Γέροντας Κύριλλος: «Εγώ με τον Θεό δεν τσακώνομαι»

ΑΡΧΙΜΑΔΡΙΤΗΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΓΕΡΑΝΤΩΝΗΣ – ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΣ Ι.Μ. ΟΣΙΟΥ ΔΑΥΙΔ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ
 Οι τελευταίες συνομιλίες του μακαριστού Γέροντος
Σταυροαναστάσιμη υπήρξε ή ζωή του μακαριστού Γέροντος Κυρίλλου με την ολόθερμη αγάπη στον εσταυρωμένο και αναστημένο Ιησού. Πορευόταν τον προσωπικό του Γολγοθά και προσδοκούσε τη χαρά της Αναστάσεως.
Στις δύο επόμενες σύντομες συνομιλίες τού Γέροντος, τις τελευταίες ημέρες της επίγειας βιωτής του, εμφαίνονται οι αρετές πού τον περικοσμούσαν και το αισιόδοξο μήνυμα πού έβγαινε από τα χείλη του:
• Νοσηλευτές του Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών:
– Γέροντα, δεν βλέπουμε να παραπονιέσαι νια τίποτε! Δεν διψάς, δεν πεινάς, δεν πονάς; Από πού αντλείς αυτή τη δύναμη; Ποιος σού δίνει αυτή τη δύναμη;
– Ή Παναγία μας!
– Γέροντα, όλοι μας εδώ στο Νοσοκομείο σας έχουμε αγαπήσει!
– Και εγώ σας αγαπώ. Όλο τον κόσμο αγαπώ μηδενός εξαιρουμένου!
•          Επισκέπτες στο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών:
– Γέροντα, ή πατρίδα μας βιώνει σήμερα μεγάλη κρίση. Τί βλέπετε, θα την ξεπεράσουμε;
– Θα την ξεπεράσουμε, αν μετανοήσουμε! Ό Θεός μας τα έδωσε όλα και εμείς του γυρίσαμε την πλάτη.
– Γέροντα, τί θα απογίνουμε;
– Θα βάλει ό Θεός το χέρι Του.
– Θα μας βοηθήσει ό Θεός, τέτοιοι πού είμαστε;
– Θα βάλει ό Θεός το χέρι του.
– Στις Πράξεις των Αποστόλων αναφέρεται ότι τα χρονικά όρια επιβιώσεως των εθνών ορίζονται από τον Κύριο. Μήπως τα όρια του δικού μας έθνους πλησιάζουν στο τέλος του;
– Υπάρχει ακόμη πίστη. Υπάρχει ευσέβεια. Ή μετάνοια θα μας σώσει.
Χ.Μ.Μ.
Ενώ ή υγεία του έφθινε και έφθασε πολλές φορές ως την πόρτα του θανάτου, όταν τον ρωτούσαμε πώς είναι, αυτός απαντούσε: «Δόξα τω Θεώ, καλά».
Τις δε τελευταίες ημέρες έλεγε: «Δόξα τω Θεώ, πολύ καλά».
Α.Γ.
Όταν οι επισκέπτες τον ρωτούσαν: «Γιατί γέροντα εσείς πού είσθε άνθρωπος αφοσιωμένος στο Θεό υποφέρετε τόσο; αυτός απαντούσε: «Εγώ με τον Θεό δεν τσακώνομαι».
Α.Γ.

Μία διδακτική ιστορία που άλλαξε την ζωή ενός μοναχού

Η ιστορία έχει ως εξής. Ο π. Μελχισεδέκ πριν πάρει το μεγάλο σχήμα, λεγόταν ηγούμενος Μιχαήλ και όπως όλοι οι ιερείς λειτουργούσε στο μοναστήρι. Ήταν ξυλουργός, ικανός και επιμελής. Στους ναούς και στα κελιά των αδελφών υπάρχουν μπαούλα, αναλόγια, σκαλιστά προσκυνητάρια. καθίσματα, ντουλάπες και πολλά άλλα χρηστικά έπιπλα βγαλμένα από τα χέρια του. Δούλευε μάλιστα από νωρίς το πρωί μέχρι την νύχτα, προς μεγάλη χαρά τής διοίκησης της μονής.
Κάποτε, τού έδωσαν ευλογία να εκτελέσει για τη μονή μια μεγάλη ξυλουργική εργασία. Δούλευε αρκετούς μήνες, χωρίς σχεδόν να βγαίνει από το ξυλουργείο. Κι όταν τελείωσε, ένιωσε τόσο άσχημα που, όπως λένε οι αυτόπτες μάρτυρες, σωριάστηκε και έμεινε στον τόπο. Από τις φωνές των ανθρώπων που ήταν μπροστά έτρεξαν αρκετοί μοναχοί, ανάμεσα τους και ο π. Ιωάννης (Κρεστιάνκιν). 0 π. Μιχαήλ δεν έδινε κανένα σημείο ζωής. Όλοι ήταν σκυμμένοι από πάνω του περίλυποι. Ξαφνικά ο π. Ιωάννης είπε:
«Όχι, δεν είναι μακαρίτης. Θα ζήσει ακόμα!». Και άρχισε να προσεύχεται. Ακίνητος, ο ξαπλωμένος μοναχύς, άνοιξε τα μάτια του και ζωντάνεψε. Όλοι αμέσως σκέφτηκαν ότι κάτι τον είχε συνταράξει βαθιά. Αφού σύντομα συνήλθε, ο π. Μιχαήλ άρχισε να εκλιπαρεί να του φωνάξουν τον προεστώτα. Όταν εν τέλει ήρθε ο προεστώς. ο άρρωστος άρχισε με δάκρυα να ζητεί να του δώσουν το μεγάλο σχήμα.
Λένε ότι μόλις άκουσε αυτή την αυθαίρετη επιθυμία τού μοναχού, ο προεστώς τον νουθέτησε με τον δικό του ιδιαίτερο, τραχύ τρόπο, να σοβαρευτεί και να αναρρώσει σύντομα για να επιστρέψει στη δουλειά του, μια και δεν μπόρεσε να πεθάνει στ` αλήθεια. Το επόμενο πρωί όμως. όπως λέει η ίδια μοναστική παράδοση, ο ίδιος ο προεστώς εμφανίστηκε στο κελί του π. Μιχαήλ απρόσκλητος και τού ανακοίνωσε, εμφανώς συγκλονισμένος, ότι θα λάβει σύντομα το μεγάλο σχήμα.
Αυτή η συμπεριφορά δεν ήταν καθoλου συνηθισμένη για τον τρομερό π. Γαβριήλ και προκάλεσε στην αδελφότητα ίδια έκπληξη με την ανάσταση του κεκοιμημένου. Στο μοναστήρι κυκλοφορούσε η φήμη ότι είχε εμφανιστεί το βράδυ στον προεστώτα ο άγιος προστάτης της Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ, Ιερομάρτυρας Ηγούμενος Κορνήλιος (τον οποίο είχε αποκεφαλίσει με το ίδιο του το χέρι ο Ιβάν ο Τρομερός τον 16° αιώνα) και διέταξε αυστηρά τον προεστώτα να εκπληρώσει χωρίς καθυστέρηση την παράκληση του μοναχού που είχε επιστρέψει από τον άλλο κόσμο.
Αυτό όμως. ξαναλέω, ήταν μια φήμη που κυκλοφορούσε. Όπως και να χει πάντως, σύντομα ο π. Μιχαήλ πήρε το μεγάλο σχήμα και μετονομάστηκε σε Μελχισεδέκ.
Ο γέροντας προεστώς έδωσε στο νέο μεγαλόσχημο το πολύ σπάνιο αυτό όνομα, προς τιμήν ενός αρχαίου και μυστηριώδους βιβλικού προφήτη. Για ποιο λόγο ο προεστώς τον ονόμασε ειδικά έτσι, παραμένει επίσης ένα μεγάλο μυστήριο, δεδομένου ότι ο ίδιος ο π. Γαβριήλ, τόσο κατά την κουρά, όσο και στα χρόνια που ακολούθησαν, δεν μπόρεσε ούτε μία φορά να προφέρει σωστά το πανάρχαιο όνομα -όσο κι αν πάλευε, το διαστρέβλωνε ανηλεώς. Και εξαιτίας αυτού, μάλιστα, του χάλαγε κάθε φορά η διάθεση, τόσο που εμείς οι δόκιμοι φοβόμασταν μη μας έρθει καμιά αδέσποτη…
Στο μοναστήρι ήξεραν ότι όση ώρα ήταν ο π. Μελχισεδέκ νεκρός, έζησε κάποια εμπειρία που τον επανέφερε στη ζωή άλλον άνθρωπο. Σε μερικούς κοντινούς του συνασκητές και πνευματικά παιδιά είχε διηγηθεί τι έζησε τότε. Αλλά ακόμα και οι απηχήσεις αυτής της διήγησης ήταν υπερβολικά ασυνήθιστες. Γι’ αυτό και, τόσο εγώ, όσο και οι φίλοι μου, θέλαμε να μάθουμε το μυστικό από τον ίδιο τον π. Μελχισεδέκ.
Και να που εκείνη τη νύχτα στο ναό του Αγίου Λαζάρου, πήρα το θάρρος πρώτη φορά να απευθυνθώ στον μεγαλόσχημο ηγούμενο και να τον ρωτήσω ακριβώς αυτό: τι είδε εκεί απ’ όπου συνήθως κανείς δεν επιστρέφει;
Ο π. Μελχισεδέκ άκουσε την ερώτηση μου κι έσκυψε το κεφάλι μπροστά στην Ωραία Πύλη σιωπηλός για πολλή ώρα. Εγώ κοκάλωσα. Μετάνιωνα που το θράσος μου με έσπρωξε να κάνω κάτι τόσο ασυγχώρητο. Στο τέλος όμως. ο μεγαλόσχημος μοναχός, με την αδύναμη από την αχρησία φωνή του, άρχισε να μιλάει.
Διηγήθηκε ότι είδε τον εαυτό του στη μέση ενός τεράστιου πράσινου χωραφιού.
Περπάτησε στο χωράφι χωρίς να ξέρει για πού, μέχρι που του έκλεισε τον δρόμο ένα τεράστιο χαντάκι. Εκεί. μέσα σε λάσπες και χώματα, είδε πλήθος μπαούλα, αναλόγια, προσκυνητάρια. Και υπήρχαν και χαλασμένα τραπέζια, σπασμένες καρέκλες, ντουλάπια. Ο μοναχός έριξε μια ματιά και διαπίστωσε έντρομος ότι ήταν τα αντικείμενα που είχε φτιάξει με τα ίδια του τα χέρια. Στεκόταν με δέος μπροστά στους καρπούς της μοναστικής του ζωής. Και ξαφνικά, ένιωσε κάποιον δίπλα του. Σήκωσε τα μάτια και είδε την Παναγία. Κοίταζε κι αυτή μελαγχολικά τις πολυετείς εργασίες του καλόγερου.
Μετά του είπε:
«Εσύ είσαι μοναχός. Περιμέναμε από σένα τα σημαντικότερα: μετάνοια και προσευχή. Και εσύ έφερες μόνο αυτό…».
Το όραμα εξαφανίστηκε. 0 πεθαμένος ξύπνησε πάλι στο μοναστήρι.
Μετά από αυτό το περιστατικό, ο π. Μελχισεδέκ μεταμορφώθηκε ολοκληρωτικά. Κύριος σκοπός τής ζωής του έγινε αυτό που του είπε η Υπεραγία Θεοτόκος: μετάνοια και προσευχή. Και οι καρποί των πνευματικών του εργασιών δεν άργησαν να φανερωθούν στη βαθιά του ταπεινοφροσύνη, στα δάκρυα για τις αμαρτίες του. στην ειλικρινή αγάπη του για όλους, στην πλήρη αυταπάρνηση και στα ασκητικά κατορθώματα του, που ξεπερνούσαν τα ανθρώπινα μέτρα. Και κατόπιν, στη σπουδαία του διορατικότητα και στην ενεργή βοήθεια που προσέφερε στους ανθρώπους με την προσευχή του.
Εμείς οι δόκιμοι, βλέποντας πώς ασκούνταν, πλήρως αποξενωμένος από τον κόσμο σε αόρατες και ασύλληπτες για μας πνευματικές μάχες, τολμούσαμε να του απευθυνόμαστε μόνο στις πιο εξαιρετικές περιπτώσεις. Κι επιπλέον τον φοβόμασταν και λιγάκι: στο μοναστήρι ήξεραν ότι ο π. Μελχισεδέκ ήταν πολύ αυστηρός ως πνευματικός. Και είχε αυτό το δικαίωμα. Η σθεναρή απαιτητικότητά του για καθαρότητα της ψυχής του κάθε χριστιανού τρεφόταν μόνο από τη μεγάλη του αγάπη για τους ανθρώπους, τη βαθιά γνώση των κανόνων τού πνευματικού κόσμου και τη συνειδητοποίηση τού πόσο απαραίτητη για τον άνθρωπο είναι η αδιάλλακτη πάλη με τις αμαρτίες.
Αυτός ο μεγαλόσχημος μοναχός ζούσε στον δικό του ύψιστο κόσμο, όπου δεν ανέχονται τους συμβιβασμούς. Και όταν ύμως ο π. Μελχισεδέκ έδινε απαντήσεις, τότε αυτές ήταν εντελώς ασυνήθιστες και σαν γεννημένες από κάποια ιδιαίτερη, πηγαία δύναμη.
Κάποτε, στο μοναστήρι, έπεσε πάνω μου μια χιονοστιβάδα άδικων και σκληρών, όπως μου φαίνονταν, δοκιμασιών. Και αποφάσισα τότε να πάω να συμβουλευτώ τον πιο αυστηρό μοναχό της μονής, τον μεγαλόσχημο ηγούμενο Μελχισεδέκ.
Χτύπησα την πόρτα κι έπειτα από το καθιερωμένο «δι’ ευχών», βγήκε στο κατώφλι τού κελιού ο π. Μελχισεδέκ. Ήταν με τον μοναχικό του μανδύα και το μεγάλο σχήμα -τον πέτυχα ενώ έκανε τον κανύνα τού μεγάλου σχήματος.
Του ανακοίνωσα τις δυσκολίες και τα άλυτα προβλήματα μου. Ο π. Μελχισεδέκ στεκόταν μπροστά μου ακίνητος και άκουγε προσεκτικά τα πάντα, με σκυμμένο το κεφάλι ως συνήθως. Κατόπιν, σήκωσε το βλέμμα του κι έβαλε έξαφνα τα κλάματα…
«Αδερφέ!», είπε με ανείπωτο πόνο και πικρία. «Τι με ρωτάς; Εγώ ο ίδιος χάνομαι!».
0 μεγαλόσχημος γέροντας, εκείνος ο μεγαλειώδης ασκητής με την άγια ζωή, στεκόταν μπροστά μου και έκλαιγε με ειλικρινή θλίψη, ως ο χειρότερος και αμαρτωλότερος άνθρωπος πάνω στη γη! Κι άρχισα να καταλαβαίνω με όλο και περισσότερη σαφήνεια και χαρά ότι η πλειοψηφία των προβλημάτων μου. μαζί με τις δυσκολίες μου, δεν άξιζαν μία!
Και όχι μόνο αυτό, αλλά και τα ίδια τα προβληματα εξορίστηκαν την ίδια στιγμή από την ψυχή μου με τρόπο χειροπιαστό. Δεν είχα πλέον ανάγκη να ρωτήσω ή να ζητήσω
κάτι από τον γέροντα. Έκανε για μένα ότι μπορούσε. Χαιρέτισα με ευγνωμοσύνη και έφυγα.
Όλα όσα μάς τυχαίνουν -τα απλά και τα σύνθετα, τα μικρά ανθρώπινα προβλήματα και το ταξίδι προς τον Θεό τα μυστικά τού τωρινοί) και του μελλοντικού αιώνα- όλα επιλύονται μόνο με ανεξήγητη, ακατανόητα υπέροχη και ισχυρή ταπεινοφροσύνη. Και ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνουμε την αλήθεια και το νόημα της. ακόμα κι αν αποδεικνυόμαστε ανίκανοι γι` αυτή τη μυστηριώδη και παντοδύναμη αρετή, αυτή μάς αποκαλύπτεται απύ μόνη της ταπεινά, μέσα από τέτοιους καταπληκτικούς ανθρώπους, που μπορούν να τη δεξιώνονται.
από το βιβλίο: «Σχεδόν Άγιοι»
π Τύχων Σεβκούνωφ

Η Διαθήκη μιας Μάνας

Αυτή είναι η χειρόγραφη διαθήκη μιας μητέρας, που κοιμήθηκε στα 90 της χρόνια. Η γυναίκα αυτή είχε 4 κόρες, 1 γυιό και 15 εγγόνια. Πεθαίνοντας, δεν τους άφησε παρά μόνο την διαθήκη της, ανορθόγραφη και κακογραμμένη, πλούσια όμως σε πνευματικό περιεχόμενο:
– Αγαπημένα μου παιδιά, (και τους αναφέρει έναν έναν, τα παιδιά της, τους γαμπρούς, την νύφη και όλα τα εγγονάκια, 25 ονόματα). Σας φιλώ και σας αποχαιρετώ. Αυτό το γράμμα θα το ανοίξετε και θα το διαβάσετε μετά τον θάνατό μου…
Η πρώτη σας δουλειά, μόλις σηκωθήτε το πρωί, είναι να πλυθήτε, να ανάψετε το καντηλάκι σας και να θυμιάσετε όλο το σπίτι. Κατόπιν θα κάνετε την προσευχή σας, όπως σας την έμαθα από τον Συνέκδημο. Το ίδιο θα κάμουν -αν θέλουν- και οι άνδρες σας και η νύφη μου και όλα τα εγγονάκια μου. Κι ύστερα όλοι στις δουλειές σας. Μόνο έτσι θα σκεπάζει και θα ευλογή ο Θεός και την δουλειά και την οικογένειά σας.

 

Κάθε Κυριακή πρωί όλοι σας στην Εκκλησία, το ίδιο και κάθε μεγάλη γιορτή. Κάθε βράδυ, μικροί-μεγάλοι, πριν από τον ύπνο θα διαβάζετε το Απόδειπνο, τους Χαιρετισμούς, την Καινή Διαθήκη, το Ψαλτήρι και την «Αμαρτωλών Σωτηρία».
Μην ξεχνάτε και τις νηστείες, να τις κρατάτε όλες, όπως σας τις βαστούσα κι εγώ, από 6 χρονών και μετά. Όλα αυτά, αγαπημένα μου παιδιά και εγγόνια, όταν θα τα κρατάτε, θα είναι σαν να μου ανάβετε κάθε μέρα ένα κεράκι. Θα είναι για μένα το καλύτερο καθημερινό μνημόσυνο.
Να τηρήτε τα θρησκευτικά έθιμα της πατρίδας μας και να ακολουθήτε τα ουράνια, γιατί όλα τα εγκόσμια είναι πρόσκαιρα και μάταια. Τα καλά έργα και τις κρυφές ελεημοσύνες θα τα έχετε στην αιωνιότητα. Όλα τα άλλα σαν όνειρο θα σβήσουν.
Μαζί σας δεν θα πάρετε τίποτε, ούτε πλούτη, ούτε δόξες, ούτε σπίτια. Μόνο τα καλά σας έργα και την υπομονή.
Να έχετε την ευχή μου και να είστε αγαπημένοι, πρώτα μεταξύ σας ως αδέλφια και ύστερα με τις οικογένειές σας, αλλά και με τους συγγενείς και με τους γείτονες και με τον κόσμο όλο.
Όσο μπορείτε καλά έργα να κάμετε και από την Εκκλησία να μη λείπετε. Κι αυτούς που θέλουν το κακό σας, να τους συγχωράτε. Αυτά θα μείνουν κι εδώ κάτω στην γη και στον ουρανό. Όσα χρόνια κι αν ζήσουμε, θα είναι σαν χθες. Γι’ αυτό έργα καλά και κρυφά. Αδικίες και ψέματα σε κανέναν, ούτε και στον εχθρό σας.
Την Εκκλησία και τον καλό Πνευματικό να μην αφήσετε.
Όλα αυτά θα τα διαβάζετε όλοι σας και μπροστά στα παιδιά σας, κάθε φορά που θα συμπληρώνεται χρόνος από τον θάνατό μου, μετά από το Τρισάγιο που θα κάνετε. Αυτό θα είναι και το μνημόσυνό μου.
Σας δίνω την ευχή μου, σας φιλώ, σας αποχαιρετώ και καλήν αντάμωση στον Παράδεισο.
Η μάνα σας και η γιαγιά σας.

17 ωφέλιμες τροφές για την υγεία της καρδιάς

 

 Κλεοπάτρα Ζουμπουρλή, μορ. Βιολόγος

1.ΦΡΕΣΚΑ ΒΟΤΑΝΑ

 Τα φρέσκα βότανα προσφέρουν γεύση και άρωμα στο φαγητό μας και με τη χρήση τους μπορούμε να αντικαταστήσουμε μέρος του αλατιού και του λίπους  που θα χρησιμοποιούσαμε κατά το μαγείρεμα. Το δενδρολίβανο, το φασκόμηλο, το  θυμάρι και η ρίγανη περιέχουν πολύτιμα για την υγεία της καρδιάς αντιοξειδωτικά.

2.ΜΑΥΡΑ ΦΑΣΟΛΙΑ

 Τα μαύρα φασόλια είναι πλούσια σε ευεργετικά συστατικά όπως  φολικό οξύ, αντιοξειδωτικά,  μαγνήσιο το οποίο βοηθά στη μείωση της αρτηριακής πίεσης και ίνες που βοηθούν στη ρύθμιση της χοληστερίνης και των επιπέδων σακχάρου στο αίμα.
TIP: τα κονσερβοποιημένα μαύρα φασόλια μπορούν να προσφέρουν νοστιμιά σε σούπες και σαλάτες. Ξεπλύνετε με νερό για να απομακρυνθεί το επιπλέον αλάτι. Συνέχεια

Λουκουμάδες

Υλικά:
1/2 κιλό αλεύρι που φουσκώνει μόνο του
1/2 κρασοποτηρο χυμό λεμονιού
1/2 κρασοπότηρο χυμό πορτοκαλιού
λίγο αλάτι
1 1/2 φλιτζάνι νερό

Για το σιρόπι
4 φλιτζάνια ζάχαρη
2 φλιτζάνια νερό
2 κουταλιές της σούπας μέλι
1 ξύλο κανέλα

Εκτέλεση:
Ετοιμάζουμε πρώτα το σιρόπι.
Το βράζουμε για 10 λεπτά και το αφήνουμε να κρυώσει.
Σε μια λεκάνη ανακατεύουμε το αλεύρι με το αλάτι, προσθέτουμε τους χυμούς και το νερό, και ανακατεύουμε ώσπου να γίνει ένας παχύρευστος χυλός.
Καίμε σε βαθιά κατσαρόλα λάδι.
Βουτάμε την αριστερή παλάμη στον χυλό και με βρεγμένο κάθε φορά κουταλάκι του γλυκού παίρνουμε όσο χυλό βγαίνει από τον αντίχειρα και τον δείκτη,
όταν κλείνουμε την παλάμη σε γροθιά.
Ρίχνουμε στο καυτό λάδι.
Τηγανίζουμε τους λουκουμάδες ώσπου να ροδίσουν.
Τους βγάζουμε πάλι με τρυπητή κουτάλα και τους σερβίρουμε στα πιάτα.
Από πάνω ρίχνουμε, αν θέλουμε, κανέλα και καρυδόψιχα τριμμένη.