Το αντίδωρο της Μεγάλης Παρασκευής

Ήμουν μικρό παιδί, μαθητής του Δημοτικού,και βοηθούσα ως παπαδάκι όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα στο Ιερό του Αγίου Κωνσταντίνου. Ήταν Μεγάλη Παρασκευή και ή ακολουθία των Ωρών και της Αποκαθήλωσης είχε τελειώσει. Οι ιερείς ταχτοποιούσαν τα άμφια τους, οι πιο βιαστικοί από το εκκλησίασμα είχαν κιόλας προσκυνήσει και τρία τέσσερα παιδιά από μας, μέσα στο ιερό, μαδούσαμε μερικά μπουκέτα από βιολέτες ή άλλα λουλούδια για να ξαναγεμίσουμε τα πανέρια πού κρατούσαν τα κορίτσια, πλάι στον επιτάφιο. Κάποια στιγμή μισάνοιξε η πόρτα του ιερού και φάνηκε μια γυναίκα, γύρω στα τριάντα, κοντή, αδύνατη πολύ κι ηλιοκαμένη και με μια σκούρα καφετιά μαντήλα στο κεφάλι, όπως φορούν σε μερικά νησιά οί γυναίκες ακόμα και σήμερα.-Ψιτ, μικρέ, είπε σιγανά, γνέφοντας προς το μέρος μου,έλα να σου πω. Άφησα τα λουλούδια πού κρατούσα και πήγα προς το μέρος της.-Δώσε μου σε παρακαλώ ένα αντίδωρο. Την κοίταξα απορημένος. Δεν θυμόμουν τη μέρα εκείνη να είχαμε πάει – όπως κάναμε κάθε Κυριακή προς το τέλος της λειτουργίας – τα πανέρια με τα αντίδωρα πλάι στην Αγία Τράπεζα για να ευλογήσει ο ιερέας. Όμως πριν απαντήσω, κοίταξα καλού κακού και προς τον πάγκο πού αφήναμε τα πανέρια. Ήταν άδεια…-Δεν έχει αντίδωρο, της είπα. Η γυναίκα με τη μαντήλα κατσούφιασε: -Κοίταξε καλά. Κάπου θα ‘χει μείνει κανένα. Και καθώς είδε την αμηχανία μου πρόσθεσε: -Φώναξε κανένα μεγαλύτερο. Πήγα στο νεωκόρο και τον κάλεσα. Παράτησε απρόθυμα τη δουλειά του – γυάλιζε κάτι λαμπάδες για τη βραδινή έξοδο του Επιταφίου – και ήρθε προς την πόρτα. Όταν άκουσε τί ζητούσε ή γυναίκα, απάντησε απότομα: -Δεν έχει σήμερα, κυρά μου, αντίδωρο. Εκείνη έμεινε ακίνητη και είπε με τόνο παρακλητικό αλλά σταθερό: -Δώσε μου έστω ένα κομματάκι. Το έχω μεγάλη ανάγκη. -Δεν υπάρχει αντίδωρο, κυρά μου. Δεν καταλαβαίνεις τι σου λέω; απάντησε νευριασμένος ο νεωκόρος και της βρόντηξε την πόρτα στα μούτρα. Έμεινε εκεί, πίσω απ’ την κλειστή πόρτα, για πολλή ώρα. Δεν μίλαγε, μόνο κοίταγε προς το ιερό με παράπονο, σαν το σκυλί του δρόμου πού κοιτάζει την πόρτα του σπιτιού μπας και του ρίξουν ένα ξεροκόμματο. Μπήκα καί βγήκα αρκετές φορές εκείνο το πρωινό απ’ την πόρτα του ιερού, κουβαλώντας λουλούδια ή άλλα πράγματα και έμεινε στο μυαλό ή εικόνα της, όλο ικεσία αλλά καί περηφάνια. Πέρασε ό καιρός κι όλη την υπόλοιπη χρονιά είδα μερικές φορές την παράξενη γυναίκα μόνο από μακριά. Δεν μου ξαναμίλησε ούτε πλησίασε άλλη φορά στο ιερό. Ώσπου την άλλη χρονιά, πάλι Μεγάλη Παρασκευή, την ώρα πού γινόταν ή απόλυση, φάνηκε πάλι πίσω από την πόρτα. Αυτή τη φορά φώναξε ένα άλλο παιδί, πού ήταν πιο κοντά. Δεν άκουσα τι του είπε μα από την κίνηση πού έκαμε εκείνο κατάλαβα τι ζητούσε. Πήγα κι εγώ κοντά, τη βεβαίωσα για μια ακόμα φορά πώς δεν υπήρχε αντίδωρο. Καθώς επέμενε, φωνάξαμε έναν από τους μεγαλύτερους πού μας πρόσεχαν και φρόντιζαν τις εξόδους και την πομπή του Επιταφίου. Ήταν παλικάρι ευγενικό και πρόθυμο – φοιτητής, θαρρώ, της Φιλολογίας.
Την άκουσε κι όταν είδε την επιμονή της, προσπάθησε να της εξηγήσει με ήρεμο καί γλυκό τρόπο ότι αυτή τη μέρα δε γίνεται Θεία Λειτουργία και επομένως δεν υπάρχει αντίδωρο. Ήταν σαν να μιλούσε στην πέτρα. Ή γυναίκα συνέχιζε να τον παρακαλάει, του ευχόταν να δει καλό στην υγειά του αν τη βοηθήσει, του είπε ότι είναι φτωχιά για να πληρώσει γιατρούς και στα νοσοκομεία δεν της δίναν σημασία. Μ’ ένα χείμαρρο από λόγια του εξήγησε ότι το μοναχοπαίδι της ήταν άρρωστο,παράλυτο στο κρεβάτι, κι αφού απελπίστηκε άπ’ τους γιατρούς, βρέθηκε ένας άνθρωπος και της είπε ότι το παιδί της θα γίνει καλά μόνο αν του δώσει να φάει λίγο αντίδωρο της Μεγάλης Παρασκευής. -Πρόσεξε καλά όμως, της είχε πει. Το αντίδωρο αυτό το φυλάνε και το δίνουνε σε λίγους. Θα σου πούνε πώς δεν υπάρχει και θα σε διώξουνε. Μόνο αν επιμείνεις πολύ ή αν γνωρίζεις κανέναν από μέσα μπορεί να σου το δώσουν. Το παλικάρι την άκουγε απορημένο. Εγώ πού ήμουν πιο μικρός δεν καταλάβαινα τί γίνεται. Ακόμα και σήμερα πού το σκέπτομαι, αναρωτιέμαι για ποιο λόγο της είχε πει εκείνος ό άνθρωπος αυτά τα λόγια. Ήταν τόσο άκαρδος πού να την περιγελάει μέσα στον πόνο της; Ήταν τρελός; Ήθελε να της πει κάτι συμβολικό πού δεν το καταλαβαίναμε; Πάντως ό,τι κι αν συνέβαινε, εκείνη το ‘χε πιστέψει τόσο βαθιά μες στην απελπισία της πού δεν πίστευε σε καμιά εξήγηση. Στο τέλος ήρθε προς το μέρος μας ο νεωκόρος να δει γιατί χασομεράμε από τη δουλειά μας. Σαν την είδε μουρμούρισε «πάλι αυτή ή παλαβή;», και την πλησίασε αγριεμένος. Βλέποντας όμως τα μάτια της βουρκωμένα άλλαξε κάπως το ύφος του και της είπε πιο μαλακά: -Σου τό ‘παμε, κυρά μου. Σήμερα ό Χριστός είναι στον τάφο, είναι πεθαμένος… Δεν έχουμε ούτε αντίδωρο οϋτε πανηγύρια. Έλα αύριο το πρωί πού θα τον αναστήσουμε να σου δώσω ένα κοφίνι. Και της ξανάκλεισε την πόρτα, αλλά αυτή τη φορά πιο απαλά. Τρίτη χρονιά – πάλι Μεγάλη Παρασκευή – ήρθε και με βρήκε πιο αργά. Η εκκλησία είχε αδειάσει σχεδόν κι ο νεωκόρος είχε πεταχτεί στο σπίτι του να ξεκουραστεί. Μάλλον τον παραφύλαγε να φύγει και με πλησίασε ακροπατώντας στα δάχτυλα. Έμοιαζε πιο ξερακιανή από πρώτα και μου χαμογέλασε αχνά, με μισόσφιχτα τα χείλη. -Έλα δω, εσύ είσαι καλό παιδί. Βοήθησε με, σε παρακαλώ. Εσύ θα ξέρεις πού τα κρύβουν τα αντίδωρα. Δώσ’ μου ένα μικρό κομματάκι. Τόσο δα. Τώρα όλοι λείπουν. Κανείς δε θα σε καταλάβει. Κι όπως δεν έβλεπε να φέρνει αποτέλεσμα ή ικεσία της, πρόσθεσε: -Θα σου δώσω κι ένα φράγκο. Να, εδώ το έχω.
Μπορεί να ‘ταν και το μοναδικό της… Πιάστηκε ή ψυχή μου πού δεν μπορούσα να τη βοηθήσω. Της ορκίστηκα πώς δεν υπάρχει αντίδωρο, πώς εγώ τουλάχιστο δεν είδα να κόψανε σήμερα αντίδωρο κι ας ήμουν εκεί απ’ το πρωί. Δεν ξέρω αν με πίστεψε, πάντως έφυγε απελπισμένη. Φαίνεται πώς ένα αγνό παιδί σαν εμένα ήταν ή τελευταία της ελπίδα σ’ ένα κόσμο πού όλοι οι μεγάλοι ήταν συνεννοημένοι να της λένε ψέματα και δεν ήθελαν να γίνει καλά το παιδί της. Συγκινημένος απ’ το θέαμα της, μα και με μια μικρή αμφιβολία μήπως τελικά είχε δίκιο, διηγήθηκα το ίδιο απόγευμα όλη την Ιστορία στο γέρο – εφημέριο πού είχε έρθει πιο νωρίς να φροντίσει τα καλύμματα της Αγίας Τράπεζας πριν από τη βραδινή ακολουθία, άκουσε προσεκτικά και κούνησε το κεφάλι του: -Δύστυχη γυναίκα. Έχει εδώ μπροστά της το Σταυρό του Κυρίου, έχει παραπέρα το ίδιο το σώμα Του – πάνω στον Επιτάφιο – κι αντί να σκύψει πλάι τους, να κολλήσει το κεφάλι της στη γη και να παρακαλέσει για το παιδί της, εκείνη ψάχνει το αντίδωρο της Μεγάλης Παρασκευής. Έχει μπροστά της το χειροπιαστό και κυνηγάει το ανύπαρκτο… Δεν ξαναείδα από τότε εκείνη την κοντή, αδύνατη κι ηλιοκαμένη γυναίκα με τη σκούρα καφετιά μαντήλα. Δεν ξέρω τι απόγινε ούτε εκείνη ούτε το παιδί της. Τη θυμάμαι όμως πάντα,κι ώρες – ώρες αναρωτιέμαι πόσες φορές της μοιάζουμε κι εμείς, πόσες φορές δεν βλέπουμε αυτό πού έχουμε μπροστά μας κι αναζητούμε το άπιαστο, το ασήμαντο ή το ανύπαρκτο.
Έχουμε την υγειά μας, τη δουλειά μας, το σπίτι μας κι αναζητούμε τη δόξα, τον περίσσιο πλούτο, την ηδονή, τη μεγάλη ζωή. Έχουμε καταφύγιο, Πατέρα στοργικό, πίστη ζωντανή κι αποζητάμε την ευτυχία σε αστρολόγους, χαρτορίχτρες, λαοπλάνους και αγύρτες. Τα έχουμε όλα και κυνηγάμε το τίποτα…το αντίδωρο της Μεγάλης Παρασκευής…


Του ιατρού Αθαν. Γιαλουρή-»Πειραϊκή Εκκλησία»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s