Ο αιώνιος αδελφός μου

 

 

… Σχετικά με την προσευχή «Πάτερ ημών». Μία κυρία στο Παρίσι πριν από λίγα χρόνια μου έλεγε ότι δεν τολμούσε να απαγγείλει την προσευχή αυτή μετά τα λόγια «ελθέτω η Βασιλεία Σου». Αυτή τόσο φοβόταν, ώστε, αν έντιμα έλεγε στον Θεό, «γεννηθήτω το θέλημά Σου», τότε ώφειλε να δεχθεί «όλα όσα συμβαίνουν στη ζωή» με την ετοιμότητα να τα υπομένει χωρίς γογγυσμό, χωρίς μικροψυχία και τα παρόμοια. Πρόσφατα ένα άλλο πλάσμα μου έλεγε ακριβώς τα ίδια λόγια με σένα, σχετικά με το «και άφες ημίν … ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Ο ίδιος όμως θεωρώ ότι, αν εμείς λέγαμε μόνο τις δύο πρώτες λέξεις της προσευχής αυτής, δηλαδή Πάτερ ημών, αντιλαμβανόμενοι το βαθύ τους νόημα, τότε όλη μας η ζωή σε όλα τα επίπεδα και τις εκδηλώσεις της θα άλλαζε ριζικά. Αν εγώ είμαι υιός του ανάρχου Πατρός, σημείνει ότι βρίσκομαι έξω από την εξουσία του θανάτου, σημαίνει ότι δεν είμαι δούλος αλλά κύριος, κατ’ εικόνα της κυριότητος του ίδιου του Θεού, σημαίνει ότι αυθεντικά είμαι ελεύθερος με τη μοναδική αληθινή έννοια της ελευθερίας. Παραμένοντας σε τέτοια κατάσταση, ο άνθρωπος δέχεται κάθε άλλον συνάνθρωπό του ως υιόν αναστάσεως και παύει πλέον αυτός να είναι για μένα «μηδαμινός» ή «ξένος», αλλά είναι ο αιώνιος αδελφός μου. Πώς μπορώ να φονεύσω τέτοιον αδελφό; Αλλά μαζί του ούτως ή άλλως συναντιέμαι στην αιωνιότητα, έξω από την οποία είναι αδιανόητη η ύπαρξη ακόμη και του ίδιου του χρόνου. Ή όπως έλεγε ο Γέροντας Σιλουανός, «ο αδελφός μου είναι η ζωή μου». Σε τέτοια κατάσταση ο άνθρωπος εύκολα και με φυσικό τρόπο συγχωρεί όλα σε όλους, και πραγματικά αγαπά τους εχθρούς του. Αλλά την αληθινή αυτή ευαγγελική κατάσταση κατορθώνουν μόνο όσοι πραγματικά πιστεύουν. Η προσευχή που απορρέει από τέτοια παιδική πίστη αμεσότητας αποκαλύπτει στον άνθρωπο άλλους ορίζοντες, μπροστά στους οποίους όλα τα υπόλοιπα στερούνται νοήματος …
Επιστολή 38, Αρχιμανδρίτου ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ, ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ, Μετάφρασις από τα ρωσικά Αρχιμ. Ζαχαρία, Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας, 2009

Ο άντρας και η πεταλούδα

Ένας άνδρας κάποτε
Βρήκε το κουκούλι μιας πεταλούδας.
Μια μέρα εμφανίστηκε ένα μικρό άνοιγμα.
Κάθισε και παρακολουθούσε την πεταλούδα

Για αρκετές ώρες
Καθώς εκείνη προσπαθούσε να περάσει το σώμα της
Μέσα από το μικρό άνοιγμα.
Ύστερα, η πεταλούδα  σταμάτησε.
Ήταν φανερό πως δεν μπορούσε να προχωρήσει άλλο.
Έτσι ο άνδρας αποφάσισε να βοηθήσει την πεταλούδα.
Πήρε ένα ψαλίδι και έκοψε τα κομμάτια από το κουκούλι.
Η πεταλούδα βγήκε εύκολα
Αλλά είχε πρησμένο σώμα και καχεκτικά φτερά.
Ο άνδρας συνέχισε να την παρακολουθεί, περιμένοντας
Ότι όπου να ‘ναι τα φτερά της θα μεγαλώσουν

Και θα απλωθούν αρκετά για να στηρίξουν το σώμα.
Τίποτα δεν έγινε.
Στην πραγματικότητα, η πεταλούδα πέρασε την υπόλοιπη ζωή της
Μπουσουλώντας εδώ κι εκεί
Δίχως ποτέ της να μπορέσει να πετάξει.
Εκείνο που δεν κατάλαβε ο άνδρας μέσα στην καλοσύνη και τη βιασύνη του ήταν αυτό:
Το κουκούλι που αντιστεκόταν
Και η προσπάθεια που χρειαζόταν από την πεταλούδα να περάσει μέσα από το άνοιγμα
Ήταν ο μόνος τρόπος να πιέσει το υγρό από το σώμα μέσα στα φτερά
Ώστε αυτά να είναι έτοιμα για να πετάξουν όταν θα το κατάφερνε αυτό.
Μερικές φορές οι προσπάθειες είναι ακριβώς αυτό που χρειαζόμαστε στη ζωή μας.
Περνώντας μέσα από τη ζωή δίχως εμπόδια να μας ταλαιπωρούν
Δεν θα ήμασταν τόσο δυνατοί όσο θα έπρεπε και δεν θα πετούσαμε ποτέ.