Ο ουράνιος διάκος

Ο πατήρ Αθανάσιος Χαμακιώτης (+1967), ο σεμνός λευίτης της «Νεραντζιώτισσας» Αμαρουσίου, λειτουργούσε κάποια μέρα στο παρεκκλήσι της Παναγίας μία γυναίκα από το εκκλησίασμα, η Ε.Μ., που στεκόταν μπροστά στο ιερό βλέπει έναν ξανθό διάκονο με λευκή στολή να υπηρετεί τον π. Αθανάσιο μπροστά στην αγία τράπεζα.
Μάλιστα στεκόταν πάντα στα δεξιά του στη διάρκεια της θείας λειτουργίας δεν βγήκε καθόλου από το άγιο βήμα.

Σκέφτηκε η γυναίκα πως θα ήταν νεοχειροτονημένος, και του μάθαινε ο ιερέας τη λειτουργική τάξη.

Η λειτουργία τελείωσε και ο κόσμος έφυγε. Εκείνη όμως παρέμεινε για να ικανοποιήσει την περιέργειά της, να δει ποιός ήταν ο διάκονος. Ο π. Αθανάσιος κατέλυσε κι έφυγε, αλλά ο διάκονος δεν έβγαινε από το ιερό.
Τότε η γυναίκα άνοιξε το παραπέτασμα. Μα δεν είδε κανέναν. Ο διάκονος είχε εξαφανιστεί και άλλη έξοδος δεν υπήρχε!

Όταν αργότερα διηγήθηκε στον π. Αθανάσιο το περιστατικό, εκείνος με απλότητα της είπε:
Αυτά, παιδί μου, συμβαίνουν, αλλά μη λες πουθενά τίποτα! Συνέχεια

Η Αγία Πελαγία η Τηνία και η εύρεση της εικόνας της Παναγίας της Τήνου

Σύντομα βιογραφικά στοιχεία της Οσίας Πελαγίας.

Η Πελαγία ήταν κόρη του παπά Νικηφόρου Νεγρεπόντη.Η μητέρα της ήταν από τὸν Τριπόταμο της Τήνου καὶ ανήκε στην οικογένεια Φραγκούλη.

Γεννήθηκε τὸ 1752 στὸ χωριὸ Κάμπο τῆς Τήνου και το κοσμικό της όνομα ήταν Λούκια. Απὸ διάφορα έγγραφα φαίνεται ότι είχε ακόμα τρεις αδελφές. Ἡ οικογένεια της διακρινόταν για την αγνή πίστη καὶ την προσήλωση στα θρησκευτικά ιδεώδη. Λίγα χρόνια μετά τη γέννηση της Λουκίας ὁ πατέρας της πέθανε. Ήταν τότε 12 χρονών καὶ έδειχνε σημάδια έντονης επιθυμίας να αφιερωθεί και να υπηρετήσει το θέλημα τοῦ Θεού. Οι δυσκολίες της ζωής έκαναν την μητέρα της να τη στείλει στον Τριπόταμο, στην κάπως πιο ευκατάστατη αδελφή της. Ἐκεῖ ἡ Λούκια ἔμεινε τρία χρόνια καὶ συχνὰ επισκεπτόταν τὴν άλλη θεία της, ποὺ ήταν μοναχή στὴ Μονὴ Κεχροβουνίου.

Ένοιωσε τότε επιτακτική την ανάγκη ν’ ακολουθήσει τον μοναχικὸ βίο καὶ σε ηλικία 15 χρόνων μπήκε στὸ Μονστήρι σαν δόκιμη, υπὸ την επίβλεψη της θείας της, μοναχής Πελαγίας. Όταν ήλθε ἡ ώρα έγινε καὶ η ίδια μοναχὴ μὲ τὸ όνομα Πελαγία. Ως μοναχὴ αφοσιώθηκε μὲ ψυχὴ καὶ σώμα στην λατρεία τοῦ Θεού καὶ στην ανακούφιση των πασχόντων. Ἡ αγνότητα της ψυχής της, ἡ οσιότητα της ζωής της, ἡ αυταπάρνηση της, ἡ μυστικὴ ζωή της κι ὁ πόθος της για λύτρωση συνετέλεσαν ώστε ἡ μοναχή Πελαγία νὰ γίνει τὸ «σκεῦος ἐκλογῆς» γιὰ ν’ αποκαλυφτεί σ’ αυτὴν ἡ Παναγία γιὰ τὴν εύρεση της Αγίας εικόνος της στὸν αγρό του Δοξαρά στην πόλη της Τήνου (30 Ιανουαρίου 1823), γεγονὸς ποὺ έμελλε νὰ κάμει τὴν Τήνο ιερὸ νησὶ καὶ νὰ κατατάξει τὴν Πελαγία μεταξὺ τῶν Αγίων. Συνέχεια

Δώστε, δώστε στους φτωχούς!



Ξέρω
ότι πολλοv από τους συγκεντρωμένους πάλι θα μας κατηγορήσουν, όταν μιλούμε γι’ αυτά, και θα πουν «Μη, σε παρακαλώ, μη γίνεσαι φορτικός και βαρετός στους ακροατές»άφησέ το στη συνείδηση του καθενός, άφησε το στην κρίση των ακροατών» έτσι τώρα μας ντροπιάζεις, μας κάνεις να κοκκινίζουμε!…».

Αλλ’ όχι! Αυτά τα λόγια δεν τα ανέχομαι! Γιατί ούτε ο Παύλος ντρεπόταν να ενοχλεί συνέχεια για τέτοια πράγματα και να ζητά σαν ζητιάνος. Εάν έλεγα τούτο, δηλαδή δός μου, φέρε για τοσπίτι μου, ίσως να ‘ταν ντροπή. Αν και ούτε τότε θα ‘ταν ντροπή. «Οι γαρ τω θυσιαστηρίω», λέγει, «προσεδρεύοντες, τω θυσιαστηρvω συμμερίζονται» (Α’ Κορ. 9,13). Πλην όμως πιθανόν να με κατηγορούσε κάποιος, ότι μιλώ για τον εαυτό μου» τώρα όμως παρακαλώ γι’ αυτούς πουστερούνται, μάλλον όχι γι’ αυτούς που στερούνται, αλλά για σας που δίνετε» γι’ αυτό και μιλώχωρίς να ντρέπομαι. Συνέχεια

Αφιέρωμα στον Στρατή Μυριβήλη.

Ο Στρατής Μυριβήλης (1892-1969) ήταν Έλληνας πεζογράφος της Γενιάς του ΄30. Το πραγματικό του όνομα ήταν Ευστράτιος Σταματόπουλος.

Γεννήθηκε στη Συκαμιά της Λέσβου στις 30 Ιουνίου 1892, όπου και έζησε ως το 1969. Κατά τα πρώτα του σχολικά χρόνια αδιαφορούσε για τα μαθήματα και δεν άντεχε την πειθαρχία του σχολείου.

Παρόλα αυτά στο Γυμνάσιο η λογοτεχνία κίνησε έντονα το ενδιαφέρον του. Η Λέσβος εκείνη την εποχή γνώριζε μεγάλη πνευματική άνθηση και ο Μυριβήλης ήρθε σε επαφή με τους πνευματικούς κύκλους του νησιού και άρχισε να συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά. Παράλληλα, επειδή αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες, εργαζόταν ως δάσκαλος. Συνέχεια