Γέροντας Παίσιος: για τα πλούσια μοναστήρια …

«O μοναχός φεύγει μακριά από τον κόσμο, όχι επειδή μισεί τον κόσμο αλλά επειδή αγαπά τον κόσμο και με αυτό τον τρόπο θα τον βοηθήσει περισσότερο δια της προσευχής του σε πράγματα που δεν γίνονται ανθρωπίνως παρά μόνο με θεϊκή επέμβαση. Έτσι σώζει ο Θεός τον κόσμο.»

«Πολύ βοηθάει τον μοναχό, όταν το μοναστήρι είναι απομακρυσμένο από από αρχαιολογικούς χώρους και κοσμικούς θορύβους. Ακόμα και τα μεγάλα προσκυνήματα μονών πολλές φορές ξεφεύγουν από τον πραγματικό τους σκοπό, γιατί φθάνουν πολλές φορές από μοναστήρια να καταντάνε επιχειρήσεις.

Γι αυτό και μερικοί δεσποτάδες, πολύ δικαίως, θα ήθελαν να τα έχουν οι ίδιοι, γιατί οι μοναχοί θα πρέπει να αγαπούν την ακτημοσύνη που ορκιστήκανε στον Θεό να φυλάξουν.

Δυστυχώς όμως δεν περιορίζονται στα απαραίτητα, τα απλά, τόσο για τον εαυτό τους, όσο και γενικότερα για την μονή, για να μη δέχονται από τους πιστούς και να τους παρακινούν να βοηθούν μόνοι τους τους μας αδελφούς, που υποφέρουν. Αλλά τι κάνουν;

Μαζεύουν και τον ιδρώτα ακόμα των φτωχών και γεμίζουν ένα σωρό καντήλια και καμπάνες, νομίζοντας ότι έτσι δοξολογείται ο Θεός. Αυτού του είδους όμως η ευλάβεια είναι σαν την ευλάβεια που είχαν πολλοί Ρώσοι κληρικοί, οι οποίοι έγιναν αιτία, χωρίς να το θέλουν, τα καντήλια, οι πολυέλαιοι και οι καμπάνες να γίνουν κανόνια και να χτυπήσουν την ίδια την Εκκλησία του Χριστού.»

γέροντας Παΐσιος
(από το βιβλίο του π.Διονυσίου Τάτση «Διδαχές γερόντων»)

Η αξία μιας καλής πράξης την ημέρα

Ήταν καλοκαίρι του 1988. Έκανα με τα πόδια μόνος την διαδρομή Δάφνη-Καρυές-Σταυρονικήτα-Ιβήρων-Φιλοθέου-Λαύρα-Κερασιά-Αγία Άννα. Στον δρόμο από την Λαύρα στην Κερασιά, λίγο έξω από την Κερασιά συνάντησα ένα γεροντάκι που έσκαβε στον κήπο του
-«Καλώς τον», μου είπε, «έλα να πιεις ένα νερό.»
Παίρνω το νερό. Τον ευχαριστώ. Πίνω. Δοξάζω τον Θεό. Πιάνουμε κουβέντα.
-«Πως σε λένε;»
-«Σ.»
-«Από πού είσαι;»
-«Από την Αθήνα.»
-«Που πας;»
-«Στον π. Θ.»
-«Τι δουλειά κάνεις;»
-«Δικηγόρος.»
-«Δεν πειράζει!»
«Άκου παιδί μου, Σ., να σου πω μια ιστορία. Ήταν ένας πλούσιος άνθρωπος, γεμάτος πάθη, εγωισμό, φιλοχρηματία, φθόνο, οργή. Μια μέρα, εκεί που έβγαινε από ένα φούρνο φορτωμένος με ψωμιά, ένας φτωχούλης του ζήτησε ελεημοσύνη. Όμως, ο πλούσιος θύμωσε και στον θυμό του πέταξε ένα καρβέλι ψωμί στον φτωχό. Αυτός το πήρε και το έφαγε στο σπίτι του με τα παιδάκια του. Έφτασε ο καιρός και ο πλούσιος κοιμήθηκε. Ήρθαν τότε οι δαίμονες και του τραβούσαν την ψυχή του να την πάνε στην κόλαση. Μπήκαν τα πάθη του στην μια πλευρά της ζυγαριάς και η ζυγαριά έγερνε προς την κόλαση. Έβαλε τότε, Σ. παιδί μου, και ο φύλακας άγγελος του από την άλλη πλευρά το καρβέλι, που ο πλούσιος είχε πετάξει με θυμό αλλά ο φτωχός το έφαγε με τα παιδιά του και ωφελήθηκε, και αμέσως η ζυγαριά ισορρόπησε και η ψυχή σώθηκε. Βλέπεις, παιδί μου, τι αξία έχει και η πιο μικρή καλή πράξη ανεξάρτητα από την προαίρεση αυτού που την κάνει;! Άντε στο καλό, παιδί μου και να θυμάσαι, πριν βάλεις το κεφάλι σου στο μαξιλάρι κάθε βράδυ, να κοιτάς να έχεις κάνει τουλάχιστον μια καλή πράξη.
Αυτό μπορεί να σε σώσει.»

Θαύματα της Παναγίας της Προυσιώτισσας (εορτάζει σήμερα) …

Α.Κατά την επιδημία του 18

Οκτώβριος 1918. Το Αγρίνιο δεν απαριθμεί περισσοτέρους από 15.000 κατοίκους. Μία επάρατος νόσος, η γρίπη, έχει ενσκήψει και θερίζει, κυριολεκτικώς, την πόλη και την γύρω περιοχή της. Δεν υπάρχει οικογένεια που να μη θρηνή τα θύματά της. Φόβος συνέχει τους κατοίκους όλης της περιοχής, γιατί η κατάσταση δεν είναι καλύτερη στο Μεσολόγγι και στο Αιτωλικό.

Η επιστήμη φαίνεται ανίκανη να ανακόψη τη θανατερή πορεία της νόσου. Ο αριθμός των θανάτων μόνο μέσα στο Αγρίνιο φτάνει τον αριθμό των 40 έως 50 ημερησίως. Κανείς δεν συνοδεύει πια τους νεκρούς, οι οποίοι μεταφέρονται με δίτροχα κάρα από αχθοφόρους στο νεκροταφείο, όπου μετά από μια σύντομη ευχή τους ιερέως, πολλές φορές δε και χωρίς αυτήν, θάπτονται. Οι κάτοικοι όχι μόνον δεν επιμελούνται τους νεκρούς τους, αλλά και τους αποφεύγουν από τον φόβο της μεταδόσεως της ασθένειας.

Όλοι αποκαμωμένοι ψυχικά λες και περιμένουν με σταυρωμένα χέρια το μοιραίο. Καμιά ελπίδα από πουθενά δεν φαίνεται. Δεν μένει άλλο καταφύγιο από την πίστη. Αλλά και αυτή κάποτε μπρος στο αδιάκοπο θανατικό κλονίζεται σε πολλούς. Μα μέσα σ’ αυτήν την παραζάλη της απελπισίας, που συνέχει όλους, υπάρχουν και μερικοί γέροντες που θυμούνται. Η μνήμη τους ξαναγυρίζει 64 χρόνια πίσω, στο 1854. Θυμούνται ότι και τότε μια άλλη επάρατος νόσος, η χολέρα, είχε ενσκήψει στην πόλη του Αγρινίου και είχε αποδεκατίσει τον πληθυσμό της. Και θυμούνται τότε το θαύμα της Παναγίας της Προυσιώτισσας. Συνέχεια