Ο Θεός θέλει να είμεθα……………


Ο Θεός θέλει να είμεθα
στην καθημερινή μας ζωή
 τέτοιοι, ώστε να μας
 αγαπούν οι άλλοι
 και να μας νοιώθουν ευχάριστους.
 Να μπορούν να επικοινωνούν μαζί μας,
να πουν τη χαρά τους,
τη λύπη τους, τα προβλήματά τους.
Να νοιώθουν ότι είμαστε καρδιές
που ζούμε κοντά η μία στην άλλη
και μπορούμε να βοηθούμε ο ένας τον άλλον.

Γεροντας Αιμιλιανος Βαφειδης

Μπορούμε αυτό το καταφύγιο να το βρούμε και στο σπίτι μας. (Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου)

«Και ο Κύριος έγινε καταφύγιο για τον φτωχό,   βοηθός στην κατάλληλη στιγμή των θλίψεων» (Ψαλμ. 9, 10).

Αυτός, λέγει ο Προφήτης Δαυίδ, με ασφάλισε, διότι τίποτε δεν είναι ίσο με αυτό το καταφύγιο, τόσο εύκολο και τόσο ασφαλές. Επειδή τα άλλα καταφύγια είναι δυνατόν να τα επιβουλευτούν και δεν μπορεί κανείς να τα βρει γρήγορα και έτοιμα, αλλά εμποδίζονται και από τον τόπο, και από τον χρόνο και από χιλιάδες άλλους παράγοντες, ενώ αυτήν πάντα την βρίσκεις κοντά σου, εάν μόνον την επιζητήσεις με σωστό τρόπο. Διότι «τότε θα φωνάξεις και ο Θεός θα σε ακούσει, και ενώ εσύ ακόμα μιλάς θα σου πει, να εγώ είμαι κοντά σου» (Ήσ. 58, 9). Και «εγώ ο Θεός που είμαι κοντά σου και όχι Θεός απόμακρος» (Ιερ. 23, 23)· δεν χρειάζεται λοιπόν να διανύσουμε απόσταση, ούτε να πάμε σε άλλους τόπους, αλλά μπορούμε αυτό το καταφύγιο να το βρούμε και στο σπίτι μας. Συνέχεια

ΜΙΑ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΕ ΕΝΑ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ

Πήγα να δώ από κοντά ένα Γηροκομείο, να ιδώ αυτούς που πάλεψαν εις της ζωής τον στίβο.

Είδα τα πρόσωπα χλωμά, βαθειά ρυτιδωμένα,
είδα τους ώμους τους γερτούς και τα κορμιά φθαρμένα.

Κι’ από την περιέργεια κι από την απορία, πιάνω, ρωτώ έναν παππού, να ειπεί την ιστορία. Συνέχεια

Ὁ Δεκάλογος τοῦ Ἱεροψάλτη

Ὁ Δεκάλογος τοῦ Ἱεροψάλτη
Ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Τὸ ἄγραφο Τυπικὸ τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας» (1993)
 τοῦ Ἱεροψάλτου κ. Ἰωάννου Χ. Δαμαρλάκη:

Νὰ στέκεται κατὰ τὴν ὥρα τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν σὲ στάση ΗΓΕΜΟΝΙΚΩΣ ΤΑΠΕΙΝΗ χωρὶς περιττὲς κινήσεις, μορφασμούς, κ.λπ.


Νὰ φορᾶ πάντοτε τὸ ἱερὸ ράσσο καὶ νὰ προσπαθεῖ καὶ οἱ βοηθοί του νὰ εἶναι ρασοφορεμένοι. Προσδίδει ἱεροπρέπεια.


Νὰ ψάλλη πάντοτε μέσα ἀπὸ τὰ βιβλία τῆς Βυζαντινῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς μας, σύμφωνα μὲ τὸν κανόνα τῆς ἐν Λαοδικεία Οἰκουμενικῆς Συνόδου «ἀπὸ διφθέρας ψάλλειν».


Νὰ ψάλλη πάντα τὸ ἴδιο εἴτε εἶναι μόνος του στὴν Ἐκκλησία εἴτε ὑπάρχει πλῆρες ἐκκλησίασμα γιατὶ σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις τὸν πανταχοῦ παρόντα Θεὸ ὑμνεῖ.


Νὰ συνδυάζει τὸν τρόπο τῆς ψαλμωδίας μὲ τὸ νόημα τοῦ ὕμνου π.χ. ἀλλιῶς ἐκφράζεται ὁ διατονικὸς ἦχος τῆς Μ. Πέμπτης καὶ ἀλλιῶς ὁ διατονικὸς ἦχος τοῦ Πάσχα. Πρέπει δηλαδὴ νὰ ψάλλη «χρωματισμένα καὶ ὄχι ἄσπρα».


Νὰ σέβεται τοὺς Λειτουργοὺς Ἱερεῖς καὶ τοὺς συναδέλφους καὶ νὰ συνεργάζεται ἁρμονικὰ μαζί τους.


Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ περιβάλλεται τὸ ἱερὸ ράσσο καὶ ἀρχίζει νὰ ἐκτελεῖ τὰ ἱερά του καθήκοντα πρέπει «πᾶσαν τὴν βιωτικὴν μέριμναν» νὰ ἀποχωρίζεται.


Νὰ ἀπαγγέλλη τὰ ἀναγνώσματα καὶ νὰ ψάλλη τὰ μέλη εὐάρθρως καὶ ἐννοιολογικὰ ὥστε οἱ πιστοὶ νὰ κατανοοῦν καὶ νὰ συμμετέχουν.


Νὰ γνωρίζη ὅτι κάθε ὑπερβολὴ κατὰ τὴν ὥρα τοῦ ψάλλειν βλάπτει ἀνεπανόρθωτα.


Νὰ συμμετέχει στὰ διαδραματιζόμενα τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν ἴνα μὴ ἐπαληθεύεται τὸ τροπάριον «πολλάκις τὴν ὑμνωδίαν ἐκτελῶν εὐρέθην τὴν ἁμαρτίαν ἐκπληρῶν».


Τέλος ὁ Ἱεροψάλτης ὡς κατώτερος κληρικὸς πρέπει νὰ συμπεριφέρεται ἀνάλογα. Ἡ μορφή του γενικά (ἐνδυμασία, κώμη κ.ἄ.), πρέπει νὰ «δείχνουν» πάντα τὸ ὑπούργημά του. Εἶναι κατ’ ἐξοχὴν καὶ καθ’ ὑπεροχὴν «Ἀνὴρ Ἐκκλησιαστικός». Καὶ γιὰ νὰ ἐπιτύχη στὸ ἔργο του πρέπει νὰ διάγη βίο ἐνάρετο, «ἐν μελέτη, ἐν ἀκοῆ, ἐν πίστει, ἐν νηστεία, ἐν ὑπομονῆ καὶ ὑπακοή».

Ὁ Πανορμίτης. «Ἐμφανίσεις καὶ θαύματα τῶν Ἀγγέλων» Να εύχεστε μερικοί να μην αγριέψει, γιατι τότε…

Στή Σύμη, τό νησάκι τῆς Δωδεκανήσου μέ τά ἑβδομήνταεφτά ἐξωκκλήσια καί μοναστήρια, οἱ κάτοικοι εὐλαβοῦνται ἰδιαίτερα τούς Παμμεγίστους Ταξιάρχες.

Ὑπάρχουν ἐκεῖ ἐννέα μοναστήρια τῶν Ταξιαρχῶν, ὅσα δηλαδή καί τά τάγματα τῶν Ἀσωμάτων Ἀγγέλων.Τό πιό φημισμένο μοναστήρι εἶναι ὁ Πανορμίτης, ἀφιερωμένο στόν ἀρχάγγελο Μιχαήλ καί χτισμένο στά βυζαντινά χρόνια πάνω στά ἐρείπια ἀρχαίου ναοῦ, τοῦ Πανορμίου Ποσειδώνα. Ἔτσι ὁ Πανορμίτης πῆρε ὄχι μόνο τή θέση, ἀλλά καί τήν ἰδιότητα τοῦ ἀρχαίου θεοῦ, γιατί ἀπό τότε θεωρεῖται προστάτης τῶν θαλασσινῶν μας. Γι’ αὐτό τά περισσότερα συμιακά καΐκια ἔχουν τ’ ὄνομά του.


Ἄν καί τά ἱστορικά στοιχεῖα εἶναι πενιχρά, εἶναι ὅμως πλούσια ἡ συμιακή παράδοση, πού ἀναφέρεται στήν ἵδρυση τῆς μονῆς τοῦ Πανορμίτη:
Συνέχεια

Ο όρος «πατήρ και διδάσκαλος [της Εκκλησίας]»

Πηγή: ΑΚΤΙΝΕΣ
Ο όρος «πατήρ και διδάσκαλος [της Εκκλησίας]»

+Στυλιανός Γ.Παπαδόπουλος,Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών
Μεγάλος αριθμός εκλεκτών μελών της Εκκλησίας χαρακτηρίζονται πατέρες ή άγιοι πατέρες ή όσιοι πατέρες. Αυτοί είναι όσοι διακρίθηκαν σε αγιότητα, οσιότητα, διαποίμανση των πιστών, αλλά και όσοι απλώς είναι κληρικοί, όσοι δηλαδή πάντοτε -και σήμερα- αναλαμβάνουν την ευθύνη της πνευματικής προκοπής των πιστών. Η Εκκλησία διέκρινε (ξεχώρισε) λίγους από τους πολλούς πατέρες και τουι ωνόμασε τιμητικά Πατέρες και Διδασκάλους. Με τον όρο αυτό ένωσε δύο εξαιρετικής σημασίας λειτουργήματα σ’ ένα πρόσωπο, το οποίο έτσι έλαβε την πρώτη θέση στους κόλπους της. Τα λειτουργήματα αυτά είναι: α) του ποιμένα, που αναγεννά και κατευθύνει πνευματικά τους πιστούς, που συνδέει αυτούς με το Σωτήρα Χριστό διά του αγίου Πνεύματος, που κηρύττει το Ευαγγέλιο, που τελεί τα μυστήρια της Εκκλησίας και που καλείται για όλ’ αύτά «πατήρ». β) του διδασκάλου, που έχει το ειδικό χάρισμα και άρα το ειδικό προνόμιο και την ειδική ευθύνη να διδάσκη και να ερμηνεύη στους πιστούς την αλήθεια του Θεού, καθώς και να αντιμετωπίζη αυτός κατ’ εξοχήν τα μεγάλα προβλήματα και τις ισχυρές θεολογικές κρίσεις στην Εκκλησία.
Πρέπει όμως να σημειώσωμε ότι τα ιερά εκείνα πρόσωπα, που συγκέντρωσαν τα δύο λειτουργήματα του ποιμένα και του διδασκάλου, συνηθέστατα ονομάζονται απλώς Πατέρες της Εκκλησίας αντί πληρέστερα Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας. Τη συνήθεια τούτη ακολουθούμε και μεις.
Την ονομασία, τη σύντομη και την πλήρη, μπορεί κανείς να βρη στα παντός είδους εκκλησιαστικά κείμενα: συνοδικές αποφάσεις (Γ’, Δ’, Ε’, ΣΤ’ και Ζ’ οικουμενικών Συνόδων), κείμενα και Ομολογίες Πατέρων (π.χ. Ιωάν. Δαμασκηνού, Έκθεσις ορθοδόξου πίστεως 90· Μάρκου Ευγενικού : «Τας δε των δυτικών Πατέρων και διδασκάλων φωνάς…..», βλ. Patrοlοgia Οrientalis, XVII, 435-442 · και Καρμίρη,Ι, 423), κείμενα εκκλησιαστικών συγγραφέων (π.χ. Κλήμεντα του Αλεξανδρέα,Στρωματείς Α 1, ΒΕΠ 7, 234), ανώνυμα έργα (Αποστολικαί Διαταγαί Β 26),λειτουργικά και αγιολογικά κείμενα, προπαντός δε υμνολογικά (π.χ. ο Γρηγόριος Θεολόγος υμνείται ως «μέγας διδάσκαλος της εκκλησίας του Χριστού», βλ. Στιχηρό εσπερινού 25ης Ιανουαρίου. Τον ίδιο χαρακτηρισμό συναντάμε και για το Μ.Αθανάσιο στην ε’, Ωδή της l8ης Ιανουαρίου. Ο Κύριλλος Αλεξανδρείας χαρακτηρίζεται «νομεύς» ( =ποιμήν) και διδάσκαλος σοφός της Εκκλησίας», βλ. Ωδή η’ 9ης Ιουν.). Η αφετηρία δε της μεγάλης σημασίας, την οποία η Εκκλησία έδωσε στο πρόσωπο και το έργο του πνευματικού πατέρα, πρέπει να αναζητηθή στον απόστολο Παύλο που θέλει αυτόν αναγεννητή εν Χριστώ των ανθρώπων: «Ουκ εντρέπων υμάς γράφω ταύτα, αλλ’ ώς τέκνα μου αγαπητά νουθετών. Εάν γαρ μυρίους παιδαγωγούς έχητε εν Χριστώ, αλλ’ ου πολλούς πατέρας· εν γαρ Χριστώ Ιησού διά του Ευαγγελίου εγώ υμάς εγέννησα. Παρακαλώ ουν υμάς, μιμηταί μου γίνεσθε» (Α’Κορ. δ’ 14-16). Μετά το παύλειο τούτο χωρίο κατανοούμε την απολυτότητα και τις μεγάλες διαστάσεις κειμένου των Αποστολικών Διαταγών (Β 26), που αναφέραμε ήδη:«Ούτος διδάσκαλος ευσεβείας, ούτος μετά Θεόν πατήρ υμών, δι’ ύδατος και Πνεύματος αναγεννήσας υμάς».
Η Εκκλησία έχει σαφή συνείδηση της διαφοράς που υπάρχει μεταξύι των αναρίθμητων πατέρων και των ολίγων Πατέρων και Διδασκάλων της. Τούτο φαίνεται όχι μόνο από την εξαιρετικά μεγάλη τιμή και τον απέραντο σεβασμό που αποδίδει στους τελευταίους, αλλά και από το λεκτικό τρόπο που χρησιμοποιεί όταν αναφέρεται σ’αυτούς : Πατέρες και Διδάσκαλοι δηλαδή είναι οί «διαπρέψαντες» άνδρες της Εκκλησίας, που έγιναν «φωστήρες εν κόσμω», που τα «θεοπαράδοτα συγγράμματα και δόγματά» τους θεσπίζεται να φυλάσσωνται και να υιοθετούνται, που αναγνωρίστηκαν«έγκριτοι Πατέρες».
Βλ.την Πενθέκτη Οικ. Σύνοδο, η οποία στην απόφασή της, αφού δηλώσει ποιές παλαιές Συνόδους και αποφάσεις της Εκκλησίας επικυρώνει, γράφει: «και συνελόντα φάναι πάντων των εν τη Εκκλησία του Θεού διαπρεψάντων ανδρών, οι γεγόνασι φωστήρες εν κόσμω λόγοv ζωής επέχοντες, την πίστιν κρατείν βεβαίαν και μέχρι συντελείας του αιώνος ασάλευτον διαμένειν θεσπίζομεν και τα αυτών θεοπαράδοτα συγγράμματά τε και δόγματα πάντας αποβαλλόμενοί τε και αναθεματίζοντες, ους απέβαλον και ανεθεμάτισαν» (Καρμίρη, Ι, 229). Η συνοδική αυτή μαρτυρία έχει ιδιαίτερη αξία και είναι πολύ ενδεικτική, γιατί δεν αφορά στους συνοδικούς πατέρες, αλλά μόνο σε όσους διέπρεψαν σε συγγράμματα και σε δόγματα, δηλ. στη θεολογική διδασκαλία. Βλ. ακόμη το Συνοδικό της Ορθοδοξίας (γ’) και τον Τόμο της Συνόδου του έτους 1351 (Καρμίρη, Ι, 382 και 415) για τον όρο «πρόκριτοι».
Η σύγχρονη θεολογική έρευνα, συχνά μάλιστα και η ορθόδοξη, δεν προβαίνει στη διάκριση που μας απασχολεί εδώ. Τούτο έχει σαν αποτέλεσμα την πλήρη αδυναμία να εισέλθη στο έσχατο βάθος του ιερού γεγονότος Πατήρ και Διδάσκαλος, να κατανοήση αυτό, να το ερμηνεύση, να το αξιολογήση και να το εντάξη σωστά στην όλη πορεία της θεολογίας και της Εκκλησίας. Η σχεδόν ισοπέδωση των Πατέρων και Διδασκάλων με τους πολλούς αγίους πατέρες και εκκλησιαστικούς συγγραφείς προδίδει ακόμη και την έλλειψη της σπουδαίας για τον πιστό και τον επιστήμονα αρετής της«διακρίσεως», που χαρακτηρίζει τον πνευματικό άνθρωπο, σύμφωνα με τον Γρηγόριο Νύσσης. Η μη διάκριση αυτή έχει συνέπεια και την εγκατάλειψη του όρου-τίτλου«Πατρολογία» από τις μετώπες των επιστημονικών εγχειριδίων, που ασχολούνται ακριβώς με τους Πατέρες και Διδ. της Εκκλησίας, αλλά βέβαια και με τους λοιπούς εκκλησιαστικούς συγγραφείς. Έτσι χρησιμοποιούνται οι τίτλοι «χριστιανική γραμματεία» ή «εκκλησιαστική γραμματεία», που αποπροσανατολίζουν κυριολεκτικά το θεολόγο από τον καίριο σκοπό της Πατρολογίας. Φυσικά το τελευταίο τούτο ισχύει και για τους επιστήμονες εκείνους, που, ενώ διατηρούν τον τίτλο Πατρολογία, δεν κάνουν τη δέουσα διάκριση μεταξύ Πατρός-Διδ. και συγγραφέων εκκλησιαστικών.
Όσα όμως διατυπώνομε περί Πατρ.-Διδ. δε σημαίνουν και υποτίμηση των μεγάλων εκείνων ανδρών της Εκκλησίας, που με την ποιμαντική τους φροντίδα (αγ. Σπυρίδων) ή τον ασκητικό τους αγώνα (Μ.Αντώνιος) αγίασαν κι έγιναν φωτεινά παραδείγματα. Τα εκλεκτά αυτά μέλη της Εκκλησίας έφθασαν κάποτε να γίνουν και θεόπτες, τους χαρίσθηκαν εμπειρίες θείες και άρρητες, έζησαν την αλήθεια σε θαυμαστό βάθος, καθώς γνωρίζομε από μαρτυρίες. Όλα όμως τα θεία αυτά χαρίσματα δεν τα έκαμαν «λόγο»,για να έχωμε θεολογία, ούτε και τους δόθηκαν για να γίνουν θεολογία χάριν της όλης Εκκλησίας, όταν αυτή περνούσε κρίση ή δοκίμαζε αμφιβολία σχετικά με την πίστη και τη σωτηρία. Οι άγιοι δηλαδή και οι συγγραφείς γενικά της Εκκλησίας δεν είναι κατ’ ανάγκην λιγώτερο άγιοι ή λιγώτερο ορθόδοξοι από τους Πατρ.-Διδ.,απλώς δεν έχουν το χάρισμα του Πατρός και Διδασκάλου.

Η ορθή προσέγγιση του ιερού και θείου γεγονότος «Πατήρ και διδάσκαλος» απαιτεί να εξετάσωμε τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία δημιουργίας και αναδείξεως ενός μέλους της Εκκλησίας σε Πατέρα και Διδάσκαλό της. Στην εξέταση αυτή προβαίνομε αμέσως, θεωρώντας τη σχετική προβληματολογία στο πλαίσιο της όλης πορείας της Εκκλησίας.