Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
+ Σπυρίδωνος Γ. Μακρή Καθηγητού Αναισθησιολογίας Α.Π.Θ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1978
Ή Επιστήμη μπροστά στη Σταύρωση και την Ανάσταση του Ιησού Χριστού
Ή Σταύρωση και ή Ανάσταση τού Χριστού είναι το επίκεντρο, είναι ό πυρήνας της καταφάσεως τού Χριστιανισμού και τού αντιλόγου στο Χριστιανισμό.
Γιατί αν ή Σταύρωση και ή Ανάσταση τού Χριστού μας είναι αλήθεια, τότε όλα εκείνα τα όποια πιστεύαμε, όλα εκείνα στα όποια έχουμε προσκολληθεί, όλα εκείνα τα οποία ακολουθούμε και πού είναι ξένα ή αντίθετα προς τον Χριστό και προς το Ευαγγέλιο του είναι είδωλα πού πρέπει να γκρεμισθούν. Γι’ αυτό και με τόση μανία και τέτοιο πείσμα έχουν εγερθεί τόσες πολλές αντιρρήσεις, έχουν παρουσιασθεί τόσα πολλά επιχειρήματα, για να πείσουν τον καθένα ότι ή Ανάσταση τού Χριστού δεν έγινε. Γιατί αν ή Ανάσταση του Χριστού έγινε, τότε ό Χριστός είναι ό Θεός, τότε όσα λέει ό Χριστός, όσα λέει το Ευαγγέλιο είναι αλήθεια και θα πρέπει να πεθάνουμε για όλα όσα έχουμε ζήσει πού είναι αντίθετα και ξένα προς τον Χριστό και να ξαναζήσουμε μια νέα ζωή σύμφωνη με όλα όσα είπε και έζησε ό Χριστός και εξακολουθεί να πρεσβεύει καινά βιώνει ή Εκκλησία.
 
 
Τα επιχειρήματα τα όποια υψώνονται για να αμφισβητήσουν την Ανάσταση τού Χριστού μπορούμε να τα κατατάξουμε σε τρείς μεγάλες κατηγορίες•
 
—        Ή μία είναι ότι ό Κύριος δεν πέθανε πάνω στον σταυρό και συνεπώς αφού δεν πέθανε και δεν αναστήθηκε.
 
—        Ή δεύτερη κατηγορία επιχειρημάτων κατά της αναστάσεως, είναι ή αμφισβήτηση για τις εμφανίσεις πού ρητά περιγράφουν τα Ευαγγέλια ότι συνέβησαν μετά την ανάσταση του Χριστού.
 
— Και ή τρίτη περιστρέφεται γύρω από το γεγονός ότι βρέθηκε κενός ό τάφος Του.
Α. Το εάν ό Χριστός πέθανε πάνω στο σταυρό ασφαλώς είναι θέμα πού έχει απόλυτη συνάφεια με την επιστήμη της Ιατρικής.
 
Γιατί αυτή είναι εκείνη, ή οποία μελετάει τη φύση και τις συνέπειες όλων των σωματικών κακώσεων και ή οποία μελετάει όλες τις εκδηλώσεις οι όποιες σχετίζονται με τη βαθμιαία κατάρρευση των ζωτικών λειτουργιών του σώματος και με την διαπίστωση ότι οι συνθήκες πλέον για την επιβίωση του οργανισμού είναι εξαντλημένες και ότι ό θάνατος έχει επέλθει.
Αξίζει λοιπόν την προσοχή μας ότι αυτή ή αμφισβήτηση – ότι Χριστός δεν πέθανε πάνω στο σταυρό – δεν παρουσιάστηκε ποτέ κατά το διάστημα της γενεάς των ανθρώπων πού έζησαν όταν συνέβη ή σταύρωση του Χριστού, δεν παρουσιάσθηκε κατά την εποχή των μεγάλων αιρέσεων, οι όποιες αμφισβήτησαν και την θεότητα του Χριστού και την Ανάσταση Του δεν παρουσιάσθηκε παρά μόνο στον 17ο αιώνα.
 
 Αυτό είναι πολύ χαρακτηριστικό, γιατί απλούστατα τότε μονάχα είχαν τελείως εκλείψει οι άνθρωποι πού είτε οι ίδιοι είχαν παρακολουθήσει είτε είχε φθάσει μέχρις αυτούς μια ζωντανή περιγραφή του μαρτυρίου της σταυρώσεως. Εάν και σήμερα είχαμε ανθρώπους, και ευτυχώς πού δεν έχουμε, πού είχαν παρακολουθήσει την σταύρωση δεν θα είχε – όπως θα δούμε σε λίγο – παρουσιασθεί μια τέτοια αμφισβήτηση με αξιώσεις λογικής ισορροπίας.
Βέβαια το ερώτημα αυτό, εάν ό Χριστός πέθανε πάνω στο σταυρό, είναι συνυφασμένο με τον τρόπο με τον όποιο πεθαίνει ό άνθρωπος όταν σταυρώνεται. Μια κοινή διαδεδομένη αντίληψη είναι ότι ό θάνατος πάνω στο σταυρό παρουσιάζεται από τον πόνο και την αιμορραγία πού δημιουργούν τα καρφιά πού έχουν τρυπήσει τα χέρια και τα πόδια τού εσταυρωμένου.
Όπως θα δούμε, αυτά δεν είναι παρά απλώς ένα μικρό συμπλήρωμα πολύ βασανιστικό, όπως θα αναπτύξουμε, αλλά όχι με πρωτεύοντα ρόλο στην πρόκληση θανάτου. Ό θάνατος τού Σταυρού, ό θάνατος του Χριστού πάνω στο σταυρό, βεβαίως είχε και αυτό και πολλά άλλα προδιαθετικά αίτια.
Ανάμεσα σ’αύτά θα αναφέρουμε τα κτυπήματα πού δέχθηκε ό Κύριος μας, τον όποιο «έράπιζον, έκολάφιζον, έτυπτον, έδερον», λέει το Ευαγγέλιο οι βάρβαροι στρατιώτες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, με όλη τη δύναμη ή όποια τούς χαρακτήριζε και την τραχύτητα με την όποια ήταν συνηθισμένοι να κάνουν τα μαρτύρια τους την εποχή εκείνη. Αλλά βεβαίως, ενώ γνωρίζουμε ότι ένα ισχυρό κτύπημα στο πρόσωπο ενός απροστάτευτου άνθρωπου από ένα τραχύ στρατιώτη μπορεί πραγματικά να τον φέρει σε κατάσταση αφασίας ή λιποθυμίας, αυτό θα το αντιπαρέλθουμε.
 
Θα το αντιπαρέλθουμε για να φθάσουμε σε μια φράση πού ίσως χωρίς πολλή προσοχή την ακούμε διότι σαν μετοχή απλώς τού αορίστου αναφέρεται μέσα στο Ευαγγέλιο, όταν μάς λέει το Ευαγγέλιο ότι «φραγγελώσας παρέδωσεν αυτόν» (Μάρκ. ιε’ 15).
 
 
Τί ήταν το φραγγέλιο;
 
 
Ίσως νομίζουμε ότι το φραγγέλιο ήταν μια απλή μαστίγωση. Δεν είναι καθόλου έτσι. Αυτόν πού επρόκειτο να υποστεί το φραγγέλιο τον έδεναν σε μια κολώνα και ό ειδικός δήμιος πού εκτελούσε τη φραγγέλωση έπαιρνε ένα μαστίγιο βαρύ το όποιο είχε πολλές λουρίδες στην άκρη του, πάνω στις λουρίδες ήταν δεμένες σφαίρες από μολύβι ή μικρά όστάρια, κότσια από αρνί και τις έφερνε με όση δύναμη είχε πάνω στη ράχη του δεμένου άνθρωπου. Πολύ σύντομα, απ’ τα πρώτα κτυπήματα ξεσχίζονταν το δέρμα τού άνθρωπου πού δεχόταν τη φραγγέλωση και ύστερα από μερικά χτυπήματα ακόμη έφευγαν και καταξεσχίζονταν τελείως οι σάρκες του και απογυμνώνονταν τα κόκκαλα της ράχης. Αναφέρονται στην ιστορία αρκετές περιπτώσεις από ανθρώπους, πού πέθαιναν την ώρα της φραγγελώσεως.
 
 
Σ’ αυτή τώρα την καταξεσχισμένη καταματωμένη και καταπονημένη ράχη, κουβαλούσε ό Χριστός μας το σταυρό του, πού ήταν ξύλο βαρύτατο, έτσι ώστε να μπορεί να σηκώσει επάνω του το βάρος ενός άνθρωπου χωρίς να λυγίσει. Και είναι γνωστό, αλλά και πάρα πολύ φυσικό να το περιμένει κανείς, ότι λύγισε κάτω από το βάρος του Σταυρού, ήδη εξαντλημένος και με αιμορραγία πού τού είχε στοιχίσει απώλεια δυνάμεων, λύγισε κάτω από το βάρος τού σταυρού αυτού και έπεσε, όπως λένε οι παραδόσεις, με το πρόσωπο πάνω στη γη, με το πρόσωπο, χωρίς καν να μπορεί να προστατεύσει το σώμα του από τις συνέπειες της πτώσεως χάρις στο σταυρό, τον όποιο ήταν αναγκασμένος να κρατάει και πού έπεσε σαν βάρος από πάνω του.
Και ξέρουμε ότι για να μην πεθάνει πριν φθάσει καν στο ύψος τού Γολγοθά, ανέθεσαν στον Σίμωνα τον Κυρηναίο να κουβαλήσει αυτός για τον υπόλοιπο δρόμο το σταυρό. Ας προσθέσουμε ακόμη και για τα αγκάθια πού είχε το στεφάνι εκείνο πού σε πολλά σημεία είχε τρυπήσει το κεφάλι Του και όλοι όσοι έχουν μια πείρα από θάλαμο ατυχημάτων Νοσοκομείου, ξέρουνε πόσο ιδιαίτερη τάση έχουν να αιμορραγούν τραύματα στο τριχωτό της κεφαλής. Αυτό λοιπόν το έξαιμο σώμα, το καταπονημένο σώμα, καρφώθηκε επάνω στο σταυρό.
 
 
Ας δούμε τώρα για το θέμα τού καρφώματος ακριβώς των άκρων πάνω στο σταυρό.
Από την παράδοση και από την κοινή εντύπωση πιστεύουμε ότι τα καρφιά πέρασαν στις παλάμες. Όμως από πειράματα πού έκανε ένας Γάλλος χειρούργος ό Βarbet επάνω σε πτώματα, είδε ότι είναι αδύνατον ένα καρφί πού περνάει ανάμεσα στα κόκκαλα της παλάμης να συγκρατήσει το ανθρώπινο σώμα, ακόμη κι αν αυτό στηρίζεται με καρφιά από τα πόδια. Κάτω από το βάρος αυτό, εάν περνούσαν από εκεί τα καρφιά, τα καρφιά θα έσχιζαν το δέρμα πού είναι στην πρόσθια και στην οπίσθια επιφάνεια της παλάμης πέρα για πέρα ανάμεσα στα δάκτυλα και ό Εσταυρωμένος θα έπεφτε με το κεφάλι κάτω ενώ θα τον συγκρατούσαν μονάχα τα καρφιά με τα όποια ήταν καρφωμένα τα πόδια του.
 
 
Ό ίδιος χειρούργος έδειξε ότι το μόνο σημείο στα χέρια τού άνθρωπου πού μπορεί να στηρίξει σώμα, αν περάσει ένα καρφί απ’ αυτό, είναι ό καρπός, και σε επανειλημμένα πειράματα πού έκανε έδειξε ότι σε όποιο σημείο τού καρπού κι αν βάλουμε εν καρφί, αυτό οδηγούμενο από τα οστά και τούς συνδέσμους πού βρίσκονται εδώ, θα περάσει από ένα ανατομικό χώρο, γνωστό στους γιατρούς, πού λέγεται χώρος τού , ανάμεσα σε δύο όστάρια τού καρπού. Και εκείνο πού είναι χαρακτηριστικό από μια σειρά 12 παρομοίων πειραμάτων πού έκανε ό χειρούργος αυτός είναι δύο παρατηρήσεις του, ότι και στα 2 χέρια κανένα κόκκαλο δεν τραυματίσθηκε ή δεν έσπασε από την ήλωση τού χεριού. Για να επιβεβαιωθεί αυτό πού λέει και με άλλη μια ευκαιρία, όπως θυμάστε, το Ευαγγέλιο, ότι δεν θα συντριβεί κανένα κόκκαλο.
 
 
Και δεύτερον ότι ακριβώς από το χώρο αυτό σε επαφή με το καρφί βρίσκεται ένα μεγάλο νεύρο τού χεριού, το μέσο νεύρο, το όποιο σε όλες τις κακώσεις πού θα υποστεί πάνω στο σταυρό το χέρι τού Εσταυρωμένου θα βρίσκεται σε αδιάκοπη επαφή και τριβή και τραυματισμό από το καρφί. Τώρα το τί σημαίνει να δέχεται και ένα απλό, ελαφρό ερέθισμα ένα νεύρο, το έχουμε όλοι δοκιμάσει, όταν δεχθούμε σ’ ένα σημείο στον αγκώνα μας, ένα κτύπημα. Εκείνο το αφόρητο αίσθημα της ηλεκτρικής εκκενώσεως και της παραλύσεως πού δοκιμάζουμε και πού πραγματικά επαναστατεί όλο το είναι μας από το ελαφρό κίνημα. Άς σκεφθούμε λοιπόν ότι όλη την ώρα της σταυρώσεως ένα πολλαπλάσιο ερέθισμα πόνου συνόδευε το μαρτύριο της Σταυρώσεως. Επίσης για το καρφί πού θα περάσει από τα πόδια βρέθηκε ότι και αυτό πρέπει να περάσει από ένα σημείο των ποδιών και δεν μπορεί παρά να βρει διέξοδο εκεί, και αυτό είναι ανάμεσα στο δεύτερο και στο τρίτο μετατάρσιο.
 
 
Όσα είπαμε μέχρι τώρα δεν είναι παρά ένα προανάκρουσμα, δεν είναι παρά μια μικρή αρχή τού μαρτυρίου της σταυρώσεως και ακόμη δεν μπήκαμε στο αίτιο πού φέρνει το θάνατο. Και αυτό το αίτιο πού φέρνει το θάνατο έχει μεγάλη σημασία για τη συζήτηση μας, για το αν δηλαδή ό Σταυρωμένος Χριστός πέθανε πάνω στο Σταυρό.
 
 
Για να αντιληφθούμε τον μηχανισμό τού θανάτου θα πρέπει να υπενθυμίσουμε μερικά πράγματα. Σε μερικές εικόνες παρουσιάζεται ότι οι δύο ληστές δεν είχαν καρφωθεί πάνω στο σταυρό, αλλά είχαν δεθεί τα χέρια τους με σχοινί. Καμιά παράδοση δεν υποστηρίζει ότι κάτι τέτοιο συνέβη στους δύο ληστές πού σταυρώθηκαν μαζί με τον Χριστό αλλά το ότι αυτό απεικονίζεται, μαρτυρεί κάτι πού και πολλοί ιστορικοί περιγράφουν ότι δηλαδή μπορεί να σταυρωθεί και να πεθάνει ένας άνθρωπος, αν έχει εξαρτηθεί πάνω στο σταυρό, όχι με καρφιά, αλλά απλώς αν έχουν δεθεί τα χέρια του πάνω στο σταυρό.
 
 
Αυτή ή ποινή ονομάζεται Αufbindenκαι συνίσταται στο ότι έδεναν αυτόν πού είχε τιμωρηθεί, έδεναν τα χέρια του ψηλά από έναν πάσσαλο, έτσι ώστε να μην ακουμπούν τα πόδια του πάνω στη γη. Σύντομα το άτομο αυτό παρουσίαζε φαινόμενα ασφυξίας. Οι αναπνευστικές του κινήσεις γινόταν εξαιρετικά δύσκολες και εργώδεις. Το αίμα του συγκεντρωνόταν με μεγάλη πίεση στο κεφάλι του, οι φλέβες του πρηζόταν, το κεφάλι γινόταν όλο υπεραιμικό και o άνθρωπος σύντομα έφθανε σε λιποθυμία και αν δεν έκοβαν, δεν προλάβαιναν να κόψουν το σχοινί, μπορούσε και να πεθάνει.
 
 
Ας σημειώσουμε και το τραγικότατο, ότι καθώς αναφέρεται από το ιστορικό τού Νταχάου ξαναθυμήθηκαν τότε και εκεί οι Γερμανοί αυτό το μαρτύριο και αναφέρονται αρκετές περιπτώσεις φρικιαστικές, όπου άνθρωποι πέθαναν και θανατώθηκαν με το μαρτύριο τού Αufbinden. Μάλιστα αναφέρεται ότι κρεμούσαν και ένα μικρό βάρος στα πόδια όταν ήθελαν να συντομεύσουν το μαρτύριο αυτό, πού το περιέγραφαν κατάδικοι πού βρισκόταν δίπλα την ώρα τού μαρτυρίου αυτού, πού όταν φθάσει μέχρι τα τελικά του στάδια είναι αποτρόπαιο.
Το πρόσωπο του άνθρωπου πραγματικά παραμορφώνεται όπως του κρεμασμένου, ό θώρακας του διατείνεται σε αφάνταστο βαθμό, το κοιλιακό τοίχωμα δημιουργεί μια βαθειά κοιλότητα, ό άνθρωπος περιβρέχεται από ιδρώτα τόσο, πού όπως λένε οι μάρτυρες πού ήταν μπροστά, δημιουργούνταν μια λίμνη μεγάλη από ιδρώτα κάτω από τα πόδια τού δυστυχισμένου αυτού καταδίκου.
 
 
Αποδεικνύεται λοιπόν ότι ό σταυρός φέρνει τον άνθρωπο σε μια μεγάλη έλξη χάρις στο βάρος του σώματος πού τραβάει το κορμί προς τα κάτω από τα χέρια, μια μεγάλη έλξη των χεριών, των μυών, των βραχιόνων, της ωμικής ζώνης και του θωρακικού τοιχώματος. Αυτή ή έλξη βαστάει το θώρακα σε μια συνεχή αναγκαστική θέση εισπνοής καίτοι ό άνθρωπος δεν μπορεί να εκτελέσει έκπνευστικές κινήσεις. Και ξέρουμε ότι οι έκπνευστικές κινήσεις γίνονται παθητικά από το θώρακα μας. Ακριβώς χωρίς καμιά δύναμη, σαν μια αυτόματη επάνοδο του μεταμορφωμένου από την εισπνοή θώρακος με την οποία γεμίζει ό θώρακας με αέρα και έτσι μπορεί ό άνθρωπος και ανανεώνει τον αέρα στις κυψελίδες του και οξυγονώνει το αίμα του και μπορεί και συνεχίζει και επιβιώνει.
 
 
Στην κατάσταση εξαρτήσεως από τα χέρια, στην κατάσταση της σταυρώσεως, ό άνθρωπος βρίσκεται σ’ ένα μεγάλο, πολύ μεγάλο περιορισμό της αναπνοής του, σαν και εκείνο πού θα βρισκόταν εάν είχε δεθεί με ένα πολύ σφικτό θώρακα ή εάν είχε πλακώσει τον θώρακα του με ένα πολύ μεγάλο βάρος. Δεν μπορεί να γεμίσει πάλι με αέρα, ώστε ό θάνατος από τη σταύρωση οφείλεται κυρίως σε ασφυξία.
 
 
Κατά δεύτερο λόγο, επειδή δημιουργείται αυτή ή μεγάλη πίεση μέσα στο θώρακα είναι αδύνατο να παροχετευτεί, να κατέβει προς την καρδιά, το αίμα πού βρίσκεται στο κεφάλι. Γι’ αυτό και ή μεγάλη συμφόρηση αίματος στο κεφάλι των ανθρώπων αυτών, των σταυρωμένων. Εάν δεν είχε κάποια άλλη διέξοδο, αν δεν έβρισκε κάποια άλλη διέξοδο, για να μπορέσει να απαλλάξει το κεφάλι του από αυτή την πληθώρα αίματος θα πέθαινε πάρα πολύ σύντομα πάνω στο σταυρό.
 
 
Όμως ό σταυρωμένος βρίσκει μια διέξοδο. Και αυτή είναι να στηρίξει το κορμί του πιέζοντας τα πόδια του πάνω στα καρφιά με τα όποια είναι καρφωμένα. Έτσι ανυψώνεται λίγο ό θώρακας, σταματάει ή εξάρτηση τού βάρους από τα χέρια και από τούς ώμους, ανακουφίζεται το θωρακικό τοίχωμα, μπορεί και αναπνέει πάλι, κατεβαίνει πάλι το αίμα από το κεφάλι και ό άνθρωπος συνέρχεται. Όμως ή κούραση, την οποία έχει δεν του επιτρέπει να καταβάλλει αυτή την μυϊκή προσπάθεια, ώστε να στηρίζει όλο το βάρος του σώματος του από το καρφί το όποιο έχει περάσει από τα πόδια του. Έτσι εξαντλημένος ξαναπέφτει πάλι στην πρώτη θέση, για να ξαναρχίσει πάλι ή ασφυξία μέχρις ότου μετά από μια διαδοχική σειρά από τέτοιες προσπάθειες εξαντληθεί, μείνει στην στάση της εξαρτήσεως και πεθάνει από ασφυξία.
Πραγματικά είναι ένα σατανικό σχέδιο θανατώσεως ό σταυρός και γι’ αυτό και οι Ρωμαίοι τόσο πολύ ικανοποιούνταν, μέσα σε κείνη τη βάρβαρη επιθυμία τους να βλέπουν τον άνθρωπο να βασανίζεται, από την θέα σταυρωμένων ανθρώπων. Και γι’ αυτό, επειδή ήταν τόσο άθλιος ό θάνατος, στη Ρωμαϊκή νομοθεσία αυτός ό θάνατος, ορίζεται να χρησιμοποιείται μονάχα στους δούλους και τούς προδότες.
Ό Κικέρων, πού είχε παρακολουθήσει θάνατο πάνω στο σταυρό, τον ονομάζει• «CRUDERISSIMUMETDETERIMUMSUPPLICIUM», δηλαδή το πλέον φρικτό βασανιστήριο το όποιο είχε ποτέ παρακολουθήσει. Τώρα σε περιπτώσεις όπου για κάποιο λόγο ήθελε ό επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος να συντομεύσει την επέλευση του θανάτου, τί έκανε;
 
 Με ένα ισχυρό κτύπημα, διέταζε να σπάσουν οι κνήμες του σταυρωμένου και έτσι, αφού πια βρισκόταν ό σταυρωμένος σε αδυναμία να στηρίξει το βάρος του σώματος του στα πόδια του και να ανακουφίσει το θώρακα του και να μπορέσει να αναπνεύσει, αναγκαζόταν πλέον να εξαρτίσει όλο το βάρος, όπως είπαμε, του κορμιού του από τα χέρια του και να πεθάνει μέσα στην ασφυξία. Και αυτό ήταν ή ειδική χαριστική βολή την οποία επεφύλασσαν οι έμπειροι Ρωμαίοι εκτελεστές στους καταδικασμένους σε σταύρωση. Και γι’ αυτό είδατε αυτούς δύο ληστές πού ζούσαν ακόμη τούς εκτέλεσαν με τη χαριστική αυτή βολή, τούς έσπασαν τα πόδια. 
 
Όταν λέει, πήγαν στον Χριστό, είδαν πώς είχε ήδη πεθάνει.
 
 
Τώρα εδώ πρέπει να προσέξουμε πολύ. Είναι δυνατόν ένας αξιωματικός επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος, πού ασφαλώς είχε δει πολλές θανατώσεις με σταύρωση, είναι δυνατόν να απατηθεί; Είναι δυνατόν εκείνη την ώρα να βρίσκεται σε νεκροφάνεια το άτομο; Είναι πασίγνωστο ότι οι νεκροφάνειες δεν συνοδεύονται από άπνοια αλλά μονάχα από φαινομενική άπνοια.
 
 
Εάν πραγματικά δεν γίνονται αναπνευστικές κινήσεις είναι αδύνατο να ζήσει ό άνθρωπος περισσότερο από 3-6 λεπτά, εφ’ όσον το αίμα δεν οξυγονώνεται στους πνεύμονες. Είναι όμως δυνατόν να γίνονται ανεπαίσθητες αναπνευστικές κινήσεις στον σταυρό, την ώρα πού για να αναπνεύσει ό άνθρωπος, πρέπει να κάνει μια εργώδη προσπάθεια για να κινήσει για λίγα εκατοστά αέρος μέσα και έξω από τούς πνεύμονες του; Είναι δυνατόν εκείνη την εργώδη προσπάθεια να μην την αντιληφθεί εκείνος, ό όποιος θα πλήρωνε με τη ζωή του, εάν ένας κατάδικος παρουσιαζόταν ότι δεν είχε πράγματι πεθάνει, ενώ ήταν καταδικασμένος σε θάνατο; Αλλά ίσως έδώ έμενε σε κάποιο πνεύμα πού πεισματικά στέκει στην αμφιβολία, μια πεισματώδης άρνηση. Είναι δυνατόν ωραία.
 
 
Ό Κεντιρίων, ό εκατόνταρχος δεν αρκέσθηκε σ’ αυτήν την πεισματική γι’ αυτόν απόδειξη, αλλά έξετέλεσε πάνω στο σταυρωμένο σώμα μια άλλη, την κλασσική μορφή της χαριστικής βολής, πού είχαν οι Ρωμαίοι για όλους τούς κατάδικους σε θάνατο, ασχέτως με τον τρόπο με τον όποιο θα εκτελούνταν ή θανάτωση, δηλαδή την λόγχιση της πλευράς. Αυτό πραγματικά είναι ένα θανάσιμο κτύπημα. Με όλη την δύναμη πού ένας γυμνασμένος στρατιώτης μπορεί να κτυπήσει σχεδόν εξ’ επαφής με την λόγχη πού ήταν στην άκρη τού δόρατος του, την κοφτερή εκείνη λόγχη, να κτυπήσει ένα σώμα, ό Ρωμαίος στρατιώτης έβαλε βαθειά στον θώρακα του Χριστού μας τη λόγχη του.
 
 
Και δεν έβαλε απλώς τη λόγχη, αλλά ευθέως έρρευσε ύδωρ και αίμα. Τώρα ποιά είναι ή μεγάλη δογματική σημασία τού ύδατος και τού αίματος δεν θα το συζητήσουμε έδώ. Και δεν είναι θέμα πού αρμόζει σε μένα, ένα γιατρό, σαν ένα επιστήμονα των θετικών επιστημών πού πρέπει να το αναλύσω. Όμως θα πρέπει να πούμε ότι για να τρέξει αίμα θα πρέπει ασφαλώς να τρύπησε αυτή ή λόγχη ή την καρδιά ή ένα μεγάλο αγγείο. Να πούμε ακόμη ότι εάν ό Χριστός μας ζούσε, από όπου και αν προερχόταν αυτό το αίμα, θα ήταν μια συνεχής ροή, ροή με σφύξεις, ή οποία θα μαρτυρούσε την παρουσία ζωής. Όμως μετά από εκείνη την ροή ύδατος και αίματος δεν παρουσιάσθηκε πλέον τίποτε άλλο και ιδίως ένα τόσο μεγάλο τραύμα δεν προκάλεσε καμιά αντίδραση. Αντιθέτως επιβεβαίωσε ή έλλειψη αυτή της αντιδράσεως στον Κεντιρίωνα την ήδη υπάρχουσα βεβαιότητα ότι ύ Χριστός πέθανε.
 
 
Δεν είναι λοιπόν δυνατή ή νεκροφάνεια πάνω στο σταυρό, δεν είναι δυνατή ή νεκροφάνεια μπροστά σ’ ένα τόσο μεγάλο τραύμα, κατά το όποιο πρέπει να σημειώσουμε ότι ή είσοδος μιας λόγχης μέσα στο θώρακα, δεν προκάλεσε μονάχα την τρώση μεγάλων οργάνων κυκλοφορίας, όπως την καρδιά και των μεγάλων αγγείων, αλλά οπωσδήποτε προκάλεσε μια κατάσταση πού τη γνωρίζουν όσοι έχουν κάποια σχέση με την Ιατρική, τον πνευμοθώρακα, δηλαδή, την είσοδο αέρος ατμοσφαιρικού έξω από τούς πνεύμονες, ένα φαινόμενο πού όπως γνωρίζουμε είναι ασυμβίβαστο με την επιβίωση.
 
 
Ένας ανοιχτός πνευμοθώρακας δεν επιτρέπει την αναπνοή, ακόμη κι αν ό άνθρωπος βρισκόταν στο κρεβάτι του ακόμη κι αν δεν υπήρχε άλλος επιβαρυντικός παράγοντας για την αναπνοή του – όπως είδαμε ήταν πλέον ανύπαρκτη ή αναπνοή του – ακόμη και αν δεν υπήρχε τίποτε άλλο, ένα τέτοιο μεγάλο τραύμα στον θώρακα θα είχε καταργήσει την ικανότητα τού αναπνευστικού συστήματος να εκτελεί το έργο του και θα είχε θανατώσει μέσα σε λίγα λεπτά τον άνθρωπο αυτό.
 
 
Ας πούμε ακόμη και κάτι άλλο, ότι μετά από αυτή τη διαπίστωση του θανάτου από τον Κεντιρίωνα δεν κατέβασαν αμέσως τον Χριστό από τον Σταυρό. Κατεβαίνει ό Ιωσήφ ό από Αριμαθαίας από τον Γολγοθά πού ήταν παρών, μέχρι το πραιτόριο. Πάει, βρίσκει τον Πιλάτο και τού ζητεί το σώμα τού Χριστού. Ό Πιλάτος θαύμασε «ει ήδη απέθανε» για να μας έχει και μάς πληροφορημένους απόλυτα ότι όταν πέθανε και κάλεσε τον Κεντιρίωνα, ό όποιος πλέον αυτή την πεποίθηση του δεν την επισφραγίζει μονάχα με το ότι έφυγε αφήνοντας τον Χριστό πεθαμένο, αλλά και με το ότι διαβεβαίωσε την ηγεμόνα, ότι πραγματικά πέθανε. Και αφού λέει το διαβεβαίωσε τότε τρίτος δρόμος πρώτος τού Ιωσήφ προς τον Πιλάτο, δεύτερος τού αγγελιαφόρου προς τον Κεντιρίωνα, τού Κεντιρίωνα προς τον Πιλάτο, τρίτος δρόμος ξανανεβαίνει ό Ιωσήφ φέρνοντας μαζί του και την σινδόνη και τότε μονάχα γίνεται αυτή ή αποκαθήλωση, πράγμα πού δίνει άνετο καιρό σε όλους αυτούς τούς μηχανισμούς τού θανάτου και εάν ακόμη, πράγμα λογικώς αδύνατο, θετικώς απαράδεκτο, και εάν ακόμη αυτοί οι μηχανισμοί δεν είχαν προκαλέσει τον θάνατο, να τον προκαλέσουν στο διάστημα αυτό.
 
 
Και τώρα αρχίζει ή διαδικασία της ταφής, ή οποία μάς λέει το ευαγγέλιο, έγινε από τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο και τούς άλλους πού βρισκόταν εκεί, καθώς ήταν «έθος» στους Ιουδαίους. Βρίσκουμε μέσα στο «ταλμούδ» όλη τη διαδικασία της ταφής, ή όποια για να αποτρέψει προφανώς το ενδεχόμενο της νεκροφάνειας περιείχε και το να βάλουν επί 15 λεπτά ένα φτερό μπροστά από τα ρουθούνια τού πεθαμένου για να βεβαιωθούν ότι δεν κουνάει ή αναπνοή τού άνθρωπου αυτό το φτερό. Και αφού τον ετοίμασαν, έβαλαν γύρω του σινδόνη ή τα όθόνια και τον κάλυψαν από πάνω καθώς ήταν το έθιμο ακριβώς στους Ιουδαίους και πάνω σε όλα αυτά τα υφάσματα έριξαν 32 κιλά (100 λίτρα) από μείγμα σμύρνας και της αλόης, δύο αρωματικών ουσιών, πού καθώς ανακατεύονται παίρνουν ένα παχύρευστο κολλώδες σχήμα με το όποιο διαποτίζουν κατά ίνα τρόπο τελείως αεροστεγή – όταν μάλιστα ρίχνουν 32 κιλά – από όλες τις πλευρές το πτώμα πού περιβάλλεται από τα υφάσματα. Ώστε εάν υποτεθεί ότι ένα υγιέστατο άτομο είχε περιτυλιχθεί με το σεντόνι από παντού και με τα όθόνια και είχε περιβραχεί το σεντόνι αυτό μ’ αυτήν την κολλώδη και αδιαπέραστη ουσία, πού τόσο άφθονα έπεφτε πάνω του, θα είχε πεθάνει από ασφυξία. 
 
 
Ώστε και αν ξεχάσουμε όλες τις άλλες πολυάριθμες αιτίες, πού κάθε μια από αυτές αρκεί να προκαλέσει τον θάνατο, έχουμε τώρα έδώ, μέσα στον τάφο, μια πρόσθετη αιτία θανάτου, πού είναι ή ασφυξία από την σμύρνα και την αλόη.
 
 
 
Τον 18ο αιώνα ό πρώτος πού παρουσίασε τα επιχειρήματα της νεκροφάνειας ήταν ό venturino.. Δέχθηκαν οι ορθολογιστές ότι ή σμύρνα και ή αλόη αναζωογόνησαν με το άρωμα τους έναν άνθρωπο πού βρισκότανε ασφαλώς κατά-τραυματισμένος, έξαιμος, αφυδατωμένος, ακίνητος, σε λιποθυμία, σε κωματώδη κατάσταση, αν δεν ήταν πεθαμένος, πράγμα αδιανόητο. Εάν ή σμύρνα και ή αλόη είχαν τέτοιοι αποτέλεσμα, εμείς οι γιατροί αντί να χρησιμοποιούμε χίλιες δύο μεθόδους, ενέργειες και εξετάσεις για να σώσουμε τούς βαριά τραυματισμένους δεν είχαμε παρά να τούς δώσουμε να μυρίσουν σμύρνα και αλόη και αμέσως να αναζωογονηθούν. Ή σμύρνα και ή αλόη ήταν ένας πρόσθετος λόγος θανάτου, μια πρόσθετη αιτία, ένα τελικό επιχείρημα για όλους εκείνους πού αμφιβάλλουν.
 
 
Αλλά ας προεκτείνουμε με ένα πεισματικό και εωσφορικό τρόπο την αμφιβολία μας και πέρα από δώ και ας πούμε ότι πραγματικά ήταν νεκροφάνεια και ας πούμε ότι πραγματικά δεν είχε πεθάνει ό Χριστός και ας πούμε ότι δεν παρουσιάσθηκε ανάσταση, αλλά ότι σηκώθηκε την Τρίτη ημέρα και άρχισε να βαδίζει.
 
 
Πώς, σάς παρακαλώ, μπόρεσε να απαλλαγεί απ’ αυτό το σφικτό κλοιό των ενδυμάτων, των ρούχων των υφασμάτων πού τον περιέβαλλαν; Πώς μπόρεσε να άποκυλήσει το βαρύ λίθο με τον όποιο σφράγισε ό Ιωσήφ ό από Αριμαθαίας τον τάφο, τον βαρύ λίθο, τον οποίο τρείς γυναίκες πηγαίνοντας το πρωί της Κυριακής, διερωτούνταν ποιος θα τις βοηθήσει να τον κυλήσουν; Και τέλος πάντων, αυτό το κατατραυματισμένο, το εξαντλημένο σώμα, εάν υποτεθεί πώς θα σηκωνόταν, εάν υποτεθεί πώς θα κυλούσε τον λίθο, ασφαλώς μετά από λίγα βήματα θα ξανάπεφτε κάτω σε μια αθλία κατάσταση και δεν θα μπορούσε να συνέλθει και να σταθεί στα πόδια του, παρά μετά από μια πολύμηνη θεραπεία, ακόμη κι αν είχε τα μέσα, τα όποια σήμερα έχουμε για να κάνουμε την εντατική θεραπεία των ανθρώπων πού βρίσκονται πάρα πολύ κοντά στον θάνατο.
 
 
Είναι πραγματικά έτσι οι εμφανίσεις τού Χριστού;
 
 
 
Και έδώ πρέπει να τονίσουμε ότι δεν αποτελεί απλώς πληροφορία, το ότι είδαν τον Χριστό υγιέστατο όλοι εκείνοι στους οποίους εμφανίσθηκε, αλλά είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να υπάρχει το Ευαγγέλιο. Γιατί από την υγεία από την οποία έσφυζε το σώμα, πείσθηκαν αυτοί οι δύσπιστοι, όπως θα δούμε, ότι πραγματικά αναστήθηκε. Αντί να σέρνεται, λοιπόν, και να λιποθυμάει αυτό το σώμα, πού πραγματικά προκαλούσε οίκτο και αηδία από τα βασανιστήρια πού είχε περάσει, έχουμε μια εμφάνιση άνθρωπου πού ήτανε γεμάτος σφρίγος, πού ακτινοβολούσε την επιβολή, την ειρήνη, την άνεση, ένα σώμα πού περπατάει τόσο γρήγορα ώστε να κατορθώνει να φθάσει δύο ανθρώπους πού βάδιζαν αρκετά χιλιόμετρα μακριά από την Ιερουσαλήμ και πού προπορευόταν από αυτό και τούς έφθασε και συνοδοιπόρησε μαζί τους για άλλη μια μεγάλη απόσταση μέσα στο σούρουπο. Ώστε πρόκειται πραγματικά για εμφανίσεις άνθρωπου πού βρίσκεται σε απόλυτη υγεία και δύναμη.
 
 
Ώστε το ότι πέθανε ό Χριστός πάνω στο σταυρό, το ότι είναι αδύνατο παρά να παραδεχθούμε ότι οι εμφανίσεις του είναι εμφανίσεις άνθρωπου πού αναστήθηκε μετά από το μαρτύριο του σταυρού, αυτό έχει θετικότατα πλέον αποδειχθεί στην Ιατρική Επιστήμη.
 
 
Β. Τώρα ερχόμαστε στην δεύτερη κατηγορία αμφισβητήσεων. Στο αν οι εμφανίσεις αυτές ήταν πραγματικές.
 
 
 
Αν ή περιγραφή και ή μαρτυρία μέσα στην Αγία Γραφή, για τις εμφανίσεις αυτές είναι αξιόπιστες. Τώρα, έδώ, χρειαζόμαστε και μπαίνουμε στην περιοχή μιας άλλης επιστήμης, της νομικής επιστήμης, ή οποία είναι επιστήμη πού με μεγάλη ακρίβεια, με μεγάλη λογική προσοχή, μελετάει την αξιοπιστία των ενδείξεων. Διότι, προκειμένου να αποδώσει ευθύνες, προκειμένου να απαγγείλει κατηγορίες και να εκφράσει καταδίκες, στηρίζεται αδιάκοπα σε ενδείξεις και μαρτυρίες. Γι’ αυτό λοιπόν έχει με πολύ λεπτό ηθμό και μεγάλη λογική αυστηρότητα ξεκαθαρίσει ποιες μαρτυρίες είναι αξιόπιστες και ποιες δεν είναι και πότε μια μαρτυρία και μια ένδειξη είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί.
 
 
Τώρα θα πρέπει να πούμε ότι εάν οι μαρτυρίες για τις εμφανίσεις του Χριστού πού υπάρχουν μέσα στα Ευαγγέλια και στην πρώτη προς Κορινθίους επιστολή του Παύλου, εάν οι μαρτυρίες αυτές δεν ανταποκρίνονται προς την πραγματικότητα, θα είναι αποτέλεσμα δύο ειδών παρεκκλίσεων από την αλήθεια.
Ή θα πρόκειται περί ψευδαπάτης ή ψευδαισθήσεως ή θα πρόκειται περί άπατης.
 
Ας πάρουμε τώρα μία – μία τις δύο αμφισβητήσεις.
 
Ας πάρουμε πρώτα το ενδεχόμενο των ψευδαισθήσεων.
 
Οι ψευδαισθήσεις θα μας αναγκάσουν τώρα να ξαναγυρίσουμε πάλι στην ιατρική. Γιατί οι ψευδαισθήσεις είναι ένα φαινόμενο πού ή ιατρική το έχει επί χρόνια πολλά και επί χιλιάδες περιπτώσεων μελετήσει και οι ψευδαισθήσεις εμφανίζονται στον άνθρωπο με ορισμένους τρόπους. Ας αναφέρουμε μερικούς από τούς τρόπους αυτούς.
 
 
Πρώτα – πρώτα τα άτομα τα όποια βλέπουν οράματα και έχουν ψευδαισθήσεις αποτελούν μια ορισμένη κατηγορία ανθρώπων πού έχουν την προδιάθεση γι’ αυτές. Οι ψευδαισθήσεις αποτελούν μια προέκταση των διαθέσεων τους και αφορούν σε γεγονότα πού ή πραγματοποίηση τους επιθυμείται πολύ έντονα από τα άτομα αυτά. Στο πρώτο λοιπόν πρέπει να υπάρχει μια προδιάθεση. Το δεύτερο είναι ότι τα άτομα αυτά ανήκουν σ’ ένα ορισμένο τύπο ανθρώπων πού είναι επιρρεπείς στις εκδηλώσεις αυτές. Επίσης, εάν πολλά άτομα βλέπουν ψευδαισθήσεις, οι ψευδαισθήσεις αυτές έχουν διαφορετικό περιεχόμενο και χαρακτήρα πού σχετίζεται με τον ψυχικό κόσμο, τον χαρακτήρα, τις εμπειρίες πού χαρακτηρίζει το κάθε ένα. Έχουν λοιπόν διαφορετική μορφή και διαφορετικό περιεχόμενο. Επίσης αυτές οι ψευδαισθήσεις παρουσιάζονται σε κατάλληλη ώρα και τόπο. Σε περιστάσεις δηλαδή όπου υποβάλλουν τον άνθρωπο για τις ψευδαισθήσεις αυτές. Τέλος εάν οι ψευδαισθήσεις
αυτές έχουν την τάση να επαναλαμβάνονται, τότε ή επάνοδος τους παρουσιάζεται επί πολύ χρονικό διάστημα.
 
 
Ας δούμε τώρα, ακολουθούν οι εμφανίσεις τού Χριστού, έστω και ένα από τούς βασικούς αυτούς κανόνες, οι οποίοι χαρακτηρίζουνε τις παθολογικές ψευδαισθήσεις των ανθρώπων;
Πρώτα απ’ όλα, εκείνοι στους οποίους εμφανίσθηκε ό Χριστός είχαν πράγματι προδιάθεση για να δουν τον Χριστό αναστημένο; Κάθε άλλο. Όχι μονάχα ήταν καταπτοημένοι, όχι μονάχα ήταν βέβαιοι ότι ή υπόθεση τελείωσε, αλλά και όταν ακόμα έφθασαν επανειλημμένα μηνύματα από πρόσωπα αξιόπιστα, από πρόσωπα πού ζούσαν ανάμεσα τους και τούς βεβαίωναν ότι είδαν τον Χριστό αναστημένο, εκείνοι αρνήθηκαν να πιστέψουν ότι ήταν αληθινές οι εμφανίσεις αυτές, ότι πραγματικά ό Χριστός αναστήθηκε. Ώστε λοιπόν, όχι μόνο δεν ήταν προδιατεθειμένα τα πρόσωπα αυτά για ψευδαισθήσεις, αλλά ήταν και αρνητικά προδιατεθειμένα για να πιστέψουν ότι είναι δυνατόν να δουν τον Χριστό.
 
 
Τώρα, είπαμε, ότι τα πρόσωπα πού παθαίνουν ψευδαισθήσεις ανήκουν σ’ ένα ορισμένο τύπο. 
 
Και μάλιστα τύπο επιρρεπή προς τέτοιες εκδηλώσεις. Ας δούμε, τώρα, ανήκουν σ’ ένα ορισμένο τύπο τα πρόσωπα αυτά; Τα πρόσωπα αυτά τα γνωρίζουμε απ’ τα ίδια τα γραπτά τους και τις αφηγήσεις τους. Κατ’ αρχήν είναι πρόσωπα πού δεν έχουν φαντασιώσεις.
 
 
Ας πάρουμε τον τελώνη Ματθαίο.
 
 
Άνθρωπο πού πέρασε όλη του τη ζωή πάνω σε λογαριασμούς. Τον Ματθαίο πού το Ευαγγέλιο του είναι γεμάτο από ρεαλισμό, πού δεν έχει τίποτε το ποιητικό, πού δεν έχει τίποτε το λυρικό, πού είναι μια πολλή προσεκτική παράθεση γεγονότων, με λεπτομέρειες εξαιρετικά πραγματικές, εξαιρετικά ρεαλιστικές.
 
 
Ας πάρουμε τον Θωμά.
 
 
Ό Θωμάς καθόλου ασφαλώς δεν ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων πού βλέπουν ψευδαισθήσεις. Είναι ό άνθρωπος πού όταν οι 10 μαθητές, πού είχε περάσει μαζί τους 3 χρόνια αδιάκοπης ζωής, τον βεβαιώνουν ομόφωνα ότι είδαν τον Χριστό, αρνείται και λέει «Δεν θα πιστέψω όχι, όχι αν τον δώ, αλλά εάν δεν αγγίξω τον Χριστό και μάλιστα α-ακριβώς στο σημείο τού σώματος του πού μαρτυρεί ότι πέθανε». Είναι αυτός ένας τύπος άνθρωπου προδιατεθειμένος για ψευδαισθήσεις;
 
 
Και ό Παύλος. Ο διώκτης Παύλος.
 
 
Ό Παύλος ό όποιος κυριολεκτικά θέριζε την εκκλησία και κάθε άνθρωπο πού ήθελε να πει ότι ό Χριστός αναστήθηκε, ήταν ό κατάλληλος άνθρωπος για να δει και για να ακούσει τον αναστημένο Χριστό, τη στιγμή ακριβώς πού βρισκόταν στο αποκορύφωμα της μανίας του εναντίον της ιδέας ότι ό Χριστός αναστήθηκε;
 
 
Βλέπουμε λοιπόν, ότι οι άνθρωποι στους οποίους συνέβησαν οι εμφανίσεις αυτές, ήταν άνθρωποι με διαφορετικό χαρακτήρα, με διαφορετικό τύπο, μάλιστα με τύπο ξένο προς την εμφάνιση της ψευδαισθήσεως. Και ακόμη ξέρουμε πώς εμφανίσθηκε σε 500 ανθρώπους ταυτοχρόνως. Και οι άνθρωποι αυτοί πίστεψαν πώς τον είδαν στην μεγάλη τους πλειονότητα. Είναι δυνατόν 500 πρόσωπα να ανήκουν όλα ή σχεδόν όλα στον τύπο τού άνθρωπου πού βλέπει ψευδαισθήσεις;
 
 
Τώρα είπαμε επίσης ότι αν πολλά πρόσωπα βλέπουν ψευδαισθήσεις, οι ψευδαισθήσεις αυτές έχουν χαρακτήρα ανάλογο προς την προσωπικότητα του καθενός. Και γνωρίζουμε πολύ καλά, όπως θα ήταν και επόμενο να το περιμένουμε ότι τα πρόσωπα του περιβάλλοντος του Χριστού, είχαν πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες. Ένας με στοιχειώδη έτσι ψυχολογική προσοχή, αντιλαμβάνεται τις μεγάλες διαφορές πού ύφίσταντο, τις βασικές, θεμελιώδεις διαφορές χαρακτήρος πού υπάρχουν ανάμεσα στον απόστολο Πέτρο, στον απόστολο Παύλο και στον ευαγγελιστή Ιωάννη. Οι διάφοροι χαρακτήρες του Ευαγγελίου, των μαθητών τού Χριστού, αποτελούν ένα φάσμα πού μπορούμε να πούμε αντιπροσωπεύει περίπου όλους τούς ανθρωπίνους τύπους. 
 
 
Εν τούτοις όλοι τους δέχονται και παραδέχονται ότι ό Χριστός είχε την ίδια εμφάνιση και το μίλημά του όταν τούς μίλησε, είχε ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο. Όλοι συμφωνούν απολύτως για το ότι είδαν και για το ότι άκουσαν. Και αυτό είναι αντίθετο προς την ιδέα ότι οι εμφανίσεις τού Χριστού θα ήταν ψευδαισθήσεις. Είπαμε ακόμη ότι οι ψευδαισθήσεις παρουσιάζονται σε κατάλληλους υποβλητικούς τόπους και χρόνους και ώρες και ήμερες.
 
 
Εδώ βλέπουμε ότι δεν υπάρχει καμιά ομοιότητα. Άλλοτε και συνήθως ό Χριστός εμφανίζεται στο φώς της ημέρας. Εμφανίζεται επί πολλή ώρα, μέρα μεσημέρι, απόγευμα και περπατάει στους αγρούς επί ώρες, εμφανίζεται στον κήπο τού νεκροταφείου της Ιερουσαλήμ. Εμφανίζεται στο όρος των ‘Ελαιών, εμφανίζεται σ’ ένα μικρό λόφο, σε πολλούς ανθρώπους. 
 
 
Εμφανίζεται σ’ ένα δωμάτιο όπου ήταν κλεισμένοι οι μαθητές. Εμφανίζεται δίπλα στη λίμνη της Τιβεριάδος όπου έγινε ή δεύτερη θαυμαστή αλιεία. Καθόλου όμοιοι λοιπόν οι τόποι αυτοί και καθόλου υποβλητικοί για να δημιουργούν το κλίμα και το περιβάλλον για ψευδαισθήσεις.
Και ακόμη είπαμε πώς όταν οι ψευδαισθήσεις επαναλαμβάνονται, τότε επαναλαμβάνονται επί πολύ διάστημα και ή τείνουν να αραιώσουν ή να ατονήσουν, οπότε λίγο -λίγο, σιγά – σιγά εξαφανίζονται ή τείνουν να εντείνονται και να γίνονται συχνότερες, οπότε καταλήγουν σε μια κρίση. Αυτό λέει ή Ψυχιατρική. ‘Εδώ δεν βλέπουμε τίποτε.
 
 
 Οι εμφανίσεις τού Χριστού παρουσιάζονται με τον ίδιο ρυθμό και μετά από 40 ήμερες διακόπτονται χωρίς να έχουν φθάσει ούτε σε μια αραίωση ούτε σε ένα αποκορύφωμα, και διακόπτονται μετά την Ανάληψη.
 
 
Ας σημειώσουμε ακόμη, ότι όταν μιλούμε για ψευδαισθήσεις, όλοι εννοούμε κυρίως οράματα, δηλαδή εμφανίσεις οι οποίες γίνονται αντιληπτές με την όραση. ‘Εδώ όμως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο μόνο όχι μόνο οι περισσότερες από αυτές τις εμφανίσεις συνδυάζονται και με ακουστικές εντυπώσεις και με διάλογο ό όποιος διαμείβεται ανάμεσα στον εμφανιζόμενο και σε κείνους πού τον βλέπουν αλλά επιβεβαιώνονται και με την αφή. Βλέπουμε την διαβεβαίωση την οποία παίρνει ό απόστολος Θωμάς με την αφή.
 
 
Και ακόμη ότι για να μην μείνει αμφιβολία στους μαθητές ότι πραγματική ήταν και όχι ψευδής εντύπωση ή εμφάνιση τού Χριστού, όταν τούς είδε ακριβώς από την ταραχή τους και τον φόβο τους και την δυσπιστία πού είδαμε, να αμφιβάλλουν για ότι ακριβώς βλέπουν, ό Χριστός έφαγε μπροστά τους ψάρι και κηρύθρα από μέλισσα. Οπότε μετά την αποχώρηση του να έχουν την διαβεβαίωση ότι πραγματικά παρουσιάσθηκε με σώμα αληθινό’ πρώτον από το γεγονός ότι το ψάρι και το μέλι πού και οι ίδιοι ήξεραν ότι προηγουμένως έτρωγαν ότι υπήρχε επάνω στο τραπέζι, αλλά είναι και τροφές οι όποιες αφήνουν υπόλειμμα. Το κερί, απ’ την κηρύθρα και το κόκκαλο απ’ το ψάρι.
 
 
 Ακόμη ό Χριστός μαγειρεύει, ψήνει ό ίδιος το ψάρι στη λίμνη, το ψάρι πού είχε ό ίδιος όσο και το ψάρι πού είχαν ψαρέψει εκείνοι και τρώνε όλοι μαζί. Έχουμε λοιπόν και υλικά υπολείμματα από τις εμφανίσεις αυτές, τα όποια διαψεύδουν και συντρίβουν τελείως τα επιχειρήματα ότι επρόκειτο για ψευδαισθήσεις.
 
 
Πώς θα ήταν δυνατόν από ψευδαισθήσεις να είχαν και να μαρτυρούν και σε μάς οι μαθητές ότι υπήρξαν υλικά δείγματα από τις εμφανίσεις αυτές τού σώματος τού αναστημένου Χριστού;
Εάν τώρα οι εμφανίσεις αυτές πού περιγράφηκαν δεν είναι αποτέλεσμα αυταπάτης, μήπως είναι αποτέλεσμα άπατης;
Διότι αυτή ή διέξοδος μένει στην αμφισβήτηση. Αυτή ή διέξοδος μένει στην αμφιβολία. Ότι ήταν δηλαδή αποτέλεσμα άπατης.
 
 
Ό πρώτος λόγος για τον όποιο δεν μπορεί οι εμφανίσεις αυτές να είναι αποτέλεσμα άπατης οφείλεται στο γεγονός ότι τα πρόσωπα απ’ τα όποια μαρτυρείται ότι είδαν τον Χριστό και μαρτυρείται επί πολλά χρόνια, αρκετά χρόνια μετά την Ανάσταση Του ότι είδαν τον Χριστό, (στην Α’ προς Κορινθίους επιστολή απαριθμούνται τα πρόσωπα αυτά και αναφέρει εκεί ό Απόστολος Παύλος συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται και στο Ευαγγέλιο τού Μάρκου, ότι πάνω από 500 άνθρωποι είδαν τον Χριστό), τα πρόσωπα λοιπόν αυτά
ήταν πάρα πολλά.
 
 
Είναι λοιπόν πραγματικά αδύνατο, τόσα πολλά πρόσωπα επί τόσα πολλά έτη, να έκαναν μια τόσο χονδροειδή και βλάσφημο άπατη και να μη βρέθηκε ούτε ένα πρόσωπο, το οποίο να επανέλθει και να μαρτυρήσει και να διαμαρτυρηθεί ότι το ίδιο συμμετείχε σε μια άπατη και έπεσε θύμα αυτής. Όποτε αυτό για κάθε δικαστήριο, για κάθε κριτή πού χρησιμοποιεί τούς κανόνες περί ενδείξεων της νομικής επιστήμης, το ότι έχει τόσους πολλούς μάρτυρες ή εμφάνιση τού Χριστού, αυτό και μόνο αποκλείει το ενδεχόμενο της άπατης.
 
 
Ό δεύτερος λόγος για τον οποίο το ενδεχόμενο της άπατης πρέπει να αποκλεισθεί είναι ότι ή πληροφορία και το κήρυγμα για την εμφάνιση τού Χριστού και την Ανάσταση Του, συνοδεύεται και συνοδευόταν πάντα, με την διακήρυξη τού πιο υψηλού κηρύγματος αρετής πού δέχθηκε ποτέ ή ανθρωπότητα. Μιας αρετής πού δεν περιορίζεται μονάχα στην πραγματοποίηση ορισμένων πράξεων ενάρετων αλλά και φθάνει με απόλυτη αυστηρότητα ακόμη και στις σκέψεις, στα συναισθήματα και στις διαθέσεις τού κάθε άνθρωπου. Πώς ήταν λοιπόν δυνατόν, άνθρωποι πού όχι μονάχα κήρυξαν αυτό το κήρυγμα αλλά άνθρωποι, πού κατά την μαρτυρία των πιο άσπονδων έχθρων τους, στάθηκαν συνεπείς σε όλη τους τη ζωή στο κήρυγμα αυτό το τόσο αυστηρό, να πουν και να στηρίξουν όλο τους το κήρυγμα πάνω σ’ ένα τόσο χονδροειδές ψέμα. Ακόμη ή υποψία ότι πρόκειται για μια άπατη αποδεικνύεται εσφαλμένη από το γεγονός της συμπεριφοράς των αποστόλων πού αναφέραμε μέχρι της 3ης ημέρας μετά τη σταύρωση τού διδασκάλου.
 
 
Οι άνθρωποι αυτοί ήταν περίτρομοι, ήταν καταπτοημένοι. Ήταν πεπεισμένοι, όπως τόσο ωραία περιγράφεται εκεί στα λόγια τους με τα όποια περιγράφουν την Σταύρωση και τις φήμες όπως 
Ήταν πεπεισμένοι ότι ή υπόθεση αυτή τού Χριστού έληξε άδοξα με τη σταύρωση Του. 
 
 
Ήταν οχυρωμένοι πάνω στην πεποίθηση ότι είναι αδύνατο να τον είδαν άνθρωποι ζωντανό και αυτό δεν ντρέπονται να το φανερώσουν οι ίδιοι. Και αυτή τη στροφή των 180ο την εμφανίζουν οι ίδιοι μόνον μετά απ την τρανή απόδειξη ότι πράγματι δεν μπορεί παρά να είναι μια αληθινή παρουσία ή συνάντηση τους μαζί Του.
 
 
Εάν οι άνθρωποι αυτοί ήθελαν να πουν μια άπατη, δεν θα απέφευγαν να φανερώσουν όλους τούς ενδοιασμούς τούς όποιους είχαν; Δεν θα απέφευγαν να διακηρύξουν σ’ όλα τα πέρατα της γης και να το γράψουν όλα τα Ευαγγέλια ότι ήταν οι ίδιοι εκείνοι πού αμφισβητούσαν, εκείνοι πού δεν ήθελαν να πιστέψουν, εκείνοι πού παρουσίαζαν επιχειρήματα, εκείνοι πού έλεγαν ότι επρόκειτο για λήρο, για μια συναρπαγή, για ένα ψέμα, αυτές οι διηγήσεις για την εμφάνιση τού Χριστού και πώς αυτά τα πρόσωπα τώρα, τα τρομαγμένα, τα περίτρομα έρχονται όχι μονάχα να το διακηρύξουνε μπροστά στους δυνατούς της γης μπροστά στους ισχυρούς και μπροστά στους ένοπλους, πού ήταν έτοιμοι να  τούς συντρίψουν αλλά και να δίνουν μετά από διωγμούς μετά από βασανιστήρια, άκαμπτοι όλοι χωρίς εξαίρεση τη ζωή τους για μια τέτοια άπατη;
Όπως λέει σωστά ένας Γάλλος ό GOGUEL «είναι αδύνατον για ένα ψέμα να υποβληθεί κανείς σε διωγμούς και να δώσει τη ζωή του με βάσανα και τυραννισμούς». Το ψεύδος το χρησιμοποιεί ό άνθρωπος για να αποφύγει τον διωγμό, όχι για να τον υποστεί.
Ώστε λοιπόν το όλο κήρυγμα Εκκλησίας, στηρίζεται πάνω στη διαβεβαίωση για την Ανάσταση. 
 
 
Και πρέπει να πούμε ακόμα, και θα ‘πρεπε να το πούμε ίσως το πρώτο απ’ όλα, ότι αυτή τη διαβεβαίωση για την Ανάσταση την έδωσε ό ίδιος ό Χριστός, το είπε σαφέστατα και το διακήρυξε και το υποστήριξε. Και πώς είναι δυνατόν αυτόν πού όχι απλώς κήρυξε, αυτόν ό όποιος έζησε από το κήρυγμα, αυτόν ό όποιος χωρίς καμιά αμφισβήτηση ανέβηκε πάνω στο Σταυρό γι’ αυτό το κήρυγμα, πώς είναι δυνατόν αυτόν τον άνθρωπο να τον θεωρήσουμε σαν ένα απατεώνα, ύ όποιος σκηνοθετεί την ταφή Του όποιος σκηνοθετεί την Ανάσταση Του;
Τώρα αφού μιλήσαμε για την απόλυτη αξιοπιστία των εμφανίσεων του Χριστού πού είναι ή δεύτερη κατηγορία των αμφισβητήσεων, θα έλθουμε στην
3η κατηγορία πού εύκολα ανατρέπεται, δηλαδή σχετικά με τον κενό τάφο.
 
 
Ή πρώτη αμφισβήτηση για τον κενό τάφο είναι εκείνη ή οποία παρουσιάζεται μέσα στο ίδιο το Ευαγγέλιο, όταν έρχεται ή κουστωδία και αναγγέλλει στους αρχιερείς πάντα τα γενόμενα Τον σεισμό πού έγινε και την ένδοξη ανάσταση του Χριστού. Και τί λένε οι αρχιερείς; Τούς έδωσαν λέει αργύρια ικανά και τούς είπαν να διαδώσουν ότι «αυτών κοιμωμένων έκλεψαν οι μαθηταί το σώμα».
 
 
Αυτή βέβαια ή απλή ανατροπή αυτής της εκδοχής είναι εκείνη ή φράση ότι «αν κοιμούνταν πώς είδαν τί έγινε» ότι δηλαδή έφυγε το σώμα απ’ εκεί. Και αν δεν κοιμούνταν πώς άφησαν αυτοί οι στρατιώτες τούς μαθητές να πάρουν τον Κύριο»; Τώρα ή άλλη σκέψη είναι ότι το σώμα δεν το απομάκρυναν οι μαθητές, αλλά το απομάκρυναν οι αρχιερείς και αυτό για να μη γίνει ό τάφος σημείο προσκυνήματος των οπαδών τού Χριστού. Αλλά και έδώ πάλι αυτό είναι τελείως αδιανόητο και ξένο προς τη λογική. Ξέρουμε ότι λίγες ήμερες μετά δέχθηκαν κατά πρόσωπο μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους αυστηρότατη κατηγορία τού Πέτρου ότι «άπέκτειναν τον άρχηγόν της ζωής, ον ό θεός ήγειρε έκ νεκρών» Και έτσι ό Πέτρος δημιούργησε χιλιάδες πιστών απ’ την ήμερα εκείνη και όλοι οι απόστολοι εν συνεχείς.
 
 
Πόσο απλό θα ήταν να αποστομώσουν στη γένεση του το χριστιανικό κήρυγμα οι αρχιερείς, παρουσιάζοντας το πτώμα τού Χριστού το όποιο είχαν κρύψει. Αμέσως αυτό θα έπαυε για πάντα στο ξεκίνημα της αυτή την κίνηση ή οποία αδιάκοπα αφαιρούσε οπαδούς από το Συνέδριο των Γραμματέων και Φαρισαίων. Θα σταματούσαν αυτήν την βλάσφημη αίρεση παρουσιάζοντας το σώμα τού Χριστού και θα απεδείκνυαν εύκολα, και ήταν στο χέρι τους να το κάνουν πρόκειται για μια πλάνη.
 
 
Ό Αρχιδικαστής της Αγγλίας, όπως θα λέγαμε σε μάς ό πρόεδρος τού Αρείου Πάγου, λόρδος LYTLETTON, συνοψίζει τον έλεγχο του νομικώς πάνω σε ενδείξεις για την Ανάσταση τού Χριστού με τα ακόλουθα λόγια, τα όποια είναι τόσο αυθεντικά, ώστε δεν χρειάζεται να προσθέσουμε τίποτε άλλο• «Εμείς λέει σαν Χριστιανοί καλούμαστε να παραδεχθούμε πολλά μόνο με την πίστη. Το βασικό θέμα, εάν δηλαδή ό Ιησούς Χριστός ανέστη από τούς νεκρούς ή όχι, πάνω στο οποίο στηρίζεται ότι ό Χριστός ήταν πράγματι εκείνο πού διεκήρυξε, δεν καλούμαστε να το παραδεχθούμε μόνο με την πίστη. Υπάρχουν για την πεποίθηση αυτή, ότι είναι πραγματικά μια ζωντανή αλήθεια, υπάρχουν τόσο πολυάριθμες ενδείξεις θετικές και αρνητικές απ’ τα γεγονότα και τις περιστάσεις, ώστε κανένα σώμα από νοήμονες ενόρκους στον κόσμο δεν θα εξέφερε άλλη απόφαση παρά ότι ή Ανάσταση είναι πράγματι αληθινή».
 
 
Αλλά για να αποδειχθεί ή αλήθεια της Αναστάσεως πολλοί παρουσιάζουν εκείνο το επιχείρημα, το θετικό εκείνο επιχείρημα, το όποιο πιστεύω ότι είναι το πιο πειστικό επιχείρημα για μάς τούς ανθρώπους πού ζούμε σε μια εποχή αρνήσεως, αποστασίας και συγχύσεως. Είναι ακριβώς οι απροσδόκητες και ψυχολογικά και λογικά ανεξήγητες επιστροφές ανθρώπων από την άρνηση και την πεισματική απιστία στην πίστη χάρις στην Ανάσταση τού Χριστού. Υπάρχουν πάρα πολλές, υπάρχουν εκατομμύρια τέτοιες περιπτώσεις και θα αναφέρουμε μονάχα τις περιπτώσεις διασήμων ανθρώπων τού πνεύματος, οι όποιοι διετέλεσαν άπιστοι και έγιναν πιστοί.
 
 
Υπήρχε στην Αγγλία ό καθηγητής  JOAD καθηγητής της Φιλοσοφίας από τούς πιο γνωστούς, ό όποιος ήταν τόσο πολύ φανατικός στην άρνηση, ώστε δεν άφηνε ευκαιρία, με τον γραπτό λόγο αλλά και με μία σειρά από εβδομαδιαίες ομιλίες στο αγγλικό ραδιόφωνο με τίτλο «ODRJOADκαι ό Θεός», να υποστηρίζει την ανακρίβεια τού Ευαγγελίου. Αυτό έκανε ό JOAD μελετώντας ακριβώς την Αγία Γραφή, για να παρουσιάσει επιχειρήματα. Ό ίδιος όμως μόνος του χωρίς καμιά επίδραση πείσθηκε ότι το αντίθετο από όσα κήρυττε ήταν αλήθεια και σε μεγάλη ηλικία παρουσιάσθηκε αιφνιδίως και είπε ότι όσα πίστευε ήταν ψέμα και αγωνίστηκε σαν τον Θωμά και κήρυξε σ’ όλο τον κόσμο ότι ό Χριστός είναι πραγματικά ό Κύριος και Θεός.
 
 
Στον 18ο αιώνα, όπως αναφέραμε, είχε φθάσει ή άρνηση στο αποκορύφωμα της και στην Αγγλία ό ΜONTESQIEUέλεγε ότι, εάν ένας άνθρωπος πει σε οποιονδήποτε κύκλο μορφωμένων ανθρώπων ότι πιστεύει, δεν αντιμετωπίζεται με τίποτε άλλο παρά με γέλια και καγχασμούς.
 
 
Την εποχή εκείνη δύο μορφωμένοι νέοι από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης έβαλαν για σκοπό της ζωής τους να συγγράψουν δύο συγγράμματα, για να αποδείξουν ό πρώτος ότι ή επιστροφή τού Παύλου δεν οφείλεται σε πίστη, και ό δεύτερος ότι ή Ανάσταση τού Χριστού ήταν ψέμα.
Ό πρώτος, ό λόρδος LYTLETTON μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα επέστρεψε με ένα κείμενο πού αποδείκνυε ότι ή συνάντηση τού Παύλου με τον αναστημένο Χριστό είχε πραγματικά συμβεί στο δρόμο της Δαμασκού: 
 
 
 
Και ό άλλος, ό GILBERTWEST έγραψε ολόκληρο σύγγραμμα το όποιο ονομάζει «Παρατηρήσεις της Ιστορίας και των Ενδείξεων της Αναστάσεως τού Χριστού» και περιέχει μια σωρεία από επιχειρήματα, πολλά περισσότερα από όσα αναφέρουμε έδώ, λογικότατα επιχειρήματα για την αλήθεια της Αναστάσεως.
 
 
Θα έχετε ακούσει ίσως ότι το πλέον διάσημο σατυρικό περιοδικό παγκοσμίως είναι το «ΡUNCH». Επί έτη έκδοτης τού ΡUNCH υπήρξε ό MUGGERIDGE, πνεύμα οξύ και σκωπτικό, ό οποίος δεν δίσταζε να διακηρύττει την απιστία του. Μια επίσκεψη όμως στους Αγίους Τόπους κατέληξε σε αποτέλεσμα αντίθετο από εκείνο το όποιο ανέμενε και επιδίωκε ό MUGGERIDGE . Αντί να κομίσει αποδείξεις ότι ή πεποίθηση στο θάνατο και την Ανάσταση τού Ιησού Χριστού είναι ένας μύθος, επέστρεψε με την ακλόνητη πεποίθηση για την αλήθεια της χριστιανικής πίστεως και με μια τέτοια ψυχική μεταστροφή, ώστε έγινε σήμερα κατόπιν ένας από τούς κυριότερους ηγέτες τού χριστιανικού κινήματος στην Μ. Βρετανία. Στο περίφημο «Φεστιβάλ Φωτός», στην πολυάριθμη αυτή συγκέντρωση στην πλατεία  TRAFALGARτού Λονδίνου, ό  MUGGERIDGE ήταν εκείνος ό όποιος καυτηρίασε και κάλεσε σε αφύπνιση και αγώνα εναντίον της χυδαιότητος και της παρακμής στην οποία οδηγεί ή απιστία.
 
 
 
Ίσως όμως πραγματικά για κείνον πού θέλει να κουράσει τη σκέψη του, αυτό είναι πραγματικά ανάγκη γύρω από το θέμα αυτό, ίσως το πιο χαρακτηριστικό λογικό μνημείο είναι το έργο τού ΜORISON. Αυτός από μικρή ηλικία, από παιδική ηλικία είχε διαβάσει από τούς Κριτικούς της Γερμανικής Σχολής, την Κριτική της Αγίας Γραφής. Και είχε πλούσια οπλιστεί με επιχειρήματα κατά της Χριστιανικής Θρησκείας και ξεκίνησε με τα επιχειρήματα αυτά να γράψει ένα βιβλίο πού πραγματικά, λογικά θα έπειθε τον καθένα, ότι ή Ανάσταση δεν είχε πραγματοποιηθεί. Και καθώς άρχισε να γράφει αυτό το βιβλίο, βρήκε ότι ήταν αδύνατο το βιβλίο αυτό να γραφεί. Και όχι μονάχα ήταν αδύνατο να γραφεί αλλά οι σκέψεις και τα λόγια τα οποία έγραφε, οδηγούσαν τελείως στον αντίθετο στόχο. Λέει ό ίδιος• «Ή δύναμη των περιστάσεων με ανάγκαζε να γράφω κάτι το τελείως αλλιώτικο, όχι γιατί τα ίδια τα γεγονότα τα όποια μελέτησα άλλαξαν, γιατί είναι οριστικά αποτυπωμένα στις σελίδες της ανθρώπινης ιστορίας, αλλά γιατί ή ερμηνεία των γεγονότων αυτών είχε μέσα μου υποστεί μια μεταβολή εξ’ αιτίας της επιμονής αυτών των ίδιων των γεγονότων».
 
 
 Ό συγγραφέας ανακάλυψε μια ήμερα ότι όχι μονάχα δεν μπορούσε να γράψει το βιβλίο πού είχε σχεδιάσει, αλλά και ότι αν ήθελε, δεν μπορούσε. Και από αυτή την προσπάθεια προέκυψε το πασίγνωστο βιβλίο τού Morison «Ποιος κύλισε τον λίθο;» πού είχε κυκλοφορήσει σε εκατομμύρια αντιτύπων και αποτελεί πραγματικά ένα μνημείο λογικής εργασίας, όπου παίρνει όλες τις διεξόδους της αμφιβολίας και τούς κόβει το δρόμο με τις Ίδιες της μαρτυρίες της Αγίας Γραφής και με τη λογική πάνω σ’ αυτές δέχεται να ασκήσει το έργο της αμφισβητήσεως και πού αποτυγχάνει.
 
 
Δίπλα σ’ αυτούς τούς διανοουμένους θα ήτανε πραγματικά πάρα πολύ τολμηρό να πω δύο λόγια για τον εαυτό μου. Το λέω με απόλυτη συναίσθηση για την διαφορά σε ανάστημα και την διαφορά σε κύρος πού με χωρίζει απ’ αυτούς. Όμως το κάνω για σας.
Θα σας μαρτυρήσω, ότι έζησα τα τελευταία χρόνια της γυμνασιακής μου ζωής σχεδόν όλα τα χρόνια της ζωής μου σαν φοιτητής μέσα στην άρνηση και την αμφιβολία. Και να σάς πω ότι δέχθηκα, μετά από πάρα πολλή μελέτη, το μήνυμα της Αναστάσεως σαν αληθινό και όλη μου ή ζωή δεν είναι, από μια σκοπιά, τίποτε άλλο παρά ένα πύρωμα επάνω στην ακρίβεια τού κηρύγματος της Αναστάσεως. Και έχω να σάς πω ότι ούτε μια στιγμή, ούτε μια παρατήρηση μέσα στη ζωή μου, δεν παρέλειψε παρά να επιβεβαιώσει την αλήθεια του κηρύγματος τού Ευαγγελίου, την αλήθεια της Αναστάσεως τού Χριστού. 
 
 
Είναι αδύνατο λογικά, είναι αδύνατο ψυχολογικά να ζήσω ούτε μια στιγμή μη πιστεύοντας στην Ανάσταση τού Χριστού.
 
 
 
Και θέλω να καλέσω, σαν αδελφός προς αδελφούς, τον καθένα από εσάς, αν αυτό δεν έχει ολοκληρωτικά συμβεί στη ζωή σας, να πάρει τη θέση αυτή και να δεχθεί απροκατάληπτα, τίμια, χωρίς φόβο, την Ανάσταση τού Χριστού σαν ένα γεγονός. Και να με βρει αν θέλει, να συζητήσουμε, αν θέλει και να χαρούμε μαζί τα όσα θα επακολουθήσουν απ’ αυτό το άνοιγμα της ψυχής στην Ανάσταση του Χριστού.
Σας ευχαριστώ πολύ.

Υποβολή απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s