιστορία και τα γεγονότα του σύμπαντος να φαίνονται ως ονειρικός αντικατοπτρισμός και κακός εμπαιγμός του ανθρώπου, γιατί πουθενά δεν υπάρχει η αυθεντική ζωή, αντιθέτως, παντού βασιλεύει ο θάνατος. Στην ουσία όμως είναι ο άνθρωπος που φωτίζεται, ώστε να δει την πνευματική του κατάσταση, από την οποία απουσιάζει η ζώσα αιωνιότητα του Θεού. Πείθεται ότι με τον προσωπικά του θάνατο πεθαίνουν όλα όσα συνέλαβε ως τότε η συνείδησή του, ακόμη και ο Θεός. Ενώ πλάσθηκε για να ζήσει αιώνια με τον Δημιουργό του, τώρα βλέπει ανεκπλήρωτη την προαιώνια θεία Βουλή. Συνέχεια

Τα χέρια του Ιερέα στη ζωή μας!

 

04ΦΕΒ

Όταν έμπαινε στο Ναό της Ιερουσαλήμ η Παναγία μας, κρατώντας στην αγκαλιά της βρέφος 40 ημερών τον Ιησού, μαζί με τις άλλες μητέρες που έρχονταν εκεί για να καθαριστούν μετά τον τοκετό και να παρουσιάσουν τα πρωτότοκά τους παιδιά, κανένας δεν μπορούσε να διακρίνει κάτι το ξεχωριστό σ’ αυτό το παιδί! Μόνο ένας, ο πρεσβύτης Συμεών, ειδοποιημένος από το Άγιο Πνεύμα, έτρεξε να υποδεχτεί Εκείνον που τόσα χρόνια περίμενε πρώτα να δει με τα σωματικά του μάτια κι έπειτα να πεθάνει…

Η πολυπόθητη στιγμή είχε φτάσει! Πήρε στα χέρια του το βρέφος, τον Ιησού, και ζήτησε από το Θεό τώρα πια να πεθάνει, αφού είδαν τα μάτια του το σωτήρα όλου του κόσμου, το Χριστό!

Κι αυτή η συγκλονιστική στιγμή ζωντανεύει στο διάβα των αιώνων κάθε φορά που ένα αντρόγυνο φέρνει στο Ναό το νεογέννητο παιδί της, για να «σαραντίσει» όπως λέμε, για να διαβάσει, δηλαδή, ο ιερέας ειδικές ευχές στη μητέρα του παιδιού και να πιάσει στα χέρια του, όπως και τότε ο Πρεσβύτης Συμεών, το μικρό παιδί… Συνέχεια

Πώς να μοιράσω το ψωμί; (Αληθινή ιστορία)

 


Τούτες τις μέρες που την πατρίδα μας τη δέρνει η φτώχεια και η πείνα, η Χρυσούλα, μεγάλη ώριμη γυναίκα με δική της τώρα οικογένεια, φέρνει στο νου της τη συγχωρεμένη τη γιαγιά της. Χρυσούλα την έλεγαν κι εκείνη, με παππού ιερέα ευλαβικό τον ονομαστό παπα-Γιώργη τον Διακουμάτο στην περιοχή της Οιτύλου στη Λακωνία.
Απ’ το στόμα του παπα-Γιώργη έβγαινε πάντα χρυσάφι ο θείος λόγος του Ευαγγελίου. Αυτόν έσπερνε παντού και γλύκαινε τους πονεμένους.Στη μικρή του τη Χρυσούλα έκανε μαθήματα μέσα από την Αγία Γραφή, το Οκτωήχι και το Ψαλτήρι. Τι στιγμές ήταν εκείνες! Σμίλευε ο ακούραστος λευΐτης με τη σμίλη του Πνεύματος την άκακη και αθώα ψυχή της εγγονούλας του, την μάθαινε να αγαπά τον Θεό, να συγχωρεί τους ανθρώπους, να σκορπίζει καλοσύνες σε εχθρούς και φίλους. Ποτέ δεν ξεχνούσε -η μακαρίτισσα τώρα- γιαγιά τη μεγάλη μορφή του ιερέα παππού της που για το χωριό δεν ήταν μόνο παπάς αλλά και δάσκαλος και συμφιλιωτής και παρηγορητής, άγγελος ήταν για όλο το χωριό τους ο παπα-Γιώργης. Συνέχεια

Ο ζητιάνος, η βαρυχειμωνιά και η προσευχή της Μαρίας. Αληθινές ιστορίες της διπλανής πόρτας…

 Του Διονύση Μακρή

 Το χιονόνερο που έπεφτε ήταν εκνευριστικό. Ο δυνατός βοριάς δεν άφηνε τίποτε όρθιο. Το τσουχτερό κρύο ήταν ανυπόφορο. Ο Μάρκος τυλίχθηκε με μία κουβέρτα και ζάρωσε πάνω στα πρόχειρα χαρτόκουτα που είχε στρώσει. Αναστέναξε βαριά. Ήπιε μία γουλιά νερό από το μπουκάλι. Όλα τα στοιχεία έδειχναν πως η νύκτα που θα ακολουθούσε θα ήταν εφιαλτική. Αναρωτιόταν αν θα ξημέρωνε ζωντανός η αν θα πάγωνε. Κοιτούσε δεξιά -αριστερά μη τυχόν και περάσει κάποιος περαστικός και ανοίξει κουβέντα. Το εμπορικό Κέντρο δίπλα του είχε σχεδόν αδειάσει. Ασυναίσθητα κοίταξε τον ουρανό. «Γιατί Θεέ μου έφθασα σ’ αυτήν την κατάσταση; Γιατί με τιμωρείς τόσο σκληρά;» ψέλλισε! Κοιτούσε σαν να προσδοκούσε μία απάντηση. Μάταια όμως περίμενε. Το ρολόι που ήταν αναρτημένο στο εμπορικό κέντρο έδειχνε 1:45 π.μ.

Κοίταξε τις απέναντι πολυκατοικίες. Τα φώτα των διαμερισμάτων ήταν όλα κλειστά. Μόνο ένα εξ αυτών ήταν ανοικτό. Κάποιος άρρωστος η κανένα μωρό θα τους κρατά ξάγρυπνους, σκέφτηκε. Τουλάχιστον είναι στα ζεστά και θα έχουν κάποιον να τους φροντίσει. Ξαφνικά βλέπει μία μπλε ακτίνα φωτός να φεύγει από τον ουρανό και να εισέρχεται μέσα από την μπαλκονόπορτα στο διαμέρισμα. Ξαφνιάστηκε! Τρόμαξε. Άρχισε να τρίβει τα μάτια του μη τυχόν και έχει παραισθήσεις. «Βρε τι ζημιά μπορείς να πάθεις από μία μπύρα!» σκεφτόταν. Προσπάθησε να σκεφθεί κάτι άλλο για να ξεφύγει από την παραίσθηση. Τα μάτια του όμως δεν τα όριζε. Ήταν καρφωμένα σ’ αυτό το περίεργο μπλε φως που κατέληγε στο διαμέρισμα. Άρχισε να τσιμπιέται μη τυχόν και κοιμόταν. Νόμιζε πως έβλεπε όνειρο. Αποφάσισε να σηκωθεί λίγο και να περπατήσει. Έτσι πίστευε πως θα ξέφευγε από τις παραισθήσεις. «Λες να είχε κανένα περίεργο χόρτο το σουβλάκι που έφαγα και μου έφερε αυτή την αναστάτωση;» αναλογιζόταν καθώς προχώρησε δύο τρία βήματα. «Μήπως πάλι είναι η τελευταία μου νύκτα αυτή και ο Θεός έδωσε αυτό το σημάδι;» Ξανακοίταξε προς την πολυκατοικία. Το φως γινόταν πιο δυνατό. «Μπορεί να πρόκειται για κάποιο λέιζερ. Μπορεί αυτός που μένει στο διαμέρισμα να δημιουργεί όλο αυτό το θέαμα και ενώ το φως φεύγει από το διαμέρισμα να πιστεύω πως έρχεται από τον ουρανό. Αυτό είναι… Με το κρύο αυτό φαίνεται χάζεψα εντελώς» μονολόγησε ο Μάρκος και επέστρεψε στη θέση του! Άδικα σηκώθηκα, έλεγε. Ξανακάθισε κάτω και τυλίχθηκε με τις κουβέρτες. Ασυναίσθητα έκανε το σταυρό του και έγειρε πίσω το κεφάλι του. «Τρεις ώρες απομένουν θα περάσουν. Πες ότι κάνω γερμανικό νούμερο στο στρατό… Α! ρε μανούλα ευτυχώς που δεν ζεις, να δεις πως κατάντησε ο γιος σου. Βέβαια αν ζούσες θα ήταν όλα διαφορετικά. Δεν νομίζω να κατέληγα ζητιάνος και άστεγος. Πολλά λάθη μάνα έκανα στη ζωή μου. Την κατέστρεψα. Έχασα τα πάντα. Πίστευα πως όλος ο κόσμος γυρίζει γύρω από μένα. Δεν υπολόγιζα τίποτε. Πούλησα και το πατρικό μας. Και εκείνο το χωραφάκι που είχα ενθύμιο από τον πατέρα μου. Εκείνο που έλεγες πως κάποτε βρισκόταν εκεί το ξωκκλήσι της Παναγίας μας. Εκείνο που έκαψαν οι αντάρτες. Κι εκείνο το πούλησα. Τα λεφτά τα ξόδεψα στα ξενύχτια και στα χαρτιά. Δεν σεβάστηκα ούτε την υπόσχεση που σου έδωσα παιδί ακόμη, λίγο μετά το θάνατο του πατέρα μου ότι θα ανοικοδομήσω το σπίτι της Παναγίας και θα ανάβω το καντηλάκι της… Αχ ρε μάννα κι σ’ άκουγα θα είχα οικογένεια με τη Χρυσούλα, που μ’ αγαπούσε αληθινά. Αλλά ήθελα τη μεγάλη ζωή. Και να τώρα έγινα ένα ρεμάλι. Και το περίεργο είναι πως τα βάζω και με το Θεό. Με εκείνον δηλαδή που πολεμούσα γιατί τον έβλεπα εμπόδιο στη ζωή μου… Θυμάσαι που σου έλεγα πόσο ανόητος ήταν ο άσωτος υιός που αν και μπορούσε να περνά ζωή χαρισάμενη κοντά στο σπίτι προτίμησε και εκείνος τη μεγάλη ζωή. Ε! μάννα πολύ πιο ανόητος από εκείνον είναι ο γιος σου. Ακολούθησα τα βήματα του ασώτου. Και να τρώω τώρα τα αποφάγια των άλλων και ζητιανεύω. Ούτε στο χωριό δεν τολμώ να πάω, τέτοιο τομάρι που είμαι». Αυτά συλλογιόταν ο Μάρκος προσπαθώντας να ανταπεξέλθει στην παγωμένη νύχτα. Συνέχεια

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΑΓΑΘΗ (5 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)

«Η αγία Αγάθη ήταν από την πόλη Πάνορμο της Σικελίας, λάμποντας από νεότητα και αγνότητα σώματος και κάλλος ψυχής, ενώ ήταν και πλούσια. Κατά τους χρόνους του βασιλιά Δεκίου, οδηγείται στον ηγεμόνα Κυντιανό. Και κατά πρώτον την έδωσαν σε μία άπιστη πόρνη γυναίκα, για να την μεταστρέψει από την πίστη της στον Χριστό. Επειδή όμως κρατούσε στέρεα την πίστη αυτή και προτιμούσε περισσότερο τον θάνατο με μαρτύριο, την κτύπησαν σκληρά και της έκοψαν τον μαστό, τον οποίο αποκατέστησε υγιή ο πανένδοξος απόστολος Πέτρος. Έπειτα την έσυραν πάνω σε όστρακα και την κατέφλεξαν με φωτιά. Την έριξαν τέλος στη φυλακή, οπότε εκεί παρέδωσε το πνεύμα της στον Θεό. Λέγεται μάλιστα ότι στον τάφο της άγγελος έφερε μία πλάκα, η οποία είχε γραμμένα επάνω τα εξής: «Νους όσιος, αυτοπροαίρετος, τιμή εκ Θεού, και πατρίδος λύτρωσις». Τελείται δε η σύναξή της στο Μαρτύριό της που βρίσκεται στο Τρίκογχο».

Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος της αγίας Αγάθης, βρίσκει την ευκαιρία, στον κανόνα που έγραψε γι’ αυτήν, να τονίσει και πάλι ότι η Εκκλησία μας είναι ντυμένη στα κόκκινα από το αίμα των αγίων μαρτύρων της. Το μαρτυρικό αίμα του κάθε αγίου συνιστά μάλιστα και ένα στολίδι γι’ αυτήν, δείγμα ότι το μαρτύριο αποτελεί τη δόξα της Εκκλησίας. «Ας στολιστεί σήμερα η Εκκλησία  ένδοξο πορφυρικό ένδυμα, που βάφτηκε από τα αγνά αίματα της μάρτυρος Αγάθης» («Στολιζέσθω σήμερον η Εκκλησία πορφυρίδα ένδοξον, καταβαφείσαν εξ αγνών λύτρων Αγάθης της Μάρτυρος»). Και παίρνει την αφορμή για να μας θυμίσει το αυτονόητο: η αγία έδωσε και τη ζωή της για χάρη της πίστης της στον Χριστό, επειδή ακριβώς αγάπησε ολοκληρωτικά Εκείνον και προσπάθησε, γι’ αυτό, να ρυθμίσει την ύπαρξή της με βάση τις άγιες εντολές Του. «Από όλα τα τερπνά και ευχάριστα της ζωής, τον Χριστό διάλεξες, Αγάθη, επειδή θέλχθηκες από τον θεϊκό πόθο» («Απάντων των τερπνών Χριστόν προέκρινας, Αγάθη, θελχθείσα τω θείω πόθω»)∙ «Ρύθμιζες τη ζωή σου, ένδοξη μάρτυς, με βάση τα θεία προστάγματα του Χριστού» («Θείοις προστάγμασι ρυθμιζομένη του Χριστού, ένδοξε»). Συνέχεια

Φαρφάλες με μανιτάρια, μπέικον και τυρί κρέμα

«Η σπεσιαλιτέ μου. Δοκιμάστε τη συνταγή και με άλλα ζυμαρικά και παίξτε με τις δοσολογίες»

ΥΛΙΚΑ
– 1 πακέτο ζυμαρικά φαρφάλες (ή άλλα)
– ¼ κιλού φρέσκα χοντροκομ. μανιτάρια (ή και περισσότερα)
– 4-5 φέτες ψιλοκομ. μπέικον
– 100 γρ. λευκό κρασί (ξηρό)
– 100 γρ. τυρί κρέμα (τύπου Philadelphia)
– 1-2 φρέσκα ψιλοκομ. κρεμμύδια
– 3-4 κουτ. σούπας ψιλοκομ. μαϊντανός
– Ελαιόλαδο
– Αλάτι, πιπέρι

ΕΚΤΕΛΕΣΗ
1. Βράζουμε τις φαρφάλες σε άφθονο αλατισμένο νερό και σύμφωνα με το χρόνο που αναγράφεται στο πακέτο.

2. Όσο ετοιμάζονται τα ζυμαρικά, καθαρίζουμε και κόβουμε τα φρέσκα μανιτάρια σε σχετικά μεγάλα κομμάτια και τα σοτάρουμε -αφού τα αλατοπιπερώσουμε- για 3-4 λεπτά σε λίγο ελαιόλαδο. Όταν μαλακώσουν και πάρουν χρώμα, τα αποσύρουμε με τσιμπίδα από το τηγάνι. Στη συνέχεια, αφού προσθέσουμε ακόμα λίγο ελαιόλαδο, όταν ζεσταθεί σοτάρουμε το μπέικον, το κρεμμύδι και το μαϊντανό, όλα ψιλοκομμένα. Αφήνουμε για πολύ λίγο και σβήνουμε με το κρασί. Όταν εξατμιστεί το αλκοόλ (3-4 λεπτά), προσθέτουμε το τυρί αλλά και μια γερή κουτάλα από το βρασμένο νερό των ζυμαρικών. Μαγειρεύουμε για λίγο, σουρώνουμε παράλληλα τις φαρφάλες σε τρυπητό και όταν η σάλτσα πάρει μια γερή βράση, αδειάζουμε τα ζυμαρικά στο τηγάνι (τμηματικά αν δεν χωρούν). Ανακατεύουμε ώστε τα υγρά να πάνε παντού και σερβίρουμε σε μεγάλα πιάτα.

Χρόνος εκτέλεσης: 30 λεπτά
Μερίδες: 4-5

“Τα «παγκόσμια συνέδρια», τα συμβούλια των «εκκλησιών» και το κατάντημα των ορθοδόξων να συμπροσεύχονται με καταδικασμένους αιρετικούς”

 

 
Συμπροσευχή σε συνεδρίαση του ΠΣΕ στην Κρήτη

Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής ΙΕ΄ Ματθαίου
(Β΄ Κορ. δ΄ 6-15 )
Γράφει ο Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος,
Ιεροκήρυξ Ι. Μ. Δρ. Πωγ. Κονίτσης
e-mail: ioil.konitsa@gmail.com
Για την θαυμαστή ζωή της πίστεως μας κάνει λόγο μεταξύ των άλλων ο Απόστολος.  Μια ζωή λουσμένη, εμπνευσμένη και καθοδηγούμενη από το φως της χάριτος του Χριστού! Και αυτή η ανέκφραστη ζωή, χαρίζει την θαυμαστή γνώση του Θεού η οποία είναι ένας πραγματικός θησαυρός με ανεκτίμητη αξία. Ένας θησαυρός εμπιστευμένος στα οστράκινα σκεύη.

Σ’ εμάς δηλ. τους πήλινους και αδύναμους ανθρώπους. Έτσι λοιπόν βλέπουμε ότι τα θαυμαστά και εκπληκτικά της πίστεώς μας, δεν είναι δικά μας. Δεν προέρχονται από εμάς τους ιδίους, αλλά από την παντοδύναμη χάρη του Τριαδικού Θεού!

Πόσο εναργώς ο παγκόσμιος Απόστολος, υπογραμμίζει την αλήθεια αυτή: «ίνα η υπερβολή της δυνάμεως η του Θεού και μη εξ’ ημών»!
«Υπερβολή δυνάμεως»! Μια φράση που όσοι αρνούνται την αγάπη και τη δύναμη του Θεού, είναι εντελώς αδύνατον να την εννοήσουν και να την αποδεχθούν.
Βεβαίως, στην συνέχεια το κείμενο κατά τρόπο που μας κόβει την ανάσα, καταγράφει το τι περνούσαν οι Άγιοι Απόστολοι για την αγάπη και τη δόξα του Χριστού: «πάντοτε την νέκρωσιν του Κυρίου Ιησού εν τω σώματι περιφέροντες». Μια περιγραφή στην οποία ρίγη συγκινήσεως διαπερνούν την ύπαρξή μας. Όταν μάλιστα συνειδητοποιήσουμε ότι η πραγματικότητα της Αποστολικής ζωής ήταν περισσότερο αγωνιστική και μαρτυρική, απ’ όσα ελάχιστα από ταπείνωση καταγράφει ο Παύλος στους Κορινθίους, τότε αρχίζουμε να εννοούμε κάπως, τι θα πει αγάπη Θεού και πόλεμος εναντίον του εχθρού και των πλανεμένων οργάνων του. Συνέχεια

Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης: ο κανόνας του πνευματικού δεν λύνεται από κανέναν!

 Ο γέροντας ‘Ιάκωβος Τσαλίκης (1991) εξομολόγησε κάποτε μία γερόντισσα και της έβαλε κανόνα νά μην κοινωνήσει για τρία χρόνια.
Γιατί δεν κοινωνάς; τη ρώτησε μία μέρα ο ιερέας της ενορίας της. Μου έβαλε κανόνα ο π. ‘Ιάκωβος, απάντησε
Εκείνη, και του είπε την αιτία. Όχι γιαγιά, μη στενοχωριέσαι. Αυτός είναι αγράμματος καλόγερος.
Εγώ είμαι μορφωμένος και σόι λύνω τον κανόνα. Νά έρθεις την Κυριακή νά σε κοινωνήσω.
Καθώς όμως πλησίασε ή γιαγιά νά μεταλάβει, ένιωσε στο στόμα της την άγία λαβίδα άδεια και κρύα, δεν κατάλαβε τη γεύση της-θείας Κοινωνίας.
Το θαυμαστό γεγονός επαναλήφθηκε άλλες δύο Κυριακές, όπότε ή γυναίκα ανησύχησε και ξαναπήγε στο γέροντα ‘Ιάκωβο. Συνέχεια