Mύθος ή θαύμα η “μεταμόσχευση του μαύρου ποδιού” από τους Αγ.Κοσμά και Δαμιανού;

του κ.Αθανασίου Β. Αβραμίδη, Καρδιολόγου – Καθηγητή Παθολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Πολλά προβλήματα έχουν δημιουργηθεί κατά καιρούς…»[1], ώστε να προκύπτουν αμφισβητήσεις για τον χαρακτηρισμό ενός γεγονότος ως θαύματος. Ενίοτε μάλιστα, χωρίς καν την πραγματική ύπαρξη εξ αντικειμένου του κάποιου γεγονότος. Αλλά και χωρίς να μαρτυρείται καταλλήλως και επαρκώς. Ένα δε από αυτά είναι το της «μεταμοσχεύσεως του μαύρου ποδιού», το εκ παραδόσεως αποδιδόμενο στους αγίους ιατρούς Κοσμά και Δαμιανό. Παρακαλώ δε να μη θεωρηθεί ως ασέβεια εκ μέρους μου προς τους αγίους η ενασχόληση μου με αυτό το θέμα.

Α’

Στο βιβλίο Εκκλησία και Μεταμοσχεύσεις της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ι.Σ.Ε.Ε.), με πρόεδρο και τότε της Επιτροπής Βιοηθικής της Ι.Σ.Ε.Ε. τον τότε Αρχιμανδρίτη και νυν Μητροπολίτη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικόλαο Χατζηνικολάου, υπάρχει στο εξώφυλλο η εικόνα των αγίων Κοσμά και Δαμιανού, οι οποίοι προβαίνουν στη μεταμόσχευση του «μαύρου ποδιού» σε ένα λευκό ασθενή. Συνέχεια

Η κόρη του Χότζα.Μία Πραγματική ιστορία με κρυπτοχριστιανούς.

   Όλη τη μέρα γύριζε ανάμεσα στα δεμένα καράβια. Κατέβαινε στο λιμάνι κι έφευγε το μεσημέρι. Πάλι τ’ απόγιομα για να αποτραβηχτεί το δειλινό. Την άλλη μέρα πάλι το ίδιο. Μόνο σαν είχε κάποια δουλειά ή τις ώρες που ήταν στο τζαμί έλειπε απ’ την προκυμαία. Τον υπόλοιπο καιρό ήταν συνεπής στο δρομολόγιό του.

«Τι θέλεις χότζα  στο λιμάνι;» Τον ρώτησε κάποιος.

«Μιλώ με τα καράβια», αποκρίθηκε. «Φέρνουν μηνύματα απ’ όλο τον ντουνιά».

Ήταν και μέρες που δεν φαινότανε καθόλου. Τότε όλοι καταλάβαιναν. Ο χότζας είναι άρρωστος. Κάτι έλειπε απ’ το λιμάνι της Τραπεζούντας.

Οι κινήσεις του κάθε φορά ήταν οι ίδιες. Είχαν μια στερεότυπη επανάληψη. Στην αρχή κοιτούσε από μακριά όλα τα πλοία. Λες κι ήθελε να τα χωρέσει όλα η ματιά του. Ύστερα, σκυφτός, με τα χέρια πίσω, σεργιάνιζε απ’ τη μια άκρη ίσαμε την άλλη. Σε κάθε πλεούμενο στεκότανε προς στιγμή, σαν να το καλημέριζε. Μετά προχωρούσε στο άλλο. Αν σε κάποιο δούλευε το τσούρμο, φόρτωνε, ξεφόρτωνε, μερεμέτιζε, έμενε πιο πολύ παρατηρώντας την κάθε εργασία. Οι ντόπιοι τον ήξεραν και δεν τους πείραζε. Οι άλλοι έδειχναν την ενόχλησή τους. μερικοί, οι πιο νευρικοί, τον έδιωχναν. Τότε κατέβαζε το κεφάλι και για πολλή ώρα ήταν φαρμακωμένος. Εκείνες τις στιγμές μέτραγε τους φίλους του, που άρχιζαν τ’ αστεία για να τον κάνουν να ξεχάσει. Να του πάρουν την πίκρα. Συνέχεια