«Ο Θεός δεν κάνει κακό σε κανέναν» (Πραγματικό γεγονός).

Ηταν ένα απλό ζεστό καλοκαιρινό πρωινό. Ο ήλιος λαμπρός, «έστεκε» κιόλας ψηλά, ρίχνοντας τις ακτίνες του και ζεσταίνοντας τα σπίτια, τις αυλές, την πλάση. Τα ωδικά πουλιά κελαηδούσαν όλο χάρη κι έμοιαζε σα να δοξολογούσαν το Θεο για το ηλιόλουστο εκείνο πρωινό. Οι άνθρωποι, βιαστικοί, είχαν ξεχυθεί στους φαρδείς δρόμους της πόλης, για να πάνε στις δουλειές τους, ενώ το δροσερό αεράκι, σαν μια απαλή αύρα, δρόσιζε τα πρόσωπα και ανακούφιζε το σώμα από τη ζέστη. Ολα στη μεγάλη πόλη ήταν απλά, οικεία, καθημερινά. Ολα έμοιαζαν να είναι ίδια, όπως και την προηγούμενη μέρα.
Εκείνο το πρωινό υποσχόταν πως θα ήταν μια υπέροχη ημέρα. Τίποτα δεν προϊδέαζε για το τι θα γινόταν. Κανένα σημάδι δεν υπήρχε που να φανέρωνε πως η ημέρα δε θα κυλούσε μέσα στη σφαίρα της απλής τυπικής καθημερινότητας των ανθρώπων.
Για το σπίτι της κυρίας Βαρβάρας η ημέρα εκείνη ήταν ιδιαίτερη. Εμελλε να γινόταν ξεχωριστή… Η κυρία Βαρβάρα, μητέρα τριών κοριτσιών, ήταν ιδιαίτερα χαρούμενη. Σε ένα μήνα ακριβώς θα πάντρευε τη μια της κόρη. Το κλίμα που επικρατούσε στο σπίτι ήταν γιορτινό.

 Η μητέρα με τις δυο της κόρες συζητούσαν για τις χαρές του γάμου. Οι κοπέλλες είχαν αποφασίσει να πάνε το επόμενο πρωινό να αγοράσουν τα κατάλληλα ενδύματα για τη μεγάλη μέρα. Γελια και χαρούμενες φωνές ηχούσαν στο σπίτι… Η δεύτερη κόρη, η Ελπίδα, θα πήγαινε στο Πανεπιστήμιο και το μεσημέρι θα γύριζε στο σπίτι, για να οργανώσουν το πρόγραμμα των αγορών… Συνέχεια