Ιερομάρτυς Χρυσόστομος Μητροπολίτης Σμύρνης

Στα χρόνια που ζούμε έχουμε ιερή υποχρέωση «να θυμόμαστε και να θυμίζουμε». Λαός που δεν γνωρίζει την ιστορία του και την ξεχνάει, χάνει το ιστορικό του υπόβαθρο, κλονίζονται τα θεμέλιά του και πάει με τον καιρό να έχει συνέχεια με τις ιστορικές του ρίζες. Η πρόσφατη ιστορία μας είναι βαμμένη με αίμα αθώων και μαρτύρων. Η καταστροφή της Σμύρνης ήταν το αποκορύφωμα της Μικρασιατικής Καταστροφής. Δεν ήταν απλός συνωστισμός στο λιμάνι. Ήταν η εναγώνια κραυγή του λαού που έβλεπε τον αφανισμό του. Ο ιερομάρτυρας Χρυσόστομος ήταν το βασικό πρόσωπο του σύγχρονου αυτού δράματος. Στο ολοήμερο ραδιοφωνικό μας αφιέρωμα στις 31 Αυγούστου θα θυμηθούμε τον Άγιο Χρυσόστομο Σμύρνης. Στο παρακάτω εκτενές κείμενο  θα μάθουμε στοιχεία για τη ζωή, το έργο και το φρικτό μαρτύριό του…
Τα πρώτα χρόνιαΟ Χρυσόστομος γεννήθηκε το 1867 στην κωμόπολη Τρίγλια της Προποντίδος κοντά στα Μουδανιά εκεί όπου στις 30 Σεπτεμβρίου 1922 υπογράφτηκε η ομώνυμη επαίσχυντη ανακωχή, η οποία επεσφράγιζε τη μεγαλύτερη ιστορική τραγωδία του Ελληνισμού: εγκατάλειψη της Μ. Ασίας και της Ανατ. Θράκης. Γονείς του Χρυσοστόμου ήσαν ο Νικόλαος Καλαφάτης και η Καλλιόπη Λεμωνίδου. Το ζεύγος απέκτησε 8 παιδιά, 4 αγόρια και 4 κορίτσια. Από τ’ αγόρια επέζησαν ο πρωτότοκος Ευγένιος (γεννήθηκε το 1865) και ο Χρυσόστομος.

Ο Ευγένιος συμπαραστάθηκε στον νεώτερο αδελφό του σ’ όλη τη διάρκεια του πολυτάραχου βίου του και τελικά τον ακολούθησε έως το μαρτύριο. Ο Νικόλαος Καλαφάτης είχε γνώση του οθωμανικού δικαίου και αντιπροσώπευε τους συμπολίτες του στα τουρκικά δικαστήρια. Αγαπούσε ακόμη την εκκλησιαστική μουσική και είχε ανάμιξη στα κοινά και γι’ αυτό εξελέγετο δημογέροντας. Η σύζυγός του Καλλιόπη ήταν μια ευλαβής γυναίκα. Αυτή έταξε τον Χρυσόστομο στην Παναγία την ημέρα των Φώτων του 1868, όταν είχε επισκεφθεί την Τρίγλια ο Μητροπολιτης Προύσας.Το ζεύγος Καλαφάτη, παρά την μέτρια οικονομική του κατάσταση, ανέθρεψε με επιμέλεια τα παιδιά του. Πρώτοι δάσκαλοι του Χρυσοστόμου στην Τρίγλια ήσαν ο αρχιμανδρίτης και μετέπειτα μητροπολίτης Ιωαννίκιος για τα εκκλησιαστικά, ο Γαζής για τα ελληνικά, ο Χριστόφορος Μουμουζής για τα τουρκικά, ο Νικόλαος Χατζηχρυσάφης για τα γαλλικά και ο Παπα-Θεοδόσης για την εκκλησιαστική μουσική. Ο βιογράφος του Σπυρίδων Λοβέρδος μας δίνει το ακόλουθο πορτραίτο του Χρυσοστόμου ως μαθητού: «Αγχίνους, τολμηρός, φιλόπρωτος, ενθουσιώδης, φιλότιμος, οξύς, επίμονος, φίλαλος (…). Πάντοτε επέσυρε την αγάπη των διδασκάλων του, οίτινες προθύμως παρέβλεπον τας εξ αγαθής προθέσεως και ευθείας συνειδήσεως παρεκτροπάς του»(2).

Ενωρίτατα ο Χρυσόστομος εξεδήλωσε τη διάθεση να γίνει κληρικός. Ο πατέρας του πώλησε το πατρκό κτήμα της συζύγου του, για να τον στείλει «εσωτερικόν» στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης (το δικό του πατρικό κτήμα το είχε πωλήσει για να στείλει τον πρωτότοκο Ευγένιο στη Μεγάλη του Γένους Σχολή). Ο Χρυσόστομος έφθασε στη Χάλκη το 1884. Εκεί, όπως λέγει ο ίδιος, «εποτίσθη το άδολον γάλα της θεοσεβείας και τον γλυκύν χυμόν της γνώσεως». Διδάσκαλοί του στη Σχολή υπήρξαν ο διευθυντής Γερμανός Γρηγοράς, ο Φιλάρετος Βαφείδης, μετέπειτα μητροπολίτης Διδυμοτείχου, ο Μιχαήλ Κλεόβουλος, μετέπειτα μητροπολίτης Σάρδεων, ο Απόστολος Χριστοδούλου, μετέπειτα μητροπολίτης Σερρών, ο Ευμένιος Ξηρουδάκης, αργότερα μητροπολίτης Κρήτης, και άλλοι. Κοντά στους εμπνευσμένους αυτούς διδασκάλους ο Χρυσόστομος ενωτίσθη όχι μόνο τα θεία ρήματα της θρησκείας μας αλλά και τη διαχρονικότητα και υπερχρονικότητα του ελληνικού πνεύματος, του υπό δουλείαν ζώντος, δρώντος και ζωοποιούντος. Όπως έλεγε αργότερα από του άμβωνος ο ίδιος, «το ελληνικόν πνεύμα ελαξεύθη εις το μάρμαρον, εσμιλεύθη εις τους θριγκούς των ναών, εχαράχθη εις τον πάπυρον, έλαμψεν εις τας δέλτους της Ιστορίας, εκράτησε τας επάλξεις του πολιτισμού, περιεσώθη διά της παραδόσεως και κρύπτεται ακόμη εις τα σπλάγχνα της γης αναμένον την σκαπάνην του αρχαιολόγου».